Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

02:48


- Τι κάθεσαι και ασχολείσαι; Τι σκοτώνεσαι; Μπροστά τους να αρπάξεις φωτιά, χαμπάρι δεν θα πάρουν. . . Τρύπιο παντελόνι, τρύπιο στομάχι, λυμένα κορδόνια και. . .

- Από τις κάφτρες, όλα τα τρύπια.

- Και οι κάφροι; Κάφτρες, κάφροι, να οι ρουφιάνοι θα σκάσουν από κάπου. Στο κηδειόχαρτο, κάτω από το όνομα, τι να βάλουμε;

- Τομάρι. Απούλητο.

- Λες και το ζήτησε κανείς.

- Θα σφαχτούμε εδώ μέσα.

- Μην λερώσεις μόνο.

 Η αοριστία πήγαινε σύννεφο.
 Εκείνη η φωνή από τα μέσα, έλεγε ΄΄Δώσε κώλο στην οργή΄΄ και η άλλη απ΄ τα έξω, τίποτα.  Χρεωμένοι, ένα τσούρμο, ανακατεμένοι. Μαζί. Τι ντουέτο. Στολισμένα με τα ξεκοιλιασμένα. Παίζαμε τα χαλασμένα φερέφωνα - Αν οι διαταγές έρθουν, χαρά μου, μισές, θα έχουμε μόνο τραυματίες; Εκείνος ο λεχρίτης που όταν σε θυμάται χαίρεται παραπάνω από μένα, που σέρνεται; Δεν μπορώ πια να κάνω τίποτα. Σουξέ η σιωπή σου. Με διασκεδάζει αλλά πρέπει να τα λέω εγώ όλα. Είχαμε περισσότερους νεκρούς φέτος; Ποιος νικάει; Τι συζητάνε για την παιδική ανεργία; Η διπολικούλα και η διαταραχούλα άρχισαν πάλι περιοδείες; Συνθήματα με αίμα της προόδου; Όχι δεν είναι δυστυχία, ούτε δημιουργία, ούτε κέρατα. Είμαστε εμείς, δίπλα δίπλα και δεν περιμένουμε τίποτα. 

 Εκείνη η φωνή από τα μέσα, έλεγε Φάε σκατά και ψόφα και η άλλη απ΄ τα απ΄ έξω, 8 και 80.


Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

K.H.E.



  Είστε τρελή, δεσποινίς μου, μπορείτε να φύγετε, και τα λεφτά στην κοπέλα στην είσοδο. . . της είπε ο επιστήμονας της φρέσκιας, παπατζίδικης επιστήμης και εκείνη κατάλαβε ότι μπορεί να πάει όπου θέλει. Ακόμα και εκεί που δεν την θέλουν. Να ταξιδέψει με το ΚΤΕΛ ή το μυαλό της.
  Τι ομορφιά λιωμένη, στο δικό μου το μυαλό. Την είχα καταλάβει όμως, λιγάκι. Άρχισε το κάπνισμα για να σβήνει τα τσιγάρα πάνω μου και ο εθνικός ύμνος για εκείνη γράφτηκε. Περίμενε από τον ήλιο να της ανάψει το τσιγάρο και ένα διάολο να της τραγουδάει παλιά, ερωτικά τραγούδια μιας εποχής που δεν πρόλαβε. Τότε που δεν είχανε T.V., που τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν ήταν στην μόδα και οι απόψεις καρφώνονταν σε τέσσερις τοίχους.


  Ήμουν πλάι της.
  Έκανε ότι δεν με ξέρει.
  Έκανα ότι μυρίζει άσχημα και ότι είναι ανάγωγη.
  Με είπε Καθικαρά και Χυδαίο.

  Τις αργίες μόνο, ψυχή μου. Πολύ ακούγομαι, ελάχιστα λερώνω.


Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

μ.

 ακόμα τα πραγμάτικα γεγονότα
 ψάχνω κάπου να βασιστώ
 και με άλλα λόγια δεν αγαπιόμαστε

 θέμα μουτράκλας και χαρακτήρα,
 βλέπεις.



Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

μ.

 είδανε ότι καιγότανε ο κόσμος
 και φέρανε κρέατα να ψήσουν.


Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

σ. 1 + 2


σ. 1

Οι ρουφιάνοι παίζανε μουσικές καρέκλες - εκλογικό το παλαμάκι / πληγές εσταυρωμένου  -
και τηλέφωνο σπασμένο με τους υπάκουους τους πακεταρισμένους / οι διαταγές ήρθανε λειψές και έτσι είχαμε μόνο τραυματίες / οι τραυματιοφορείς σε αγώνα ανωμάλου δρόμου / μια και μόνο υστερική προκατάληψη να  φύγει από το εμπόριο και να γίνει Ιστορία, την βολέψαμε / ένα πόστο - καλούπι για μας / μια χούντα που θα βολέψει τους περισσότερους / αυτό είναι και τίποτα άλλο το ιστορικό ζητούμενο / να ησυχάσουν και οι νοσταλγοί πριν ανταμώσουν με τον ψόφο και το υπερπέραν / οι μειοψηφίες; /  ας αρκεστούν στα αφιερώματα και στα επιδόματα μέχρι να πολλαπλασιαστούν / να γίνουν πλειοψηφίες γερές / καλοί άνθρωποι που δεν φταίνε / στα χαρτιά / αλλά έχουν ενοχές και απόψεις.

διαδρομικό ρομάντζο
    ( ανταμωθήκαμε και είπες - όχι, έφτυσες - ότι δεν μοιάζω με εκείνον που γνώρισες πριν πέντε χρόνια ότι έχω αλλάξει   σου είπα ότι γίνομαι κάθε μέρα καλύτερος και δεν έχω κανέναν σκοπό στην ζωή μου και ό,τι στόχο έβαλα με πέτυχε εκείνος πρώτος   μου είπες τέρμα ο βερεσές από την κάβα και ότι τα σκέλια σου δεν διανυκτερεύουν άλλο   σου είπα ότι δεν σε χτύπησα ποτέ γιατί αν σε χτυπούσα θα έκανες περισσότερο θόρυβο από το κανονικό   γέλασες και είπες χτύπα   πήγα να φύγω   συνέχισες να φωνάζεις ΧΤΥΠΑ ΧΤΥΠΑ ΡΕ ΑΝ ΤΟΛΜΑΣ   σου επανέλαβα ότι δεν έχω κανέναν σκοπό και ό,τι στόχο έβαλα στην ζωή μου με πέτυχε πρώτος εκείνος  ξαναέφτυσες   σε κοιτούσα σαν αξιοθέατο από αυτά που οι χασομέρηδες τα χαζεύουν επειδή είναι τζάμπα το θέαμα και ίσως για αυτό αξιοθέατο   συνέχισες αυτό που άρχισες  έβγαλες ρούχα σου   τότε κατάλαβα οτί εσύ έχεις αλλάξει  τα στήθια σου μεγάλωσαν μετά την γέννα και πήρες κάποια κιλά   στο είπα αυτό κι άρχισες να ουρλιάζεις σαν να σε χτυπούσα   άρχισα να γελάω   Ρουφιάνε Κάθαρμα Γλύφτη είπες   Γλύφτη; ρώτησα   Ναι ρε γλύφτη είπες   Γλύφτης ε; Εκεί πάλι το πας σου είπα και συμπλήρωσα λίγο πριν τρέξω να γλυτώσω και να προλάβω το τελευταίο λεωφορείο  Η ύπαρξη σου είναι σε μια εκφυλιστικη φυγοκεντρο που σε τινάζει ανασαινοντας σε μια παλινδρομική βουλιμική διώρυγα τα νοτισμένα καρέ που κατρακυλούν.* )


σ. 2

 Άνεργο δυναμικό που βράζει / συμφωνίες σε βήχα ματζόρε / ερωτική υγρασία και ο άλλος να σκουριάζει / αίφνης  - Τράβα μωρή σαύρα στον άντρα σου και στο παιδί σου / και πάλι ο ηλίθιος χορός των καβουριών / η ίδια μουσική σωμάτων ( συνθέτες ορθοπεδικοί αρτίστες ) / και έρωτες με λόγια και ανθρώπινους υπότιτλους / ο Καριόλης Μένγκελε άφησε κάποιους βοηθούς του / που του καθάριζαν τα νυστέρια και του άνοιγαν την πόρτα / τους άφησε εδώ να κάνουν το αγροτικό τους / έναν πέτυχα άλλα δεν τον πρόλαβα να τον ρημάξω στο ξύλο ενώ του τραγουδάω τον όρκο του Ιπποκράτη.


*η τελευταία φράση στο δ.ρ. αρπαγμένη / δανεισμένη από την εξαιρετική Μαρία Τ.


για τον Ν.Β.

 Στην επανάληψη και στη βλακεία
 βρήκαμε και χάσαμε υγεία.

 Στην επανάληψη και στη βλακεία
 κι από κάτω όλα μας τα αστεία.


  Λέξεις που ειπώθηκαν για να έρθουν καπάκι άλλες και πράγματα που έγιναν μόνο και μόνο για να γραφτούν και άλλα μόνο για να γελάσεις. 


  Η στρατιωτική γραφειοκρατία τον έχει κάνει μπαλάκι και τώρα περιμένει το σήμα να φτάσει στην Σύμη, να σηκωθεί να φύγει από κει. Πήρε μέρος και σε αναπαράσταση μάχης πριν κάνα μήνα. Υποδύθηκε τον Ιταλιάνο, μαζί με άλλους, που μουντάρει και αμφισβητεί την εδαφική ακεραιότητα του Έθνους. ( Χώμα και Έθνος - η Γη χωνεύει αίμα, η μαλακία πετάει ανθό κτλπ κτλπ ). Πρέπει να τα πήγε καλά. Χάσανε και μετά κάνανε τους νεκρούς στο πεδίο της μάχης. Τώρα μετράει ανάποδα τις μέρες και ξέρει όλα τα έργα του H.P. Lovecraft ( συγγραφέας υπεραστρικών ανταποκρίσεων που οι εφιάλτες του ήταν υλικό καλό ) και σχεδόν όλα τα τραγούδια κάποιου Robert A. Zimmerman.
 
- Το ήξερες, Νίκο, ότι ο Πολύδωρος Λαγός ήταν από το Τρεχαλητό Ιωαννίνων; 
 
  Ξημέρωνε και κατέβαινα την Γούναρη. Προχθές. Δεν ακουγόταν τίποτα και έτσι έσερνα τα άρβυλα, για να ακούω τον ήχο από τα τακούνια. Έβραζα ο μισός και ο υπόλοιπος τίποτα. Σκάσανε όλες οι παρατηρήσεις μες το κεφάλι μου και έψαχνα μέρος να κρυφτώ.  Όλοι είχανε δίκιο αλλά δεν μπορούσα να κάνω κάτι για αυτό. Μόνο να περιμένω δυο ώρες. Μετά από δυο ώρες όλα γίνονται λεπτομέρειες, διακοσμητικές, άχρηστες σαν σύμβολα ή λέξεις που ακολουθούν άλλες λέξεις.
  Ένα ζευγάρι έπεσε πάνω μου. Φιλιόντουσαν και πηγαίνανε. Δεν με είδαν και σεντράρισαν πάνω μου. Μια μπύρα έφυγε από την τσέπη του παλτού μου. Δεν ήταν τίποτα. Μόνο το τρόμαγμα.

- Συγνώμη φίλε. . .  είπε εκείνος.
- Δεν βλέπετε ρε παιδιά;
- Πιωμένος είναι. . . Δεν βλέπεις την μούρη του; είπε εκείνη.
- Ναι. . . Ρε φίλε, πως πέφτεις πάνω μας;
- Συγνώμη.
- Ε, τι συγνώμη;

  Και άλλα τέτοια. Με λυπήθηκαν τα ερωτευμένα. Μετά με ρώτησαν αν έχω ποτέ αγαπήσει. Τα άντερα μου για αρχή και βλέπουμε. Τελευταία φορά που αγάπησα πολύ, στραπατσάρανε την χώρα. Γαμιόταν το σύμπαν και εγώ σκεφτόμουν τον εαυτό μου και εκείνη που βρέθηκε δίπλα μου. Δεν έκανε καλό σε κανέναν αυτή η κατάσταση αλλά δεν πέσαμε πάνω σε κανέναν όταν φιλιόμασταν.
  Δεν έδωσαν σημασία. Ευτυχισμένο ζευγάρι. Συνέχισαν παρακάτω. Βήμα, φιλάκι, βήμα, φιλάκι. Τους έκανα χάζι. Είχαν μπόλικο πασπάτεμα μπροστά τους και γω μια τσάντα με διηγήματα του Hašek και τον ατελείωτο καλοσυνάτο Švejk. Πρέπει οπωσδήποτε Νίκο, να τον γνωρίσεις όταν έρθεις. Πρέπει.




Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Άννα

   
  Καθόταν σε μια μια γωνιά, Αρμενοπούλου με Αρριανού και έκλαιγε και κάπνιζε. Ήθελε να πεθάνει; Είχε παράπονα μέσα της να βράζουν. ΄΄Γιατί;΄΄ πολλά και η γλώσσα της δαγκωμένη. Παρορμητική και παθιάρα με δυο ελιές στο μαγουλό της. Προχθές που ήμουν βαλσαμωμένος στο σπίτι και άκουγα Rage Against the Machine / ο Τσίβο τραγουδούσε με τις σειρήνες και οι συνηθισμένες προβολές με τα πολιτικά χειροπιαστά πορνό. Οι υπόλοιποι γαμούσαν και γαμιόντουσαν - η ανασφάλεια ξέρει. . . - και εκείνη έκλαιγε μόνη της.

  Την βρήκε ο Ντιν Νταν Ντον Ντίνος και την ρώτησε

  - Έχεις κάτι;
  
  Και εκείνη του είπε ότι το πρόβλημα ήταν ότι δεν έχει κάτι και του ξεδίπλωσε την ιστορία της. Αγάπησε από απόσταση και κατέβηκε από την Ξάνθη με το ΚΤΕΛ στην πόλη με τα φαγάδικα και τις εκκλησιές να δει τον αγαπητικό της. Εκείνος μούτρωσε και αντέδρασε κάπως άτσαλα. Δεν την περίμενε - ΄΄Και τι πράγματα είναι αυτά;΄΄ - Πληγώθηκε η κοπέλα και μαζεύτηκε σε εκείνη την γωνία. Αρριανού με Αρμενοπούλου. Άννα το όνομα της.

  Ο Ν.Ν.Ν. Ντίνος της είπε κάτι σαν αστείο και εκείνη σταμάτησε να κλαίει. Ο Καβαλάρης της ίσως ήταν μαλάκας ή απλά είχε κάνει τις επιλογές του. Ηρέμησε η κοπέλα.


 Ντίνος - Κάπνιζε καρέλια χρυσή κασετίνα. Την ρώτησα αν γράφει. Διστακτική - σχεδόν με ντροπή - είπε ΄΄ναι΄΄. Θέλω να σε ρωτήσω, εσείς που γράφετε γιατί διστάζετε να το πείτε;

 Εγώ - Δεν διστάζουν όλοι. Σε κάποιους φαίνεται στην μουράκλα τους και στο πετάνε στην δική σου. ΄΄Γράφω΄΄. Δεν διστάζουν αλλά σε νυστάζουν αν διαβάσεις κείμενα τους. Φαίνεται το πράμα. Βάζουν δίπλα δίπλα λέξεις που δεν είναι δικές τους. Σε καμιά άλλη περίπτωση δεν θα τις χρησιμοποιούσαν. Πόζες παίρνουν και αν έχουν κάνα τρακοσάρι εύκαιρο, τα βγάζουν και παραπέρα. Με το Ίντερνετ το ΄΄παραπέρα΄΄ επεκτάθηκε τρελά και όσοι στο χαρτί χτίζουν παλάτια και περιοδικά, σκυλιάσαν. Ο κάθε πικραμένος - λιγότερο ή περισσότερο - βγάζει αυτό που λέει η ψυχούλα του. Άλλοι το δίνουν στις εκπτώσεις, άλλοι το χαρίζουν και άλλοι το γδέρνουν για τον σιάξουν. Θέμα γούστου και φόδρας όλα. Τουλάχιστον έτσι θα ησυχάσουμε - μάλλον - από την βιομηχανία των Μεγάλων (Πρησμένων από τα μέσα και τα έξω) και των Καταραμένων (Γκαντέμηδων και ευαίσθητων που τους πήγε γαμιόντας, κομμένων και ραμμένων στα κεφάλια κάποιων, ). Το είπανε και τα ωραία τα αδέρφια. Η πιο γλυκιά μουσική είναι όταν ένα είδωλο πέφτει και γίνεται κομμάτια.

 Ντίνος -  Εκείνη δήλωσε συλλέκτρια στιγμών.

 Εγώ - Λαμπρά. . . Να κάνουμε ένα σύλλογο, να μαζέψουμε έναν αιώνα στιγμές και μετά να τις πετάξουμε στην θάλασσα να αφρίσει σαν αναψυκτικό, να έχουν ψυχαγωγία τουλάχιστον τα ψάρια, όσο οι άνθρωποι δεν δίνουν σημασία. Τα λάθη τους είναι μόνο ορθογραφικά και η καλοσύνη ως επιστημονική φαντασία - με τις εξαιρέσεις της, φυσικά.

 17/4/2011
  Στην ίδια γωνία τώρα υπάρχει ένα στένσιλ, Ξάνθη με πολύ κόκκινο. Έγινε λίγες μέρες μετά από το παραπάνω συμβάν. Στην ίδια γωνία καθόμουν χθες με μια μπυρίτσα και ένα πακέτο καρέλια. Από τους τοίχους έλειπε ένα κακογραμμένο ΄΄ΒΑΡΙΕΜΑΙ ΠΟΥ ΖΕΙΤΕ΄΄. Σκεφτόμουν μπας και έσκαγε μύτη η κοπέλα. Δεν ήρθε. Δυο κοπέλες στρίψανε σφαίρατες και η μια με είδε απότομα και τρόμαξε. Ζήτησα συγνώμη και μου είπε ΄΄Με τίποτα΄΄. Λίγο πιο μετά με κοπέλα με πουά και μια μπύρα στο χέρι προχωρούσε και έπινε. Σταμάτησε μια στιγμή να καταλάβει που είναι ή που πάει. Έκανε μια γύρα με το κεφάλι της, βεβαιώθηκε και συνέχισε τον δρόμο της.



Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Κλημεντίνη

   
   Έγινε πριν λίγους μήνες.
   Mια παρτίδα σκάκι που έχασα σε δεκατρείς κινήσεις. Σημειωμένες και επειτά κωδικοποιημένες σε νότες. Από την χασούρα μου, μελωδία.
   Όλες οι αυπνίες στο χάρτη και στο πρόγραμμα, Κλημεντίνη. Δυο μέρες αύπνος και όλες οι πόρτες ανοιχτές να φύγει ο καπνός, η μυρωδιά η ξενή από το σώμα.Αναποδογυρίζω το τραγικό και πέφτουνε σημειώσεις, ατάκες, ψιλά από ρέστα που κουδουνίζουν σε χάχανο ματζόρε, Κλημεντίνη. Ξέρουν που πάει το πράμα - όπως κάθε καρμίρης με δίκια, είναι προφήτης αλάθητος.
  Ανταποκρίσεις από Carson city, Βουδαπέστη και Σύμη - το όγδοο σε μεγέθος νησί του συμπλέγματος των Δωδεκανήσων. Φαντάροι και αυτοεξόριστοι μεταπτυχιακοί. Όλοι μακρία από εδώ ( εδω; Ό,τι βλέπεις γύρω σου. Αυτό και μόνο.) Κομμάτια μου όλοι αυτοί. Με άκουσαν και δεν με έδειραν. Ίσως δεν κατάλαβαν τι έλεγα. Ίσως κατάλαβαν ότι δεν είχα κανένα σκοπό ή ώφελος με τα λεγόμενα μου.
  Ξανά. . . Stupid Heart, Cupid Heart, φυσαρμόνικα που πετάει φωτιές.
  Ξανά. . . Εγχειριδίο ξεφτιλισμένο, διασκεδαστικό στα χέρια μου. . . Πως να κάνεις Τέχνη και κουδουνίστρες τους νεκρούς. Αλήθεια, το ΙΚΑ - αυτό του δικτάτορα, με το κόμμα της τάξεως του 3,94 % - καλύπτει τα έξοδα της λοβοτομής;
  Μου είπες ότι κάποια μέρα θα τρελαθώ. Μην είσαι τόσο σίγουρη. Μπορεί και να είναι νύχτα. Στο 78Ν ή σε κάποια βιβλιοθήκη να κατεβάζω την Αντιγόνη του Σοφοκλέους και να μελετάω τα αποτελέσματα των εκλογών του 1961. ( Σε ποιο ταμείο υπάγονται οι παρακρατικοί; Κολλάνε βαρέα, όπως οι πορνοστάρ; ).
  Ας αφήσουμε τα αστεία όμως. Θα μας βρούνε από μόνα τους. Όπως οι έρωτες με πείσματα και σεναριακά τερτίπια.

 Θα το δεις.


Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

04:45

  Όχι, δεν ήμασταν σε φεστιβάλ ή διαγωνισμό Καθαρτικού.
  Μα τι έχει να σου πει αυτή η ταινία; Τι έχει να σου δώσει; λέει αλλά δεν απορεί. Είναι βέβαιη. Μια ευθεία γραμμή όλα και ΄΄αγαπάτε τους ίδιους΄΄. Τις έχω δει αυτές τις επαναλήψεις. Πρώτα το δαχτυλίδι και μετά το δάχτυλο.
  Δυο κιλά φέτα έχει να σου δώσει αυτή η ταινία. . . Ένα σχεδόν ποιητή που γελάει και η μάνα του μαζί του, έχει να σου δώσει αυτή η ταινία. Καβαλάρη - ευτυχισμένο κομπρεσέρ - με ένσημα, δεν δίνει αυτή η ταινία.
  ( Άλλοι, μέσα στην σκοτεινή αίθουσα, άρχισαν να πιάνονται, να χουφτώνονται. . . Εκείνη είπε ΄΄Όχι εδώ...΄΄ και ο άλλος ΄΄Γιατί; Θα μας δει η ταινία; Εμείς την βλέπουμε΄΄. )
  Χα. . . Ναι. . . Λείπουν κάμποσα μεροκάματα από το κεφάλι μου. Με δανεικά πάω και με δανεικά γυρίζω. Με περιμένουν κάθε φορά λιγότεροι. Γυρίζω όμως.

Το τομάρι μου δεν γράφει ακόμα κάποια τιμή μα τοκίζεται ο άχρηστος;

  

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

07:30

Κορδελιο - Καλαμάτα - Ιωάννινα - Σύμη


 Ν.Β.

  Σήμερα το ξημέρωμα ο ουρανός ήταν κόκκινος - τα προνόμια της μόλυνσης - χθες η επέτειος που την έκανε ο Zappa, τα επόμενα διακόσια χρόνια τώρα -  Francesco Zappa, Frank Zappa, ο επόμενος;
Μετά την καραντίνα, καραμπίνα, αυτό έργο παλιότερο και από τον Σαίξπηρ - μόνο δυο τρεις θα μείνουν να λένε ανέκδοτα, κάπως έτσι θα είναι το τέλος του κόσμου / και πόσους Σοβιετικούς καθάρισε η βότκα, το κρύο και ο Σήφης που κάποτε έγραφε ποιήματα;  Στους αριθμούς είναι πάντα το πρόβλημα. Μα αύριο γιορτάζεις και γιορτάζει και ο Παναγιώτης. . . .  Τα ποτιστήρια και όσοι δεν έχουν λάδι ούτε για το καντήλι ή για τους μεντεσέδες, δεν γιορτάζουν. . . Συνεχίζω όμως το ίδιο τροπάρι και η Δέσπω από απόσταση ασφαλείας μου λέει ΄΄Συνέχισε, συνέχισε. . . Τον λάκκο σου να ανοίγεις. . . ΄΄, όπως στο Όνειρο του Kafka, του ημίδημοσιουπαλλήλου  που κατάχεσε την κάθε εξουσία. . . Φόβος και Αγάπη για τον πατέρα του, το ΄΄μέτρο των πάντων΄΄ για εκείνον  και διαλυμένοι αρραβώνες πριν έρθει μια Dora Dymant να τον ζεστάνει πριν εκείνος φύγει -

  Αν σκεφτείς την κονόμα και τον θάνατο που βγαίνει από τις παρεξηγήσεις και τις διαφημίσεις θα τρομάξεις, αλλά τα ξέρεις αυτά και δεν τα γράφεις, μου τα δείχνεις και αυτοσχεδιάζω. Σαν να λύνεις την θηλιά και να την τεντώνεις για να κάνω τα κόλπα μου με όση φτωχομπινεδιάρα καλοσύνη μας απομένει. . .  Από το τίποτα βγαίνουν όλα, κάποια πουλιούνται, λιγότερα χαρίζονται, όλα χάνονται για να βρεθούν, αν βρεθούν, όπως όπως μετά. . . Ίσως μεταμορφωθούμε απόψε σε κάτι πιο νόστιμο ή εμφανίσιμο. . . Κάποιος θα παίζει ποδόσφαιρο με νεκροκεφαλές - έγινε αυτό, εδώ κοντά κάποτε - και άλλος με το ζόρι θα τρώει τα διαμάντια που του περίσσεψαν. . .  Περιμένουμε έναν ευαίσθητο χαμάλη να κυβερνήσει αλλά δουλεύει και δεν έχει τον χρόνο για τέτοια. . . Οπότε υπάρχει αλλά δεν θα έρθει. . .

  Οπότε θα καίμε το όποιο κάδρο για να ζεσταθούμε και όποιο χρώμα και σχέδιο θα χάνεται και γυρίζει παντού. . .

5/12/2012 


 Πριν ανέβει στο πάλκο να τραγουδήσει, της λέω ΄΄Ένα αυτόγραφο;΄΄ και μου ζητάει να σηκώσω την μπλούζα μου να υπογράψει. Τότε συμπληρώνω ότι αν είναι να σηκώσω μπλούζα, θα πρέπει εγώ να της δώσω αυτόγραφο. Γελάει. Η αυτοεκτίμηση μου καταντάει ασανσέρ που χασομέρηδες το καλούν και πατάνε στην τύχη τα κουμπιά. Θα με γύριζε κούρσα εκείνο το βράδυ. Είχε πέσει και ένα δέντρο από την βροχή και τους ανέμους στην είσοδο του σταθμού και τα λεωφορεία δεν μπορούσαν να μπούνε. Με γύρισε κούρσα. Καλοί άνθρωποι. Όλα τα δώρα τους αξίζουν. Όπως άλλοι που με κοίμισαν και άλλοι που μου στρίψανε  τσιγάρα. Άλλοι τσιγάρα και άλλοι λαρρύγγια. Ποιος νικάει;

 

  Στην οδό Γ. Διάκου ή στην οδό Χασάν Ταχσίν Πασά. Πότε θα έρθεις; Πέσανε τα νοίκια στον Παράδεισο; Στην Καλαμάτα πόσες μαύρες πέτρες άφησες; Τι άσχημο ένα δόντι σάπιο να σε κυβερνάει. Τσουβάλι από σάρκα, λογάκια και ζεστός αέρας. Μια φυσαρμόνικα πετάει φωτιές και οι κιθάρες λιγότερο εφετζίδικες απ΄ ότι οι κιθαρωδοί. Αυτοί οι μεταπτυχιακοί μετανάστες δεν μοιάζουνε με αυτοεξόριστους; Αλλά εμείς εκεί, στο ζουμί μας, με τις ανασφάλειες να αυτοσχεδιάζουν. Βρήκες εκεί στα Ιωάννινα ότι το Mary Had a Little Lamb του Buddy Guy μοιάζει με το ΄΄θατηνσφάξω΄΄ των Rolling Stones. Είδες και ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν αναπαράσταση εις βάρος κρατικού προϋπολογισμού. Εγώ στα Ιωάννινα είχα δει μόνο λίμνη και την προτομή του Μαβίλη και μετά τράβηξα για την Εξηκονταρχία Πρεβέζης. Σου είχα τηλεφωνήσει εκείνο το βράδυ. - Το φεγγάρι. . . Το φεγγάρι είναι πρησμένο το πούστικο απόψε. . . σου έλεγα και μου απάντησες - Και ΄γω τι να κάνω; 
  Κάργιες δεν είδα. Μόνο κάτι λιμενικούς να με υποπτεύονται για κατασκοπία και το βράδυ  με γκοθάδες και μεταλλάδες, να συζητάμε για στίχους, νοήματα, φόλες, γαμήσια επί πιστώσει κτλπ. Ήταν και μια Αφροδίτη - μαυροντυμένη, μαυροβαμμένη αλλά όχι σκοταδόψυχη - που μου είπε, με τρόπο, να πάω να πνιγώ. Από το σχολείο το άκουγα αυτό. ΄΄Αν σου πούνε να πας να πνιγείς, θα πας;΄΄. Ώριμος πια, πήγα. Ολόκληρος με τα ρούχα πλατσούριζα στον Αμβρακικό. Αλλά δεν πνίγηκα και την στεναχώρησα την Αφροδίτη. Το ξεπέρασε όμως γρήγορα με έναν πιο μαυροντυμένο από ΄μένα, δίπλα της. Μάλλον εκείνου του είπε ΄΄ Δεν πας να γαμηθείς;΄΄.  Ο λεβέντης ήξερε καλά αυτόν τον δρόμο και την πήρε μαζί του. Δεν μπήκε στην θάλασσα, να μην σκουριάσει. Μπήκε μέσα της και ζήσανε αυτοί καλύτερα, για κάνα δεκάλεπτο, τέταρτο. Ξαλάφρωμα και όνειρο.  Κι εμείς; Ωτοστόπ στις κάργιες και αλίμονο όπου προσγειωθούμε.

           . . .τα σπασμένα, τα ίδια, τώρα θα πληρώσουν. . .
 
  Άκουσα ένα ωραίο όνομα τελευταία. Κλημεντίνη. Έβαλε ένα κέρασμα μου σε κείμενο της.

   Πότε θα `ρθεις;


Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

καρφιά


στον σβέρκο  στην καρδιά
ανάποδη κι αδιάβαστη
ιστορία παλιά

πλημμύρα και φωτιά
απ΄ των ρουφιάνων 
τα χωριά

μαριονέτες και νευρόσπαστα
βρίζουν και σπάνε
τα σκοινιά.


όχι ταξί μα ασθενοφόρο
στην ώρα του
να τελειώνω

όχι άλλα παυσίπονα
όχι άλλου δίκιο
όταν σας μιλώ

μένω στα κεράσματα
με πονάνε και θυμάμαι
πολλά.



Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Β. & Λ.


  Η Ελλάδα. . . Ευρώπη. Το σκατό μας να επιδοτηθεί, θα το σερβίρουν παντεσπάνι. Βερεσέδια και λιπάσματα και γύρω κέρατα, άνεργοι και οργασμοί στριμωγμένοι. . . Ένα τέταρτο αιώνα στην Σαλονικιώτικη ανθρωπότητα. Εκεί κάτω θα βρεις την αγάπη μου. . . Αυτοδημιούργητη και αυτοκαταστροφική μπομπίτσα με ρολογάκι πολύχρωμο απάνω και φωνή τρυπάνι. . . Χήρος που έγινε Ζωντοχήρος - η Στρίγγλα επιστρέφει κάθε δυο μήνες και απαιτεί λήθη στο παρελθόν. . . Επιστρέφει και μαζί με Βερεσέδια να με κάνει λίπασμα. Πετάει και ένα ανίκητο η κόμισσα Ρούξεν. . . 

 - Τι ανάγκη έχεις εσύ;
 - Να σας χέσω και να είμαι λίγο πιο ακριβής στα ραντεβού. . . Α, και λίγο στην υγεία μου να ρίξω προσοχή. . . Να σας ακούω μέχρι το μυαλό μου να γίνει ψαρόσουπα. . . Μέχρι τα παλαμάκια να γίνουν χαστούκια κι ανάποδες.  Να κάθομαι ή να σηκώνομαι να θυμάμαι τι ειπώθηκε και να λέω τα γραμμένα είναι ψέμματα για αυτό και μένουν. Από παλιά, τότε που βαρούσανε τα μάρμαρα για να κόβουν εισιτήρια σήμερα. Μάρμαρο και εισιτήριο. . . Πολιτισμός και οι πολιτσμάνοι του. . . Οικολογικό πορνό. . .  Κοινωνικοποίηση με κουτουλίδια - γαμιόντας στον Γολγοθά. Από το 2008 αυτά. . . Πασαρέλα για αναστενάρηδες.  Όλο καμπύλες, τσιρίδες, μπουκάλια - που και που κάνα μεροκάματο για να μην λένε - και ούτε μια ιδέα. Τίποτα. . . Μόνο ονόματα. . . Τίτλοι. Λέω ό,τι δεν κάνω εκπτώσεις γιατί δεν με αγοράζει κανείς. Δεν νοσταλγώ τίποτα γιατί εδώ είμαι συνέχεια. . . Να τα θυμάμαι και να γελάνε με την γυναίκα την ζωής τους. . . Βερεσέδια και λιπάσματα.


Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

μ.


όταν ακούς Μεγάλος πλάι σε όνομα
σκέψου Πρησμένος

από τα μέσα και τα έξω.


Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

1336

- Όταν είναι δίπλα σου, μπορώ να πω ότι λάμπεις.
- Δικιά σου ιδέα αυτό. . Παρεξήγηση αφανιστική. . . Βρε, το μάτι μου γυαλίζει μόνο. . .

 Μου έφυγε το τρέμουλο και οι μπύρες, πάνε μόνο για το κουρκούτι, για το μείγμα. Κι άλλα αριστουργήματα πλάι στις γνώμες. Χαίρομαι τα άλλα, τα όπισθεν των αριστουργημάτων. Από τα παρασκήνια, από τα αζήτητα με φόρα.

- Οι σκλάβοι δεν ξύπνησαν μα άλλαξαν πλευρό. Αυτό. . . 
- Αυτό; Ωραία. 
- Τι ωραία; Έγινε κάτι; 
- Τίποτα δεν έγινε. . . Τίποτα. . . Τίποτα κακό.

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

σημείωση πλάι από ''Το μανιφέστο της ανάπηρης ευφυίας μας''


παντεσπάνι βρώμικο και ξαναφαγωμένο
σαν μούτρα ή σπλάχνα κρασάτα
και άλλη αγάπη ανάμεσα όχι από τα μέσα

και διαμαρτύρονται τώρα τα υπάρχοντα

και η αγάπη ανάμεσα.


Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

M.F.

 . . .μα κάνανε τα ακατονόμαστα σε ένα ξωκκλήσι στο κωλόνησο. Στο ιερό. . . Εκεί δεν μπαίνουνε γυναίκες.
- Ναι. . . Εκείνος όμως μπήκε μέσα στην γυναίκα , στο ιερό. Απλό.
- Κοίτα, εγώ σέβομαι την πίστη του καθενός αλλά. ..
- Κι εγώ, κι εγώ σέβομαι την πίστη του καθενός, ό,τι έπιπλα κι αν έχει σπίτι του ή αν τον δέρνει με παρέα και πρόγραμμα η γυναίκα του αλλά με ταλαιπωρεί μια διάρροια και πρέπει να φύγω.
 Έπεσε από τον ουρανό. Αυτοσχεδιάζαμε εκείνη την στιγμή και δεν την έπιασε κανείς. Έσκασε στο κέντρο της πόλης. Αυτοκόλλητο στην άσφαλτο. Έκλεισε και μια λακκούβα.
 Ήπιαμε και για αύριο, για μεθαύριο. . . Από κάπου ακουγόταν ΄΄Βρε εγώ είμαι μάγκας και ντάης κι αν κάνεις πως μ΄ αφήνεις θα σου τινάξω τα βυζιά με νιτρογλυκερίνη.΄΄ Έβρεχε όλη μέρα. Είχανε καβαλήσει την ομπρέλα μου από την Ρόδο και πετούσαν πάνω από την πόλη ρίχνοντας τόννους φυλλάδια να ψήσουν τον κόσμο. ΔΙΑΤΗΡΕΙΤΕ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΚΑΘΑΡΗ και ΦΟΛΑ ΣΤΟΥΣ ΚΥΝΙΚΟΥΣ.
 Αυτή η πόλη μίκρυνε πολύ, Νίκο.

. . .πετούσαν τους ευγενείς οι Ζηλωτές  από τα τείχη και από κάτω τραγουδούσαν ''Δεν θέλουμε θλιμμένους στην γιορτή μας.''
- Καπιτάλε σκηνή.

άφιξη & λογαριασμός

Έφτασε.
Χθες.
Με ένα τσούρμο ήρεμο
κατέβηκε από το τρένο.
Μέτρησε μετά τις βαλίτσες της
μην ξέχασε καμιά.
Ένα, δύο, τρία. . . Ωραία.
Της έδειξα το κεφάλι της και συμπλήρωσα
ΤΕΣΣΕΡΑ.

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

α.


με την κατάντια δικιά σας
και την εξέλιξη πατέντα
όχι δικιά σας.

μεθυσμένοι και απείραχτοι

σε πιάνει απ΄ το χεράκι
και τραβάτε καρσί στις εκπτώσεις
στην τρέλα  σε βίτσια επίσημα.


Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

μ.


παζλ με τα συντρίμμια.


μ.


άπειρες απόπειρες απόψε.

μ.


μην πεις άλλα αστεία

είσαι αστείος.

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

#1

  
 Try explaining Hitler to a kid λέει ο George Carlin ενώ. . .


  Όχι. . . όχι. . . τίποτα το ίδιο. . . τουλάχιστον στα κιλά. Παρουσιάζεται και δέχεται. Χαμογελάει, θυμάται το όνομα σου. . . Χαμογελάς και εσύ ενώ χαζεύεις - διακριτικά όσο σε αφήνει η αγαμία - τα στήθια της. . . Θαύματα και κωλοπράγματα. . . Ένα, ένα έρχονται με φόρα. . .

  Να τα πω; Ποιος ομολογεί χωρίς κέρδος ή πόνο; Οι μουζικάντηδες με τις περούκες που γράφανε για βασιλιάδες; Ο λάος την έπαιζε υπήκοος μέχρι να σκάσουν αλάνια να πουν κάτι άλλο;

  Ποιος τις αλήθειες τυχαία θα κάνει χάζι;

  Εμφανίζονται όλα. Φυλάνε την γελοιότητα τους και την θάβουν αν καταλάβουν ότι θα πεθάνουν. Τι να αποκαλύψεις και τι να πάρεις για μεζέ; Τίποτα. . . Άσε κληρονομιά κάτι περισσότερο από μύθους, δικαιώματα και σκατά.

  Εμφανίζονται λίγα, λίγα και αναπάντεχα. Θέλω όλους να σας βάλω σε μια σελίδα και να σας αφήσω να παίζετε μπροστά σε μάτια. Να χαρούν και άλλοι την ψυχή σας, να βολτάρουν στο μεγαλείο σας.

  Και ο μπόμπιρας στην Πάτρα. Θα κατέβω να τον σηκώσω, να τον δω. Να περάσω και από το κέντρο της Καλαμάτας να δω τον Βότση, να φωνάζει ΄΄Ζήτω η Πατρίς΄΄. . . Εγώ ο άχαρος όταν φωνάζανε στην Θήβα ΄΄Ζήτω η Πατρίς΄΄, ήμουν στην Αθήνα, στην πρωτεύουσα με τα πέντε εκατομμυριάκια και έτρεχε η αγάπη η αλκοόλα να με δει και φώναξα ΄΄Δεν γαμιόμαστε όλοι μαζί οι άρρωστοι;΄΄
  Μετά αναρρωτική άδεια.
  Είχα λουλουδάτη βαλίτσα, είχα ένα πάκο λεφτά και στο σταθμό Λαρίσης, ένα πρεζόνι μου ζήτησε συγνώμη. . . Ανέβαινα τότε Θεσσαλονίκη και διάβαζα τον Αιώνιο Σύζυγο του Ντος, του τυπά του επιληπτικού που έριξε ταλέντο και  εναντίων τον χρεών του, σκέψεις πολλές πολλές στο χαρτί. . .

  Μετά κατάλαβα ότι πατρίδα είναι ΄΄εδώ΄΄ και ΄΄εκεί΄΄ .

συνεχίζεται

 





 

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

άλλο

. . . το σφρίγος έγινε ρίγος και η γυναίκα σου η ακατάληπτη άλλοθι για ψυχοφάρμακα. Μην τώρα κρίνετε, άλλα σάλια δεν περισσέψουν, μην πίνετε, μετά θα τρέχετε να κρυφτείτε. Κι αφού σας είπε να πάτε να γαμηθείτε, γιατί ρε δεν πήγατε; Μην κοιτάτε εμένα, εγώ πάω μόνος μου. . . Από φυσικού μου.

 - Ωραία. Πάλι εδώ. . .
 - Που;
 - Εδώ, εδώ. . . Θα τα πεις όλα.
 - Όλα;
 - Όλα και άλλα τόσα. Μίλα ρε.
 - Καλά. Ένα λεπτό. Είσαι τρομακτική ώρες ώρες.
 - Περιμένω.
 - Μμμμ. . . Σχεδόν πενήντα χρόνια από το Εμφύλιο Ξεκαθάρισμα, στις 19 Οκτωβρίου, 1989 έσκασε μύτ. . .
 - Δεν μου αρέσει. Άλλαξε το.
 - Άλλο, ε; Καλά. . . Ένας σάκος με μπαστούνια του γκολφ βρέθηκε στο λάκκο στην Αμφίπολη πλάι. . .
 - Ο Εθνάρχης;
 - Τι άλλο;
 - Χέσε το. . . Άλλο.
 - Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε κανέναν. Όλοι αυτοσχεδίαζαν να φροντίσουν τον πάτο τους και πάνω κάτω. . .
 - Αυτό το έχεις ξαναπεί.
 - Και εσύ.
 - Τι εγώ;
 - Μου το έχεις ξαναπεί.
 - Ποιο;
 - Το ΄΄Αυτό μου το έχεις ξαναπεί΄΄.
 - Άσε τις βλακείες και συνέχισε. . . Άλλο.
 - Κάθε θρησκεία που τρώει λεφτά, λαρύγγια και δικαιώμ. . .
 - Άλλο.
 - Στις 17 Οκτωβρίου, 1949 ο Αλέξανρος Παπάγος ανακύρηχθηκε από την Βουλή των Ελλήνων σε Στρατάρχη. Την επόμενη χρόν. . .
 - Άλλο.
 - Ο πρώτος δίσκος του Στέλιου Καζαντζίδη ήταν με ένα τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα. Ο τίτλος του, ΄΄Για μπάνια πάω΄΄ και. . .
 - Άλλο.
 -  I'm a little pimp with my hair gassed bac. . .
 - Δεν μιλάω αποικιοκρατικά.
 - Ε;
 - Δεν μιλάω αποικιοκρατικά. Πες κάτι άλλο.
 - Καλά.
 - Γρήγορα.
 - Γαλατινή, Χάρλεμ, Σοχός και Soho όλ. .
 - Άλλο.
 - Οι απόρρητες δαπάνες της «Υπηρεσίας Ενημέρωσης» του ΥΠΕΞ. . .
 - Άλλο. 
 -  Οφείλετε σε περίπτωση επιστρατεύσεως να παρουσιαστέιτε όπου και όταν διατα. . . .
 - Άλλο.

 - Κι αφού πάτησαν σκατά. . . Να συνεχίσω;
 - Καλά το πας. 
 - Κι αφού πάτησαν σκατά είπανε να χορέψουν κλακέτες να. . .
 - ΆΛΛΟ.
 - Ακούγαμε μόνο Στέλιο Καζαντζίδη και Chinese Basement. . .
 - Ποιοι είναι αυτοί;

 - Ο Καζαντζίδης; Φωνάρ. . .
 - Όχι αυτός, χαζέ. . . Οι άλλοι που είπες.
 - Μουσική παίζουν. Ωραί.. .
 - Άλλο. . . Άλλο. . .
 - Got a little lady, walk the street / Tellin' all the boy that she cain't be beat.
 - Είπαμε όχι αποικιοκρατικά. Άλλο.
 - Με επιδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Λευκός Πύργος επαναλειτουργεί ως φυλακή ενώ παράλληλα θα συνεχίζονται οι ξεναγήσεις.
 - Αλήθεια;
 - Μπορεί. . . Νομίζω θα βάζουν μόνο αρχαιοκάπηλους εκεί με. . .
 - Άλλο. . .
 - Στις 12 αυτού του μήνα το συγκρότημα Τσαλαπετεινοί, παίζει στην Διεθνή Έκθε. . .
 - Άλλο.
 - Νευρωσικές εκδηλώσεις και αλκοολισμός παρου. . .
 - Άλλο.
 - Ένας άνεργος και ένας περισσότερο άνεργος βγαίνουν από ένα μπαρ και. . .
 - Άλλο.
 - Η Dickinson του Αγίου Δημητρίου, Αθηνών. . .
 - Άλλο, άλλο. . .
 - Φαντάσματα, εφοριακοί, συνάντηση παλιών μαυραγοριτών, μια οκά μυαλό, ένα κρέας δυο ξύγκι, μουρμούρα, αποκέντρωση, φίμωτρο στον κώλο, τάφοι ανακαινισμένοι, κραυγές μαρμάρων και άοπλοι ψυχοπαθείς να έρθουν για μια επίσκεψουλα και να. . .
 - Άλλο, άλλο, γρήγορα. . .
 - Στις 18 Οκτωβρίου, 1912, ο υποπλοίαρχος Νικόλαος Βότσης κυβερνώντας το Τορπιλοβόλο 11. . .
 - Ο φίλος σου;
 - Όχι, αυτός παρουσιάζετε στην Καλαμάτα στις 16. . .
 - ΆΛΛΟ.
 - ΩΣ ΕΔΩ. ΦΤΑΝΕΙ.
 - Καλά το πας.
 - ΆΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ.
 - ΝΑΙ.
 - ΧΟΛΕΡΑ. . . ΚΩΛΟΠΡΑΜΑ. . . ΦΤΟΥ. . .
 - ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ.
 - Αχ. . .
 

β. και σ.

 του είπε χαίρεται και απάντησε ποιος;. κλισέ θα πεις αλλά ταίριαζε - παλιά νόμιζα ότι το κλισέ είναι Κλισέ, χωριό στην Γαλλία με μαλάκες, τυριά και φαγωμένα ρο. . . πως σου το έλεγα΄ φτηνό αλλά αξίζει. για να δικαιολογηθώ, να μαντρώσω, να ελέγξω τα αδικαιολόγητα. η αχαριστία των ανθρώπων κάτω από το χαλί που περπατάς αμήχανος για να δεις . . και εγώ να προσπαθώ να τραβήξω το χαλί για να τρομάξουνε τα τέρατα. πιο πολύ όμως τρομάζω εγώ. θα ζήσεις πιο πολύ από ΄μένα. . . το ξέρω. εκτός κι αν γίνω συντηρητικός καθήμενος ηλίθιος και μάθω να συντηρούμε και εγώ. . . αλλά . . θα πας παραπέρα από ότι εγώ θα φτύσω. . . μην κοιτάς αυτούς που αδιαφορούν για εσένα. . . αυτοί έχουν καβατζωθεί. . . εσύ να προσέχεις την καρδούλα σου. . . κι άσε με να λέω. . . για πλάκα τα λέω όλα, τίποτα δεν εννοώ . . . δεν έφτασα στο σημείο να ψάχνω όλη μέρα ένα νόημα το για λέω ότι υπάρχω. . . ακόμη. . . κάποιοι γίνανε φοιτήτες για να λένε ότι υπάρχουν. . . το άκουσα κι αυτό. . . βλέπω τα πράγματα και γεμίζω τις τρύπες - μέχρι κάποιος να ανοίξει μια καλή πάνω μου. καλοντυμένος, ξυρισμένος και κοίτα κατάντια. . . τρεις αναπτήρες στην τσέπη και ούτε ένας βλογημένος δεν ανάβει.



μου λείπεις
και με καταλαβαίνεις

4/1/2011


. . .

ψιθυριστά. . . Φύτεψα δεκαέξι σφαίρες από μια τριαντάεξάρα καραμπίνα στο ουρανό. . . και ένα καλό άνθρωπο δεν γνώρισα ακόμα που να λέει ΄΄Φταίω κι αν τολμάτε βουτηξτέ την σειρά και την θέση μου. . .  την γυναίκα μου την ζυμαροπατούρα που αυτοσχεδίαζει και επενδύει σε μάρμαρο. Ξεχάστε με και παίξτε. Θυμηθείτε με όταν φτάσω στους διακόσιους βαθμούς.΄΄ Αισθήματα και μια τράπουλα στα δόντια. Χθες, με το τελευταίο λεωφορείο. Γύρισα σε μια κοπέλα πριν κατέβω και της είπα ότι είναι όμορφη. Χαμογέλασε συγκαταβατικά. Ήταν μετά τις δώδεκα. Ήμουν έτοιμος να της εξηγήσω την διαφορά μεταξύ κοπέλα και γυναίκας. Την κοπέλα την αφήνεις όποτε θες. Με την γυναίκα δεν είναι τόσο εύκολο. Βαράει σαν συναγερμός, επιστρέφει με φόρα, με ένα τεφτέρι όλο χρέη. Ο Louis C.K. λέει κάπου When girls go wild, they show their tits to people. When women go wild, they kill men and drown their kids in a tub. O L.F. Céline δεν ξέρω τι είπε για αυτό το θέμα αλλά κάτι πρέπει να είπε. Για τον H.P. Lovecraft θα ξέρεις εσύ καλύτερα. Εγώ θα μάλλον θα έλεγα ότι λατρεύει τις μαγιονέζες Craft ή ότι η Sonia Green μπορεί και να μην κατάλαβε ποιον πραγματικά παντρεύτηκε και εσύ δεν με έστελνες στο διάολο. Μια ιδιοφυϊα που ξεχώριζε τους σάπιους από τους λιγότερο σάπιους κόκκους καφέ. Τα έχεις ακούσεις τόσες φορές και έχεις την ευγένια να μη μου πετάξεις ένα ΄΄Μου το ξανάπες. . .΄΄. Αλλά σε ακούω. Μου τα είχες πει πολλές φορές, σοβαρά, για εκείνη και εγώ κουνούσα το κεφάλι. Συγκαταβατικά, όπως χαμογέλασε η κοπέλα χθες. Έβραζα μετά - όχι με την κοπέλα, αυτή τουλάχιστον χαμογέλασε -  και γύρισα σπίτι να ξαπλώσω αλλά ηρεμία δεν είχα. Τώρα βλέπω δίπλα μου ένα μπουκάλι παγωμένο νερό και τρεις αναπτήρες που ανάβουν. Βλογημένοι. Ζήτησα πριν λίγες μέρες φωτιά να ανάψω τσιγάρο από ένα οδηγό λεωφορείου και μου ζήτησε τριάντα ευρώ. Ή τριανταπέντε. ΄΄Δεν θέλω να βάλω φωτιά στο Σέιχ Σου, καλέ μου άνθρωπε. . .΄΄.

Γέλασε. Ήταν πέντε το πρωί.


. . .



μην μεθύσεις
μην μου πεθάνεις
μην φωνάζεις

γύρνα την πλάτη στο φως
και τα σκυλιά / δώσε μου
ένα φιλί να ανασάνω
και το χέρι σου να ζεσταθώ

σε κρατάω όπως ο πεινασμένος
ό,τι τρώγεται / στα γόνατα
μπροστά σου / όπως αυτοί που ζητάνε
λίγο παραπάνω να ζήσουν

μην μεθύσεις πάλι
και νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα

ότι θα πεθάνεις
ότι δεν σε αγάπησε κανείς και τίποτα
ότι τα βήματα σου είναι λιγοστά
και μετρημένα
ότι τα αστεία σου είναι φτηνά
για να αγοράζουν όλοι
ότι ο κόσμος σε φοβάται
όταν κλαις και φωνάζεις
ότι κάποτε κάποια θα ΄ρθει
και θα σε βγάλει έξω βόλτα

μην μεθύσεις

είσαι ζωντανός
και οι πληγές σου θα κλείσουν
θα σωπάσουν

είσαι απαραίτητος

όσο γελάς κακό άλλο δεν κάνεις



δεν το ξέρεις
μα το καμένο χαρτί
ήταν baladeur.

Ν.

 Αγάπησαν τους αναίσθητους και τους σκληρούς.
 Έφτιαχνες κωμωδία δεν προλάβαινες να γίνεις σκληρός, σοβαρός, ένα μεροκάματο, ένα μπινελέκι να ρίξεις στα πόδια τους.

 Τώρα με το μπουκάλι στοιχηματίζεις.
 Είσαι μόνος και δεν ενοχλείς κανέναν με τις ΑΝΑΓΚΕΣ του.

 Χαμογελάς. . . Καίγεται ο κόσμος. . .. Γενικώς. . . .

 Μα εσύ χαμογελάς ενώ καίγεται ο κόσμος. . . Όχι ο κόσμος του καθενός.

 Χαμογελάς

 Εντάξει

 Σε χαίρομαι και δεν σε φαντάζομαι.


 Ξέρεις βήμα βήμα ποιος βολτάρησε πάνω σου.

 Ξέρεις και σε ξέρω και σε χαίρομαι.

 Πάντα. Τα υπόλοιπα, αισθήματα
που στοιχημάτησαν σίγουρα
κάτι δυνατοί ξεπιασμένοι
 κάτι ΄΄έχουμε στο κεφάλι μας και λέει το στοματάκι μας΄΄.

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

Α.Π.

  Άφησαν και ένα βρακί απάνω τους, έτσι για το σασπένς πριν την μάχη σώμα με σώμα και τρέξανε προς την θάλασσα. Όλοι ειρωνευόντουσαν. Ούτε ένα θύμα της προκοπής, να βγάλει το σκασμό και να παραδεχτεί τα πάντα. Οι ενοχές οι διακοσμητικές το άλλοθι. Αλλά τους άντεχα και τους χαιρόμουν. Ό,τι αντέχεις χαίρεσαι και ανάποδα. Ό,τι σε χαίρεται, θα είναι για λίγο ή λίγο περισσότερο μέχρι την χώνεψη. Μέχρι την χώνεψη, παλιά, καλή, φτηνότερη διασκέδαση.

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

μ.


γύρισε με πλευρό
κι αφήσε μου σε μια άκρη
το δικό σου να κοιμηθώ.




Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

D.T.

Μπροστά του κάτι πρόχειρο να φάει, δίπλα του η γυναίκα και με τον νόμο πια δικιά του να τσιμπολογάει μια μερίδα πατάτες και εγώ από τα αζήτητα με φόρα, από την αρχαία Ρωμαϊκή αγορά που πριν ένα χρόνο τσουλούσανε καρπούζια και τώρα εκεί κόσμος άπλωσε το τσούλι για να φάει και ακούσει μούζικα ζωντανή. Μπαίνω στο φαστφουντάδικο με φόρα και τρέχω στις τουαλέτες. Ο διάολος, στο μπες το φορτσάτο μου δεν με είδε. Η άλλη όμως πάγωσε. Είχε δει πολλά μπες-βγες μου φορτσάτα.
 Οι τουαλέτες διακοσμημένες με φαντασία μαρκαδόρου. Τηλέφωνα για τσιμπούκια και τηλέφωνα να ανταλλάξουμε μοναξιά ( ο ένας στους δυο κερδίζει ). Βόλος 19/10/2012 γράψανε καλλιγραφικά κάποιοι μαθητές, μάλλον έτοιμοι για ξεσάλωμα μακριά από το σπίτι τους. Δεκαπεντάχρονα και αλκοολικά.
 Στο βγες από το φασφουντάδικο στάθηκα και του έριξα μια ματιά, έτσι για να αναπολήσει τα παλιά μας. Με την μπουκιά στο στόμα με θυμήθηκε και δεν την κατάπιε αμέσως. Σήκωσα το χέρι μου και έκανα ότι πονάω σαν να είχε σπάσει. Μπήκε στο νόημα. Δεν σηκώθηκε να με βουτήξει. Τον περίμενα. Ήμουν έτοιμος. Είχε κερδίσει την διπλανή αλλά το χεράκι  του με θυμόταν. Βγήκα με βήμα και γέλιο σίγουρο.
 Ανέβαινα προς το τσούλι το απλωμένο, όταν με πλησίασε ένα ήρεμο, αδυνατισμένο παιδί και μου ζήτησε να πάρω κάτι να φάει.
- Κάνα κρουασάν;
- Ναι. . Ναι. . 
- Τι να έχει μέσα;
- Αν. . . Αν μπορείς από εκείνα. . . Τα ωραία. . . Που έχουν βανίλια και σοκολάτα μαζί. . . Πολύ ωραία.

  Πήρα δυο από αυτά, μαζί ένα χυμό και μια μπύρα για ΄μένα.

- Από εδώ είσαι; τον ρώτησα.
- Ναι. . . Από εδώ. . . είπε και μου έδειξε το ΄΄εδώ΄΄ τριγύρω.
- Εγώ είμαι από το Λένινγκραντ.
- Είναι ωραία εκεί;
- Ναι. . . Κυνηγάμε διπολικές αρκούδες κάθε χειμώνα εκεί.
- Α. . . 
- Πιο κάτω είναι μια πουτάνα. Θέλεις να πάμε να της πεις ένα γεια; Έχει και τον βλάκα τον θείο της μαζί.
- Μπα. . .
- Θέλεις τίποτα άλλο;
- Όχι. . . Να. . . Κάνα ψιλό έχεις;

 Του έδωσα και τράβηξα κατά το τσούλι.


Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Σημειώσεις


 Γλυκάθηκε η ψυχή μου και οι ευθύνες μου πήγανε να βολτάρουν.

 Πιο πέρα δεν βρυχώνται. Ρεύονται. Απλό. Τους ακούς;

 Ο ποιητής ποτέ δεν είχε εχθρούς. Ούτε έναν. Το κεφάλι του είχε να βράζει και το σώμα του να ακολουθεί.  Ο μόνος του εχθρός είναι και ο μόνος του εαυτός. Λίγο χρόνο δώσε και θα ρθει η σκέψη η σκαλιστική και όλα τα υπόλοιπα ορεκτικά για κανίβαλους.

 Μεταφραστές. Είτε είναι σουρωτήρια, είτε το ξαναγράφουν από την αρχή και εμείς που κουτσουρεμένα τα ξέρουμε τα αποικιοκρατικά λογάκια ή τις υπόλοιπες γλώσσες, θύματα με το σταυρό στα χεράκια σας.

 Στην τελευταία ας πούμε ( Πόσο θα ζήσετε; με ρωτάει ένας με το ρολογάκι του, την γυναίκα του δαρμένη και τα καϊνάρια του περήφανα) αναμέτρηση Καλού και Κακού, χαμένο θα βγει, θα μπει μέσα, μόνο το κοινό. Οπότε αφήστε τις βλακείες και το μακελάρικο εμπόριο. Πάρε δώσε με θύματα και νεκρά κιλά, ελευθέρους χώρους.

 Τέλος.
 Όχι να μνημονεύομαι. Τίποτα να μνημονεύεται. Αυτά είναι για τους χέστες και τους ΄΄κάτι να μείνει΄΄, χωρίς να ρίξουν μια ματιά τριγύρω τους, απλά και με λύσσα κακιά ''κάτι να μείνει΄΄. Υστεροφημία να φάνε τα παιδιά μας. Όχι. Όσο αναπνέεις μόνο, να μην ξεχνάς όσο μπορείς. Ακόμα και την πιο ξεφτιλισμένη λεπτομέρεια. Μπορεί να βρεις και λίγη ουσία εκεί.




Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

12/5/2008


στον Σ. Χ.

Ψιτ, Άγιε έχεις βγάλει το καπέλο σου μπροστά
σε μια ακέφαλη ξυπόλητη κυρία;
Έχεις χτυπήσει την πόρτα μιας τουαλέτας
για να ακούσεις την ίδια στιγμή δυο τσιριχτά ΄ΆΛΛΟΣ΄΄, απο μέσα;
Σου έχουν πει ότι είσαι ηλίθιος και ΄συ
να τους ευλογήσεις για την ασχήμια τους;
Άγιε, ποσά θαύματα πρέπει να θυσιάσεις για ένα οργασμό;
Πόσα αυτιά μαράθηκαν από τον σαχλό σου ψαλμό;
Άγιε το Θείο Δράμα έκοψε περισσότερα εισιτήρια
από την Θεία Κωμωδία;
Άγιε πες μου του χαζού, πόσες μαχαιριές χρειάζεσαι να αγιάσεις;
Πόσες βλακείες να μου μοιάσεις;




Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

M.R.


το βάσανο έγινε δώρο
η μιζέρια άλλοθι
η μοναξιά  χώρος περισσότερος


μόνο εμένα έβαλα φωτιά
και οι καβαλαραίοι σου τρέχανε ζαλισμένοι

μόνο εμένα δεν κρέμασα ψηλά
έπεφτα μόνο να σας φτάσω

δεν πούλησα τίποτα
όλα χαρισμένα μια και τρεις φορές
και τα λάθη  και τα ουρλιαχτά κοπανιστά στις πόρτες
και από μέσα γέλια και όπλα έτοιμα.


οι έμποροι χαμογελάνε με τους μύθους
αισθηματική αριθμητική - η άγνοια συμφέρει και προσφέρει


και κάθε άχρηστος ξέθαψε σώμα και πατρίδα για να παίξει.


03:02


  - Πισωκολλητοί; Οπισθοδρομικοί; Πως το λέτε; Πως το κάνετε; 

 Δυσκοίλιοι με μια οχτάδα ρολά υγείας στα χέρια λίγο πριν τα σηκώσουν ψηλά. Ησυχία. Περισσότερη ησυχία. Πυρώνουν οι σιγαστήρες στην υπερωρία. Ακούς; Όχι με το ένα πόδι αλλά με τα δυο μικρά δάχτυλα στον τάφο. Τσακώνομαι με το εφήμερο / εκείνη διαπραγματεύεται με την θλίψη της και το παντοτινό, το δοσατζίδικο και ένα κάρο σκατόψυχοι και ιδιοτελείς μέχρι το μεδούλι το άνοστο, χειροκροτάνε. Δεν βγαίνει άκρη ούτε για να καθίσεις. Τα χάπια που περισσεύουν από τις εγχειρίσεις τα πετάνε σαν καραμέλες στους αυτοαναφλεγόμενους.
 Αυτά που κοροϊδεύουμε δεν θα τα λουστούμε, με αυτά μόνο θα πνιγούμε για λίγη δροσιά.



Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Όχι και πάλι


- Ποιοι νίκησαν στον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο;
- Αντικειμενικά; Αυτοί που ήξεραν που πέφτει η Ελβετία στο χάρτη. Το υπόλοιπο ήταν ένα ξεκαθάρισμα. Ρώτα όποιον επιχειρηματία θες.
- Και οι νεκροί;
- Γαμάτων και πτωμάτων γωνία. Αριθμοί, αριθμοί. Ρώτα όποιον θες. Βάλε στην εξίσωση τα χρόνια που πέρασαν από το μακελειό, πόσα χιλιόμετρα μακριά από μας έγινε η σφαγή κι αν φάγαμε σήμερα και θα δεις.
- Και τώρα;
- Έχω ένα ελβετικό σουγιά. Μαζί με κουτάλι, μαχαίρι, τιρμπουσόν και άλλα, έχει και σταυρό.
- Για μια ώρα ανάγκης.
- Ώρα, τέταρτο. . . Δεν ξέρω. Αν θες βούτα τον ενώ δεν κοιτάζω. Θα βρω κάποιον να ρίξω το φταίξιμο.
- Θα το κάνει πάσα αλλού. . .
- . . .Και όλο θα ρθει πάλι καρφωτό σε ΄μενα. Διπλό, τετραπλό. Γκελ στο φταίξιμο, πινγκ πονγκ οι ευθύνες.
- Όλα θα περάσουν από πάνω μας σαν βόλτα.
- Θα μας πατήσουν αλλά εμείς πριν το ΟΧΙ θα πούμε ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ. Αυτό θα μας δώσει αβαντάζ χρόνου ικανό να εξαφανιστούμε, πριν μας ξαπλώσουν χωρίς να μας στρώσουν. Και μετά τα λέμε.


Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Χα


 Το λικέρ στα ποδαράκια σου. Να πιεις να γλυκάνουν τα χειλάκια σου, να κολλήσουμε μέχρι αηδίας και συγγένειας. Μοιάζουμε πολύ. Βήχω εγώ και εσύ βάζεις δεύτερο τσιγάρο στο χέρι σου. Πίνω νερό και μου λες να πάω να πνιγώ. Την δροσιά του να έχεις πάντα.

 Εσύ, η προχθεσινή, φόρεσες - χωρίς να το ξέρεις - το φόρεμα της χθεσινής. Σου άρεσε και όταν σου έπεσε μεγάλο, χαμογέλασα. Σας φαντάστηκα να μαλώνετε ή να σχεδιάζετε ένα φαΐ ή ομορφιές για μια ζωή. Η άλλη είναι γκρινιάρα, δημιουργική, μοβάκι θαύμα. Εσύ πρώην μπέκρα και νυν μητέρα. Σε είπα ποτέ ΄΄μάνα μου΄΄; Όχι. . . Μόνο ψυχή μου.

 Ήρθε στον κόσμο o Garlick Junior. Ψυχούλα φρέσκια φρέσκια. Αν μοιάσει στους προηγουμένους που βολτάρανε, τους προγόνους, αλίμονο στον κόσμο. Αλήθεια. Θα βάλει φωτιές και θα ξέρεις πως να τις σβήσει. Τα συντρίμμια θα είναι για εκείνον παζλ. Μακάρι όμως να μην μοιάσει σε κανέναν. Να βουτάει πραγματάκια, να συναντάει και συνδυάζει. Θα τον δω σε λίγο καιρό. Δεν θα κλάψει με τα γένια και τα μαλλιά μου. Το ξέρω. Μου είπαν ότι γελάει συνέχεια. Μόνο όταν πεινάει εκφράζει όπως μπορεί παράπονο.

 Το κάθαρμα ο θείος του, που είπες ΄΄δεν γαμιέται΄΄ και ξάπλωσες μαζί του, δεν θα του μάθει πραγματάκια. Τι να του μάθει; Για απατεωνιές και δόξες; Λεπτομέρειες και ορεκτικά; Θα μάθει ό,τι θέλει ο ίδιος. Θα τον πιάνει τον χαζό τον θείο του από το χεράκι και ο χαζός θείος θα χαμηλώνει το κεφάλι του και θα τον ρωτάει τον μπόμπιρα ΄΄ Αυτό τι είναι;΄΄ και ο μπόμπιρας - χωρίς άποψη, βιτρίνα και αλαζονεία θα του λέει ό,τι βλέπει.

 Ό,τι ανεκτίμητο να χαριστεί. Ό,τι χαζό, ας ξυστεί, ας αναδιαμορφωθεί, ας πάει μια βόλτα και όταν γυρίσει, αν βρει κάτι όρθιο, να εύχεται να τον πλακώσει σε μια στιγμή.

 Το άλλοθι ας μην γίνει ένα με ό,τι δεν γνωρίσαμε, με ό,τι δεν μας έριξε μια μάτια και ΄΄δεν έχουμε και λέμε΄΄.

 Λικέρ στα ποδαράκια σου. Ένα εκατομμύριο στραβά σου σε συμφωνία και το κορμί σου μπροστά μου να θυμάται το δικό μου και τα δυο μαζί να θυμούνται τις πληγές και τις γλύκες. Μέσα σου στήνω μια παράσταση. Γαμιόμαστε και γελάμε. Πόσοι θα το ήθελαν αυτό; Ακόμα και με γενναία έκπτωση ή κλιματισμό.





Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

A.S.

  
 Γαμάει και πλέκει η μηχανοράφτρα. Αυτές τις αηδίες που τις πιάνετε από την αρχή και έχετε δίκιο. Μόνο με φωτιά καθαρίζουν αυτά τα πράγματα. Όχι από αυτές που λαμπαδιάζουν μάγισσες. Τις άλλες - που λαμπαδιάζουν μόνες τους. Μέσα, μέσα βαθιά, γκελ στον πάτο.

 Με το ρολόι οι διαθέσεις / με το κιλό ό,τι πιστέψεις.

 Και λέει ότι τρελάθηκα - κοπανάει και το εφήμερο σαν μια καλή μερίδα κρέας που περιμένουμε λίγο να κρυώσει. Δεν τρελάθηκα. Δεν τρελάθηκα πολύ. Πολύ; Ναι, ναι. . . Όπως ΄΄λίγο έγκυος΄΄,  ΄΄λίγο νεκρός΄΄, ΄΄λίγο βαρετός΄΄, ΄΄σκέτο από γιουβέτσι΄΄ και άλλα από λίγο. Ποικιλία. Όχι λίγος μα λιγότερος κάθε μέρα.  Μόνο όταν λείπω, έχω δίκιο. Και χιούμορ. Και εισοδήματα. Και αποδοχή. Και δωρεάν είσοδο. Και έξοδο όπου φύγει φύγει. Και ηρεμία.

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

14/8/2014


 Χθες που ήρθες στον κόσμο  φρέσκος φρέσκος το κάθαρμα ο θείος σου ήταν κάπου μακριά αλλά όχι μεθυσμένος. Ήταν χαρούμενος και κέρασε. Είναι χαρούμενος και κερνάει. Όπως πάντα - μόνο που τώρα είναι χαρούμενος και εσύ υπάρχεις, φρέσκος, φρέσκος.


Αλήθεια.


 Μου στείλανε φωτογραφίες σου και μου είπανε ότι μοιάζεις με έμενα όταν γεννήθηκα. Μου είπανε ότι είσαι καλά και εσύ και η μητέρα σου. Ο μπαμπάς σου θα είναι πάντα καλά - αλλά να μου τον προσέχεις μαζί με την μαμά σου.


 Καλύτερες μέρες θα κυλήσουν - ανάμεσα σε χαζομάρες και απανθρωπίες - και όλες αυτές οι μέρες, το ξέρω - λίγα ξέρω καλά κι ας λέω πολλά - θα είναι δικές σου.

 Θα ανταμωθούμε σύντομα, ψυχή μου. 

 Σε φιλώ.


Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

μ.

τέλειωσαν τα τσιγάρα κι αρχίσανε τα δάχτυλα
η κοκαΐνη στο ταμπλό  τα κορίτσια ένα και ένα λειψό
τα δικαιώματα στο πιάτο τα σώματα και η γλύκα στον πάτο.

. . .
θα έκαιγα την πόλη  μα υπάρχουνε παιδιά
θα έλεγα αστεία μα υπάρχουνε παιδιά
και με 'χει ξεπατώσει ο χρόνος σας.

 . . .

αυτοί που μασάνε θα αποφασίσουν για αυτούς που θα φαγωθούν
και νεκροταφεία στο χάρτη και μάρμαρο κράχτη
και  οι τουρίστες που ξεμείναν στην οδό Λαγκαδά.







Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

F.Z.




“Information is not knowledge.
Knowledge is not wisdom.
Wisdom is not truth.
Truth is not beauty.
Beauty is not love.
Love is not music.
Music is THE BEST.” 

Ο Frank Zappa ήταν σοβαρός άνθρωπος.

Ο Frank Zappa δεν αφόδευσε ποτέ επί σκηνής, ποτέ δεν έφαγε τα σκατά του.

O Frank Zappa γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου, 1940, στο Μέριλαν της Βαλτιμόρης.

 O Frank Zappa παντρεύτηκε δυο φορές και από τον δεύτερο του γάμο είχε τέσσερα παιδιά. Την Moon Unit, τον Dweezil, τον Ahmet και την Diva.


 O Frank Zappa έζησε 52 χρόνια. Μουσικά αυτοδίδακτος, αφιέρωσε τον περισσότερο του χρόνο στην μουσική. Στην τριαντάχρονη πορεία του, πλακώθηκε με τις μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες ( ένα νόστιμο παράδειγμα είναι ότι μετά την άρνηση της Warner να βγάλει το τριπλό άλμπουμ Läther, ο Zappa το ΄΄έπαιξε΄΄ σε ένα ραδιοφωνικό σταθμό παροτρύνοντας τους ακροατές να το ΄΄γράψουν΄΄ σε κασσέτες), έφτιαξε την δικιά του εταίρια ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο του έργου του, έδωσε εκατοντάδες live, αλλάζοντας συχνά την σύνθεση της μπάντας του και αλλάζοντας την Μπαναγία σε αυτή με χιλιάδες ώρες πρόβας, τα έβαλε την PMRC, μια επιτροπή καλών κυριών, που ήθελε να προστάτεψει αθώα μικρά παιδιά από βλάσφημα ή σεξουαλικού περιεχομένου τραγούδια.

 Ο Frank Zappa έβγαλε εξήντα δυο άλμπουμ. Μετά τον θάνατο του η οικογένεια του εξέδωσε άλλα τριάντα εφτά. Ο μόνος χορηγός ήταν το κοινό του. 

 O Frank Zappa διασκεύασε - μεταξύ άλλων - το 4′33″ του John Cage.

 O Frank Zappa ανέλαβε την παραγωγή του άλμπουμ Trout Mask Replica του Captain Beefheart. Κάποια χρόνια αργότερα πρότεινε στον οικονομικά στριμωγμένο Beefheart να τον ακολουθήσει στην περιοδία του, από την οποία σήμερα έχουμε το live άλμπουμ, Bongo Fury. 

O Frank Zappa λάτρευε την μουσική του Edgard Varèse και του άρεσαν οι Shaggs, που τις θεωρούσε την τρίτη καλύτερη μπάντα του κόσμου και καλύτερες από τους Beatles.

 


  Τον Ιούνιο του 1971 κάλεσε  να παίξουν στην συναυλία του στο Filmore East τον John Lennon και την Yoko Ono.


Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς έδωσε μια συναυλία με την μπάντα του, τους Mothers of Invetion σε ένα καζίνο στο Montreux της Ελβετίας. Εκεί κάποιος ανόητος έριξε μια φωτοβολίδα μεσα στο χώρο της συναυλίας. Η πυρκαγιά που ακολούθησε κατέστρεψε όλοκληρο το καζίνο, μαζί με τον εξοπλισμό των  Mothers. Θύματα δεν υπήρξαν. To περιστατικό αυτό έγινε τραγούδι από τους Deep Purple, οι οποίοι βρίσκονταν στο κοινό.

 O Frank Zappa είχε δηλώσει ότι ο καπνός, είναι το αγαπημένο του λαχανικό.

 Τον Ιούνιο του 1991 έπαιξε στην Βουδαπέστη, η οποία γιόρταζε την αποχώρηση του σοβιετικού στρατού από την Ουγγαρία.
  



  Το τελευταίο του άλμπουμ που έβγαλε σχεδόν ένα μήνα πριν πεθάνει, ήταν το Yellow Shark με την Ensemble Modern. Ο Tom Waits - ο οποίος το 1974 άνοιγε τις συναυλίες των Mothers of Invetion και δεχόταν όλη την οργή και χλεύη του κοινού που περίμενε τους Mothers - το ανέφερε ως ένα απο τα αγαπημένα του άλμπουμ και είπε για αυτό: It is his last major work. The ensemble is awe-inspiring. It is a rich pageant of texture in colour. It's the clarity of his perfect madness, and mastery. Frank governs with Elmore James on his left and Stravinsky on his right. Frank reigns and rules with the strangest tools.


 Ο Frank Zappa πέθανε, μετά από μάχη με τον καρκίνο του προστάτη, στις 4 Δεκεμβρίου του 1993.

γ.

εκτός ηλιθίου εαυτού

εκτός ξενάγησης

εκτός κόσμου

μια γωνιά μόνο και οι άλλοι  όλοι οι άλλοι πια ασφαλείς.


μ.

έχουν και πάνω τους τα λεφτά

προσπερνάνε τον ήχο και τραβάνε απευθείας για την ηχώ.


μ.


τι θα πει ανανέωση πέρα από ένα ξεμούδιασμα
μια κίνηση φυσική και απότομη για να ξεπιαστείς
από τις παγίδες   από τις ελπίδες.


χ.


αλκοόλ
άλλα λόγια χωρίς αγάπη
και χαμένος χρόνος
και υγεία  υγεία σαν ανάμνηση

φαρμάκι  φαρμάκι ικανό για ησυχία

εγώ που μόνο να κοιτάω ξέρω

να πω ένα ΄΄Ε, ναι λοιπόν΄΄;
ο γιατρός πόσο χρόνο θα μου δώσει;
πόσο χρόνο εγώ θα αφήσω;


Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Αρχή


 τελευταία ευκαιρία - πάλι.

  Να σταματήσουν οι δικές μας - με βούλα και με επίθετο, διεύθυνση - βλακείες.
  Να σταματήσει, όπως πρέπει, ο χορός των καβουριών, τα παραπατήματα και τα βαριά λόγια τα απερίσκεπτα. Το πρωινό τρέμουλο και η αμηχανία.

 Ένας άγιος μισός με τακτοποιημένα σκοτάδια, φεύγει τον Σεπτέμβρη φαντάρος στην Καλαμάτα και άλλος κοιτάζει σε ποιο μέρος θα διοριστεί να διδάξει τα παιδάκια.

 Ανεργοτάξια του νου / σώμα κουρασμένο, ξεντύνεται, ξεφορτώνει, δεν θυμάται. Νηφάλιο, όπως δεν γεννήθηκε.

 Πράγματα που δεν υπήρξαν ποτέ, φάνηκαν μπροστά μας τόσο ταϊσμένα.

  Μπορεί εκατό, μπορεί και διακόσια ποιήματα - έχω ξεχάσει να μετράω. Άλλα μπαμπάτσικα και αλλά χτικιάρικα. Άλλα έτοιμα να σκοτωθούν και άλλα φοβισμένα, μουρμούρικα. Όλα όμως ένα. Ένας άνθρωπος. Κάτι μεταξύ ακροβάτη και ταμία.

 Φεύγεις τώρα και δεν θα σκοντάψεις πάλι σε μύθους που πήγα να γκρεμίσω. Φεύγεις με τα χαρτιά σου ωραία, τα ρούχα σου τακτοποιημένα και μια γλυκιά φωνή, ένας άνθρωπος πραγματικός, να σε περιμένει στο λιμάνι.

 Και εγώ;

 Δεν μένω πίσω. Μένω εδώ.
 Δεν περιμένω. Στέκομαι όρθιος.
 Ξεχνάω το σχέδιο, τις λεπτομέρειες
 και κρατάω, θυμάμαι το χρώμα.
 Δεν τρέμω.
 Βρίσκω πάλι ένα ρυθμό.

 Δικό μου.



Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

03:50


 κωμωδία μου
 τάμα προκαταβολικό
 πληγή διακοσμητική
 ηλίθια εποχής
 δίκιο πότε-πότε
 δικαίωμα φαντεζί
 πορνό βουβό
σκουριασμένο μου.




Πολλά

 Στην στάση λεωφορείου, στην Τσιμισκή, κουτί της ΔΕΗ το βλέπω σαν βήμα. Απλώνω την μπυρίτσα μου την φτωχομπινεδιάρικη και βιβλία δανεικά. Πιάνω κουβέντες και φακελώνω.

- Μετά την τρίτη έκτρωση, σοβαρεύτηκα. 

- Λιγότερο από μισό κιλό και είχα όρεξη να το μοιραστώ.  . .

- Όχι τώρα. . . Ναι. . . Παλιότερα. . . Καυλες, στραβομάρα. . .

- Γάμησε τον. . . Έρχομαι. . . 

- Να μην ήσουν μαλάκας, να μην έπαιρνες. . . Τώρα μου ζητάς βερεσέ;

- Μπαμπά, αν με αγαπάς θα μου πάρεις παγωτό. . . Λεμόνι μου αρέσει. . .


- Άντε γαμήσου ρε. . . Όταν εσύ έλεγες μαλακίες, εγώ γύριζα από εξορία. . .

- Τι κακό είχε το ΠΑ.ΣΟ.Κ το 1981;

- Κώλος σουρωτήρι και μπούτι αλφάδι.

 Και άλλα πολλά, περισσότερα, ο κόσμος προχωρά, προσπερνά - πρόοδος και κατάντια, αγκαζέ.

 Σκέφτομαι σαν χαζός, σαν να μην έχω να χάσω τίποτα. Όλα είναι μπροστά μου, δεν μου ανήκει τίποτα, εκτός από ό,τι φοράω. Οπότε χαζεύω. Χαζός, είπαμε.

 Σκέφτομαι τον Βότση, ικανό για τίποτα το εγκληματικό, να αναποδυγυρίζει τον κόσμο και να πέφτουν όσοι αγάπησε και να του λένε - Χα, ο Βότσης.

 Σκέφτομαι τον Ντινάκο, τον Ντίνο, τον Γδύνο, τον φίλο και χορηγό να μου λέει - Πάντα είσαι ωραίος. . . και να εννοεί την βραδιά που χωρίς να είμαι φορτσάτη γκόμενα, όλοι να με χαζεύουν πλάι του και κανείς να μην τολμά να μου κάνει παρατήρηση.

 Την Λένα-Βον-Τι, την Κιουμπρίκενα, την Φελίνα, που ένα βράδυ μου έφτιαξε ελληνικό σκέτο να με θεραπεύσει και άλλα πολλά.

 Εμφανίζεται ο Ζώρζης Τίλκης και ο Μπουρ Γκαζάν, στα χακί, στην γαμοζωή των 8 και 63. Ο πρώτος να μου λέει, ΄΄ Σκόρδα, έχω ένα φίλο που θεωρεί ότι η μπύρα, είναι μπύρα όταν είναι ένα λίτρο. . . Θα κάνατε ωραία παρέα. . .΄΄ και ο δεύτερος να μην λέει τίποτα. Να με ακούει, να με χαίρεται.

 Η Γ.Δ. με ένα γέλιο που σπάει τζάμια και ειδικότερα βιτρίνες. Τα ποιήματα της περίεργα, σαν στραβές μύτες σε τρυπάνι, να καθορίζουν δικιά τους πορεία.

 Η Α.Π., με βαριά ποίηματα που εγώ τα χαζεύω - ποίηματα βαριά, όχι ατάκες, ποίηματα με θεμέλια χωρίς αδικοχαμένο, χυμένο αίμα - να λέει στην πρωην κυρά μου - Πως τον αντέχεις; και να γελάω σαν χαζό, όχι, ο χαζός.

 Η Αντζελίν Βοναπάρτη. Ενάμιση μέτρο σοφία, και νεύρο, αντοχή και δημιουργία.

 Ο Γ.Φ. με ένα πιάνο-ξεκουρδιστάν και νότες χαρχάλες στην σειρά να μου χαρίζει φιλοξενία και τον χρόνο του.

 Χάνομαι. Η γη να θέλει να με χωρέσει, ο θεός λείπει για δουλείες και ο Διάολος στο πόδι του. Οι δυο πλευρές ενός κάλπικου νομίσματος.

 Και η Δέσπω. Η Σπούλα. Όραμα γκρινιάρικο, ποιος ήρωας να το αντέξει; Σηκώνω το χέρι - Εδώ. . . Εδώ, βρε σκερβελέδες. . .

 Μου σκάει μπροστά ο απατεώνας, ο Σούλης Ντάλης, ο γρηγορογαμούλης, σιγανοπαπαδιά, ο απατεώνας με τα αισθήματα του κρυμμένα, έτοιμα για απογείωση, για ξεπούλημα και ένα ισόβιο φιλί.

 Και η Φωταύγεια - Διαύγεια. Μαρία Ελευθερία ή Θάνατος. Την έχω υπόψιν στους κατήγορους που έχουν δίκιο.

 Και ο Κ. που ξέρει να ζευγαρώνει λέξεις και έχει την Πενέλοπε δίπλα του, να τον λέει - όπως εκείνος, εμένα - ΄΄Βασιλάκη μου΄΄.

 Ο Άκης, συντοπίτης με πνευμόνι και φαντασία να ενισχύει την φυσαρμόνικα και να δημιουργεί.

 Ο Δημήτρης Κ., από μηχανης BMW, θεός, με πετάει στον Εύοσμο ( πρώην Κουκλουτζά). Καλοσύνη, καλοσύνη - Μ΄ ακούς;


 Και η Ιωάννα που κάποτε αγάπησα επειδή δεν είχα χρόνο να πεθάνω, με την λατίνα Ιοκάστη να μου σερβίρουν ζυμαρικά και καμπύλες πέρα δώθε.

 Ο Σκαρίμπας να αλλάζει νόμισμα σε ΄΄Μπαναγίες΄΄ ( ε, Άντζυ; ) την ελληνική λογοτεχνία και η φαλακρή γενιά του '30, να μοιράζει την εξουσία. Δεν τα έζησα, να χέσω τότες, εδώ τώρα χαρίζω ό,τι δεν μου περισσεύει, να το πάρει άλλος, να το προκόψει, ακάλεστος σε μεγαλεία.

 Ο Γιώργος ο Σ., να μαζεύει τα κομμάτια του blog και να μου τα δίνει στο χέρι. Με καλοσύνη. Με αγάπη.

 Σκέφτομαι πολλά. Ρωτάνε

- Ρατσιστής; Μισάνθρωπος; Μισογύνης;

- Αυτά θέλουν χρόνο ( κοιτάζω το ρολόι ) και εμένα μου τελείωνει πολύ γρήγορα. Δεν με αγαπάω πολύ αλλά ανάγκη από αυτό δεν έχω. Απλώνομαι, χαρίζω και τίποτα να μην μου μείνει, θα βρω κάτι άλλο να χαρίσω. Πάντα.

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

Stupid Heart, Cupid Heart. . .


 . . . (μου) τραγουδάει ο Καπετάνιος, πίσω μου Πέρσες φοιτητές από την Ιταλία. Ήρθανε μέσω Τρικάλων στην Θεσσαλονίκη και εδώ ρωτάνε που είναι η πλατεία Ελευθερίας να πάρουνε το 6, να πάνε στην Κρήνη. Τους παίρνω πάνω μου. Είμαι ο άνθρωπος τους. Έχω χρόνο για χάλασμα να τους πάω όπου θέλουνε. Χαίρονται με τον αργόσχολο. Ευτυχώς που υπάρχουν και οι αργόσχολοι - οι απλήρωτοι, οι ακίνδυνοι, εκείνοι που απέχοντας υπερέχουν.

 - Freadom Square, Death Squaer. . . τους λέω με τα σπασμένα αποικιοκρατικά μου και ρωτάνε τι και πως. Τους λέω για την μάζωξη των Εβραίων και το μακέλεμα-tour που έγινε. Ακούνε. . . Φτάνουμε στην στάση, μια μικροκαμωμένη μου σκάει ένα φιλάκι και όλοι μαζί χορωδία των ευχαριστώ.

  Μυθολογία εύπλαστη. Μια μαλακία, μια σύμπτωση, διψήφιο - ανατρεπόμενο πάντα - αριθμό θυμάτων, τετραψήφιο αριθμό εισιτηρίων, μια τρελή που πάντα θέλει κάτι, μια γλύκα που δεν θέλει τίποτα. Στο πιάνο το κολοβό και κεράκια αναμμένα. Προβάρισμα για σύνθεση χωρίς την βοήθεια της Δ.Ε.Η. το βράδυ. Βγαίνουν όλα σαν νεράκι. Ο Γ. στο πιάνο. Το κοπανάει, το χαιδεύει, το κοροϊδευει για να βγάλει γέφυρες και εγώ από δίπλα. Πετάω ιδέες, πατάω κάποια πλήκτρα μαζί του - νιώθω σαν να μου υπαγορεύει ένα κείμενο για ανθρώπινα δικαιώματα και εγώ να γράφω ένα τιμοκατάλογο με τα πιάτα της ημέρας.
  Όλα αυτά καταλήγουν - χέσε την διαδρομή - σε δυο ορχηστρικά κομμάτια και ένα διασκευασμένο τραγούδι. Με τον τρόπο που θα διασκεύαζε - κάνοντας τα ουσιαστικά δικά του - o Σκαλκώτας παραδοσιακούς χορούς αλλά με την κουφαμάρα, το ξέμαλλο και την φαντασία του Μπετόβεν. Ή όπως ο Φρανκ Ζάππα θα έκανε ηλεκτρονική μουσική με μια πριονισμένη στην μέση πορδή και κυβερνητικούς εκπρόσωπους να εύχονται καλό γαμημένο καλοκαίρι και να ορκίζονται ΄΄ό,τι το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία.''


- Γιατί δεν ασχολήσε με την μουσική;

- Επειδή την αγαπάω και θέλω να με αγαπάει.



  Έχω ένα τούβλο βιογραφία του Προυστ πλάι μου και έχει πολλά χαριτωμένα και πολλούς καφέδες αλλά και άσχημα με πολλά ποντικάκια βασανισμένα.


- Έρχεσαι ρε μάπα να κρίνεις τον νεκρό; Τι είσαι; Ιατροδικαστής;

- Σκηνογράφος είμαι. Παίρνω αυτό εδώ, το πάω εκεί, και από ΄΄αυτό΄΄, γίνεται απαυτομένο και με ευχαριστεί και μου χαμογελάει.

- Χαμάλης; 


- Σαν να λες τους γιατρούς, χασάπηδες. Ή ότι οι ταξιτζήδες δεν έχουν καρδιά, αλλά ταξίμετρο. Δεν έχουν παλμούς, έχουν ταρίφα.

- Ο πατέρας μου είναι ταξιτζής, πρόσεξε πως μιλάς.

- Ο δικός μου, έδειρε κάποτε έναν.

- Γιατί;

- Γιατί δεν πρόσεχε πως μιλάει αλλά και ήθελε να τον πάει στο Κορδελιό από την Επτάλοφο ενώ τον είχε πάρει κούρσα από την Καμάρα.



  Έχω και μερικά του Γκόγκολ. Μου έρχεται να παίξω τον βοηθό του Επιθεωρητή. Τον Οσίπ. Ωραίος τύπος. Τα ξέρει όλα πριν καν γίνουν και του αρέσει η λαχανόσουπα. Όμως πέφτω να κοιμηθώ. Πρέπει. Τηλεφώνημα από την Ίστανμπουλ. Η καρδιά μου, η παλιά, η γκρινιάρα, η μεταξένια, μοβ μπομπονιέρα με το μοβ της χιούμορ, που όταν φωνάζω και έχω άδικο, με μια ματιά μου δίνει - δεν με βάζει - μια θέση να καθίσω.

  Καλοσύνη της.


Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

μ.


 λόγος γραμμένος στο γόνατο,  της ανάποδης στιγμής
 και όνοματα στα αρχίδια, Κρανίου τόπος και γωνία ζωής.
 

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Β. & Λ.



 Οικτρά μόνο μετανιώνουμε. Ποτέ μισές δουλειές.
 Οι από πάνω γαμιούνται να φωνάζουν ή γαμιούνται όταν φωνάζουν, δέρνονται, τα παιδιά τους κρατάνε το σκορ - τους άφησα κάτι φυλλάδια από οίκους ευγηρίας για μια τελευταία ώρα ανάγκης - και βρέχει όλη μέρα σαν θέλει η φύση να μας ποτίσει ή να μας πνίξει.

  Αυτοί που δείχνουν με το δάχτυλο, σαν τους παλιούς επενδυτές με τις κουκούλες, τους πήραμε εδώ και καιρό χαμπάρι. Δεν έχουν οι καριόληδες που να το βάλουν και δείχνουν. Πότε πότε το κουνάνε κιολάς, οι ρουφιάνοι.


Ασυμφωνία οι αχαρακτήριστοι.
Αντιλογία τα οινοπνεύματα.
Παλιότερα πουτάνες, τώρα φιλότιμες.
Και ζεστές, και πρόθυμες.

Τα ξέρω, τα ξέρω.
Μην με χτυπάς ρε στο κεφάλι.
Θα ανοίξει και τα μυαλά μου θα πάρουν αέρα.
Εγώ που μόνο να μασάω ξέρω και όχι να δαγκώνω.


 Νεκροί;
 Όχι ποιοι.
 Πόσοι να ρωτάς και πότε. Το πως θα αποφασιστεί μετά. Έχω κάποιες ιδέες και μια που κάνει ανάποδο κατακόρυφο όταν έχει κέφια. Έχει ωραία φωνή όταν τραγουδάει και είναι ήρεμη όταν κοιμάται. Τα προβλήματα αρχίζουν σε κάθε τρίτη φράση, δικιά της ή δικιά μου. Πέφτουν και ερωτήσεις. Ανακρίσεις στο σκοτάδι. Τι να κάνεις;


 Ζήτησε να τον θάψουμε με την φυσαρμόνικα του.
 Πάλι καλά. Σκέψου να έπαιζε πιάνο. Ή να έπαιζε πιάνο με την σύντροφο του. Η γκρίνια της θα ακουγόταν ακόμα και στην πιο βαθιά τρύπα.
Χωμάτινες μελωδίες, ζωντανά τα λιπάσματα.

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

μ.


ό,τι σημαδέψαμε

μας πέτυχε.

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Μεροκάματο έχε γεια

  
  Ποιο ήταν το σπουδαιότερο λα λα λα;
  Που έγκειται η σπουδαιότητα του; Στο ότι δεν δείρανε αυτόν που λαλάλιζε; Στην μουσική που συνόδευε; Στα κορμιά που λάμπανε οι καμπύλες τους κατά την διάρκεια της ακρόασης;

   Ένιωσα λίγο βιβλιοθηκάριος - αποθηκάριος πολυτελείας - σήμερα. 200 κάτι βιβλία κατέβασα σαν παναγίες πριν κοινωνήσω. Στο σπίτι ενός ποιητή, μεταπολεμικής γενιάς, μετά δηλαδή την δεύτερη παγκόσμια κοροϊδια.  Τα ξεσκόνισα, τα ξεφύλλισα. Βιβλία πολλά, περισσότερα. Το πολιτικό ημερολόγιο του Σεφεριάδη - εκείνου που τον γοήτευε η απλή,η παλιά η λαϊκή γλώσσα  - ΄΄Λυσσέα για έλα, κι αν δεν έρθεις στον μπούτζο μου, κι αν έρθεις στον μπούτζο μου΄΄ - με πολλά ανέκδοτα να γελάς και να κλαίνε όσοι τον λιβανίζουν, εκεί μέσα. Τα τούβλα τα αναπόφευκτα του Ρίτσου, οι Βάκχες σερβιρισμένες από τον Γιώργο Χειμωνά, αστυνομικές επιθεωρήσεις της λογοτεχνίας, μελέτες για ζωγράφους και μπογιατζήδες, μπακαλοτεφτέρια για το ΚΚΕ, αναμνήσεις του Ν. Χριστιανόπουλου στα μαλακισμένα χακί και άλλοι Θεσσαλονικείς μεταπολεμικοί. Εμείς - όλοι που έχουν τον χρόνο να γράψουν, τι δεν έχει και τόση σημασία, θα ρθουν ανατόμοι και πιο μετά νεκροθάφτες να τα κρίνουν αυτά - είμαστε μεσοπολεμικοί σε στιλ ΄΄μέχρι το επόμενο μακέλεμα, καλή διασκέδαση΄΄. Έχουμε το χρόνο για βλακείες. Έχουμε το χρόνο για οτιδήποτε' κουτουλιές, κακίες, μισογαμήμενα αστειάκια, μισοαποτυχίες και μονοπάτια για μεγαλεία, καρναβάλια, τσιμπούσια με την γόπα αγκαζέ. Το μόνο που μένει να κολλήσουμε δίπλα στο χρόνο, είναι ο σκοπός. - Πες μου το ΄΄γιατί΄ σου, μη σε κατουρήσω τώρα. . . έλεγε μια από τις τρελές που είχα νταλαβέρι. Αλλά δεν είχα γιατί. Ποτέ δεν είχα. Μόνο ότι σάλευε χαζό ή σίγουρο μπροστά μου. - Σκοντάφτει το μουνί σου σε έρωτες και τα παίρνεις όλα από πίσω και σοβαρά. . . της έλεγα πριν αρχίσω να τρέχω μακριά της φωνάζοντας ΦΩΤΙΑ.


  Όλα αυτά τα βιβλία απλωμένα μπροστά μου. Καθαρισμένα από 'μένα. Λες και ήμουν σε μια κάβα με υπάλληλο συμπαθέστατο να μην με κρίνει. Τα ρίχνω όλα από μια ματιά και τα χαίρομαι. Κάποτε θα βγάλω και εγώ ένα. Μικρούλι σαν ορεκτικό. Έτσι, για να δώσω κάτι στον Πολυβάκι. Προσωπική, συγγενική υστεροφημία, όχι μαλακίες και η μάπα, βιτρίνα.

  Αφού τα έχω τακτοποίησα όλα πάω να δω εκείνη που γύρισε από την Σεβίλλη.
  Μου μεταφέρει χαιρετίσματα.
  Μου λέει για την Ιβηρική χερσόνησο.
  Μου χαρίζει ένα μπρελόκ με μια μικροσκοπική Τουρκάλα δεμένη στην αλυσίδα.
  - Όσες Τουρκάλες συνάντησα, μύριζαν ωραία. Χαμογελαστές με το μάγουλο φράπα.
 Γελάει. Στην τσέπη της έχει τόσα λεφτά, όσο είναι το ύψος της. Όσο είναι, τόσο έχει. Όχι ανάποδα.
 Μου δείχνει το Ταξίδι στην άκρη της Νύχτας του Γιατρού από τον Άδη.
 Ανατιναχτικό βιβλίο. Ξαναμοιράζει ένα κόσμο έτοιμο να αλληλοσκοτωθεί ή να το ρίξει στην νοσταλγία από κάτι που δεν έζησε και απλά άκουσε και του καλάρεσε.
 Της αξίζουν αυτής της κοπέλας, όλα τα ανατιναχτικά βιβλία. Γιατί δεν περιμένει τίποτα. Γιατί όλα είναι μπροστά της και ξέρει. Όλα τα ανατιναχτικά. Ακόμα και αυτά που δεν τυπώθηκαν αλλά έχουν γραφτεί.

 Χαμαλίκι απρόσμενο σήμερα και στο τέλος πληρώνομαι. Ο τύπος με τα λαχεία βλέπει το χαρτονόμισμα στα χέρια μου και μου κοτσάρει τα δελτία στην μούρη.

 - Πάρε, πάρε. . . 
 - Τι να τα κάνω τα λεφτά; Και αυτό που βλέπεις - το βλέπεις ρε; Δανεικό είναι. . . Θα φύγει γρήγορα για να πάω να κουβαλήσω να βρω άλλο. 
 - Ε;
 - Όχι, παίζουμε. Παίζουμε να μην χαθούμε, μάστορα. Κι αν χαθούμε αλίμονο σε όποιον κερατά μας βρει.

  

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

προτροπή

  Θα σας παρακαλούσα, όταν τελειώσω ό,τι έχω να πω, να μην χειροκροτήσετε και αυτό σας το ζητώ επειδή έβαλα ένα στοίχημα με την γυναίκα μου. Υποστήριξε ότι δεν θα με χειροκροτήσει κανείς γιατί τίποτα άξιο για παλαμάκια δεν μπορώ ή έχω να πω και επειδή την αγαπάω, θέλω να το κερδίσει το στοίχημα. Δεν έχει κερδίσει και πολλά τελευταία. Ας την βοηθήσουμε. Φυσικά μπορεί και να μην χειροκροτήσετε έτσι κι αλλιώς και να κερδίσει το στοίχημα δίκαια. Αλλά θα ήταν προτιμότερο να μην το ρισκάρουμε.

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Μ.


Για μια καλύτερη ζωή με τόκο ανθρώπινο

Για το ξεπάτωμα που ξέκανε την γλύκα

Για σένα που αλληθωρίζεις   ομορφαίνεις

Σηκώθηκα νωρίτερα από κάθε άλλη μέρα  Να αγιάσω λίγο

Να ξυστώ  Να βγω και να χαρίσω

Να μην μοιάσω σε ό,τι γαμημένο σε κομμάτιασε στα ίσα.


Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

καλοψημένο


  Μπέκετ. 
  Τούβλο η βιογραφία του. Την κατάφερα όμως. Φιλάσθενος, πότης, γενναιόδωρος, γραμματέας του άλλου Ιρλανδού, γοητευτικός που ήθελε την ηρεμία του - ψυχούλα που έγραφε (και) για να ζήσει και γράφει κάπου μια κοπέλα πολύγλωσση και με χιούμορ από την Αθήνα, για εκείνον -  ". . . . θα πάω να τους απαυτώσω τη μπαναγία στην κατάθλιψη". Του άρεσε και το Θάνατος επί πιστώσει του άλλου του διαβολεμένου του Σελίν. Στον Καμί δεν άρεσε. Κάπου γράφει - από άλλο τούβλο βιογραφία το είδα'

<<Με πολύ μεγάλη προσοχή έφτασα στη σελίδα 23' εκεί το παράτησα. Είναι η καυχησιολογία της αηδίας. Θέλει να φαίνεται απαισιόδοξο, αλλά στην πραγματικότητα το μόνο που επιδιώκει είναι να πουλήσει 300.000 αντίτυπα.>>

  Σκέφτομαι τον Σελίν, αφού έχει κουράρει φτωχοδιάβολους, να του απαντάει.

- Σελίδα 23; Πολύ, πολύ είναι, Αλμπέρ. Και γιατί μόνο 300.000 αντίτυπα; Γιατί όχι, 500.000 αντίτυπα; Γιατί όχι 1.000.000; Ένας δυο ταχυδρόμοι μέσα σε αυτό το εκατομμυριάκι και το μπιφτέκι μου καλοψήμενο και τα άλλα βλακείες. . . Επαναληπτικές καραμπίνες. . . Φουλ σε όλα. . . Ντούρα πράματα. . . 

 Ένας μισός ήρωας επιθεώρησης είμαι. Κακής επιθεώρησης με καλούς ανθρώπους. Το αστείο δεν είναι δικό μου. Το αστείο το κουβαλάω, το σέρνω. Κοίτα πόζα. Κοίτα πλάτες.  Από ένα μπαμπάτσικο μηδέν σε ένα σίγμα τελικό.

- Να προσέχεις τον εαυτό μου.
- Αυτόν έχω μόνο και λίγα λογάκια.. . Να κυλάνε όταν περνάς από μπροστά μου και ορμάνε όταν είσαι μακριά. 

 Χθες. 
  Καφεδάκια κοντά στην αρχαία ρωμαϊκή αγορά.
 Ο ένας ντυμένος στα μαύρα - καλά μαύρα, όχι σαν τα δικά που έχουν ξεθυμάνει από το 2008 - και η εκείνη  ντυμένη στα λευκά. Κάθομαι ανάμεσα τους. Το ΄ξεραν και εγώ παρατηρώ, φακελώνω στο κεφάλι μου.
  Κρατάω ένα κουτί γεμάτο πράγματα που γίνονται δώρα.
  Η αδέκαστη νομικάρια, ρωτάει

- Τι έχεις μέσα;
- Την πρώην μου.
- Και που την πας;
- Στο δημαρχείο. Πάντα ήθελε να κάνουμε πολιτικό γάμο.


 Και γέλια. Αυτά που κουβαλάω και να δούμε ποιος τελευταίος θα ανασάνει.


Πολύβιε,


 είμαι ο θείος σου. Βασίλη με λένε.

 Με τον πατέρα σου έχουμε το ίδιο ύψος και είμαστε γεννημένοι την ίδια μέρα - 19/10 αμφότεροι - εκείνος το 1983 και εγώ το 1989. Θα μπορούσε να πει κανείς - σίγουρα κάποιος αργόσχολος ή ένας ωραίος τύπος που έχει πολλά ή λίγα χρέη - ότι είμαστε δίδυμα. Μπορεί, αν εγώ έμενα 6 έξτρα χρόνια στην κοιλίτσα της γιαγιάς σου, της Ξανθίππης.

  Τώρα που σου γράφω, έχω μια μερίδα, ψημένο καλά, κρέας πλάι μου - μια γυναίκα που κάποτε είπε ότι με αγάπησε, στην Καβάλα, και μια άλλη, πιο περίεργη, στην Αθήνα, με μια αφέλεια που με σκοτώνει, με γλυκαίνει, μου χαρίζει τα πάντα και αυτοσχεδιάζω.

 Ο θείος σου γράφει.
 Ποιήματα;
 Και ποιήματα.
 Δικά σου είναι, ανιψιέ, αν βγει ποτέ κάνα φράγκο από αυτά. Στα έχω επίσημα γραμμένα, δικά σου. Μπορεί να μη τα καταλάβεις, μπορεί να μην με προλάβεις να σου πω ΄΄Το και το στο τάδε ποίημα, η τάδε γκρινιάρα που με ανατίναξε κτλπ, και εγώ αγαθομούνης κτλπ΄΄.

 Αταξίδευτός ο θείος σου, αόρκιστος και άοπλος στον στρατό. Έχασα εκεί 9 κιλά και καμάρωναν οι από πάνω. Για τίποτα, ρε Πολύβιε, δεν είμαι.. . Αλλά είμαι θείος σου.

 Ο πατέρας σου είναι δύναμη. Αγαπητός, αλήθεια. Αγαπημένος για μένα. Να τον ακούς. Να έχεις ό,τι αντίρρηση θες αλλά να τον ακούς. Η μητέρα σου, πανέμορφη, ήρεμη δύναμη. Εμένα άσε με. Θα σου σκάω ξαφνικά μπροστά σου και θα σου κάνω τον καλό. Θα σε στέλνω στο περίπτερο να μου παίρνεις καρέλια χρυσά και θα σου λέω ΄΄Κράτα, Πολύβι, τα ρέστα΄΄, και εσύ να τα κρατάς, ανιψιέ, ομορφιά μου, που θα έρχεσαι με τσιγάρα μου και θα (να) κρατάς τα ρεστα. Κι αν κάποιος πει κακό λόγο για τον θείο Βασίλη να γελάς, να απαντάς και να λες ΄΄Και λίγα ρε πούστη, λες. . .΄΄. Και να γελάς, Πολυβάκι μου.



Ο θείος Βασιλάκης

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

αβαντάζ

Σε κάθε ερώτηση
για να την γλυτώσει
έλεγε - Εξαρτάται.

Το ίδιο είδα αλλιώς

με ρωτούσαν
το αίτιο να χωρέσει στο κεφάλι

και έλεγα αφήνοντας τα πάντα

- Τους πλήρωσα.


Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Αντιγόνη, σύζυγος Ιωάννου

1.

- Πως ήταν η διαδρομή;
 - Υπέροχα. . . Έκατσε δίπλα μου μια κάβλα 78 Μαιών και μου έλεγε τον πόνο της.
 - Χαχαχαχα. . . . Και εγώ έτσι θα είμαι στα 78 μου. . . ΚΑΒΛΑ. Εσύ πως λες να είσαι;
- Στα 78 σου; Θα είμαι 72.
- Χαχαχαχα. . . Εσύ της είπες τον πόνο σου;
- Βαριόμουνα.
- Πάχυνες. Ο αναπτήρας χρυσός;
- Σαν την βέρα σου. Την κάνει την δουλειά του.
- Πάμε.
- Ο άλλος που είναι;
- Πήγε για τσίπουρο, θα αργήσει.
- Μέχρι τα επόμενα γενέθλια του;
- Χαχαχαχα. . . . Άσε τις μαλακίες. Πάμε. . . Λίγο πιο κάτω είναι το σπίτι. . . Τι έχεις στην τσάντα;
- Την Lolita και μπύρες. . .
- Φτωχομπινεδιάρες;
- Μην τις πιεις αν. . .
- Όχι, όχι. . . Κατέβασα τον Ροζ Πάνθηρα που μου είπες.
- Μαγείρεψες;
- Τα έχω όλα εδώ' σαλάμι αέρος, παξιμάδια, ρακί και πικάντικες αλοιφές. Τι θα έλεγε ο γιατρός σου για όλα αυτά;
- Θα του άρεσαν. . . Δεν μου λες, το σπίτι δικό σου είναι;
- Όχι, φίλου.Έχει και το σκυλάκι του εκεί. Να θυμηθείς να το ταΐσουμε.
- Τι μάρκα είναι ο σκύλος;
- Ράτσα το λένε, όχι μάρκα. Δεν ξέρω.


  Στο σπίτι του φίλου. Μικρό και όμορφο. Επίπλωση που μαζεύεται αμέσως αν θες να φύγεις. Εκείνη αδειάζει την σακούλα με τα πράγματα στο κουζινάκι και βολεύει τις μπύρες το ψυγείο. Το σκυλάκι μικροκαμωμένο μια σταλιά, μάρκας Beagle χαίρεται που μας βλέπει. Τρέχει γύρω μου, σαν να θέλει μου δείξει το σπίτι, το χώρο του. Με συμπάθησε.

- Beagle είναι η μάρκα του. 
- Ράτσα το λένε, χάζε. . . 
- Εσύ τι ράτσα είσαι, ομορφιά μου; 
- Γαμημένη ράτσα. 
- ΧΑ.


 Βάζω μουσική. Hoist that Rag,  Hoist that your Heart. Εκείνη σερβίρει.


- Πως το φωνάζει ο φίλος σου;
- Δεν ξέρω.
- Τίποτε μωρέ δεν ξέρεις. Πρέπει να του βρούμε όνομα. Έστω για σήμερα. Να το πούμε Νίκο,να γιορτάσει και αυτό σήμερα. . .
- Σήμερα γιορτάζει και ο φίλος σου, ε;
- Ο Βότσης. Ναι. Γιορτάζει όλο τον χρόνο.



  Νιώθω ήρεμα. Εκείνη αρχίζει να γδύνεται σιγά σιγά. Η ζακέτα της σκεπάζει το βαφτιστήρι μας. Φοράω ακόμα το παλτό μου και βουλιάζω με το Bad as me. . . Έχει βγάλει τα φωνητικά από το κομμάτι και χτυπιέται με την μουσική.  Σε λίγο χτυπιέται πάνω μου. Βουλιάζω. . . Ίσως σταματήσει η καρδιά μου όπως. . .


  Όλα έχουν αδειάσει μπροστά μου, γύρω μου. Ξαφνικά όμως, τον θυμάμαι.


- Άμα μπει μέσα ο καριόλης θα τον σκίσω. . . Θα κάνω το τομάρι του, φίλτρα για τσαγάκι. . .
- Σιγά τα αίματα. Αλλά δεν θα μπει γιατί δεν θα 'ρθει. Ηρέμησε. Βρήκα πριν μια Βότκα στην κατάψυξη. Έχει και λίγο χυμό στο ψυγείο. . .
- Ροδάκινο;
- Ναι. Που το ξέρεις,ρε;
- Όλα τα ξέρω.
- Ναι, ε; Δεν μου λες, πως πήγε η παρουσίαση στην Κοζάνη;
- Θρίαμβος. . . Εγώ τα σκάτωσα, ο Καλογήρου τα είπε καλά.
- Ποιος είναι ο Καλογήρου;
- Ποιητής.
- Σαν και εσένα;
- Σαν και εσένα.
- Μα δεν μου είπες ότι είναι δικιά σου η παρουσίαση;
- Όχι. Δεν είπα ποτέ τέτοιο πράγμα. Σου το ορκίζομαι στην ομορφιά μου. Μου τελειώσαν τα τσιγάρα. Πάω να. . .
- Σου πήρα ένα πακέτο, πριν έρθεις.
- Με σκλαβώνεις. Βγάζω τέσσερα ευρώ από τον λογαριασμό. Πόσα έχουμε υπόλοιπο;
- Δεν έχουμε, έχω. Ογδόντα τέσσερα.
- Καλά πάμε.
- Από πρώτη του μηνός. Θα τα πάρεις, δεν θα στα φάω. 
- Τι άλλο έμεινε να μου φας;
 - Άσε τις γκρίνιες. 
- Και να σε πιάσω από τον λαιμό;
- Μετά αυτά. . . Είδες ανταπόκριση το κείμενο μου για εσένα;
- Ναι. . . Φοβήθηκα ότι θα μου ζητήσεις ποσοστά.
- Χαχαχαχα. . . Είσαι εδώ, το ίδιο κάνει.
- Πάντα.
- Άφησες μουστάκι;
- Οι λόγοι είναι αποκλειστικά εικαστικοί.
- Νόμιζα ότι βαριόσουνα να το ξυρίσεις. 
- Είναι και αυτό. . . Κόβει το μάτι σου. 
- Τελειώσανε οι μπύρες.
- Να φύγω;
- Πάω να πάρω μια εξάδα. . . Άμα δεν γυρίσω σε μισή ώρα, φύγε.
- Θα έχει γυρίσει ο άλλος;
- Ναι.

  Δεν γύρισε. Άνοιξα την κατάψυξη, πήρα το μπουκάλι με την βότκα και το έβαλα στην τσάντα μου. Ήπια λίγο χυμό ροδάκινο και χαιρέτησα τον Νίκο, στρατιωτικά νομίζω, και έκανα να φύγω. Στην εξώπορτα ήταν ο φίλος της.

- Περάσατε καλά;
- Ναι. Απίστευτη παρέα το Beagle. Πως το φωνάζεις;
- Φίσκα.
- Μα είναι αρσενικό.
- Ο Φίσκας.
- Πετυχημένο. Αλήθεια, πιο πετυχημένο από το Νίκος.
- Νίκο λένε εμένα.
- ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ. . . Χρόνια σου πολλά τότε, Νίκο.
- Να ΄σαι καλά.
- Τώρα που θα πας;
- Θεσσαλονίκη. Έχει σε μισή ώρα λεωφορείο.
- Θα σε πάω εγώ. Έχω μια δουλειά απόψε, εκεί.
- Γυναίκα;
- Δουλειά. 

 2.

Ένα χρόνο μετά


   Μου τηλεφώνησε.

- Θα έρθεις από τα ΚΤΕΛ ρε να με πάρεις;
- Θα ρθω από τα ΚΤΕΛ ρε να σε πάρω. . . Η κόλαση γράφεται ακόμα με ωμέγα;
- Σκατά στα μούτρα σου.
- Και στα γένια μου κουδούνια.
- Χαχαχαχαχα. . .

   Έφτασε το απόγευμα και πήγα να την πάρω. Οι άμυνες έχουν πέσει από τα μέσα πια και τα κρύα ξεκίνησαν σιγά σιγά. Στα ΚΤΕΛ όση ώρα με περίμενε είχε πιάσει συζήτηση με μια γριά.

- Α, να ήρθε ο θείος μου.
- Μικρός είναι. . . είπε η γριά.
- Ναι, αλλά είναι θείος μου. Η μάνα μου είναι ξαδέρφη του. Με έκανε πολύ μικρή και έτσι κονόμησα πιτσιρίκο θείο.
- Αλήθεια; Και που θα πάτε τώρα;
- Στο Ιπποκράτειο. Ήρθα για κάτι εξετάσεις.
- Περαστικά σου, κορίτσι μου.

   Χαιρετίσαμε την γριά και πήραμε το λεωφορείο για το Ιπποκράτειο. Είχε ορεξούλες.

- Η μικρή από την Αθήνα, τι κάνει;
- Μεγαλώνει.
- Το τρώει το φαΐ της;
- Πάντα.
- Στην σχολή της πάει;
- Είναι κλειστή, δυο μήνες και κάτι. Πάει στις συνελεύσεις όμως που κάνουν οι συμφοιτητές της. Δίνουν ραντεβού στις δώδεκα για να ξεκινήσουν στις τρεις.
- Και γίνεται τίποτα;
- Όχι, γιατί δεν έχουν πολύ κόσμο και αναβάλλουν την συνάντηση μέχρι την επόμενη αναβολή.
- Καλά, περνάει δηλαδή.
- Φιστίκι.
- Εσένα τι σου βρίσκει;
- Κάτι που δεν είχε για να χάσει.
- Χαχαχαχαχαχα. . . .


   Το γέλιο της, πάντα στην ίδια ένταση, κακαριστό. Λίγο πιο βραχνό από τότε που ήμουνα δεκαεννιά και εκείνη εικοσιτέσσερα. Τότε που δεν είχα μια νοσηλεία ή το στρατιωτικό στην πλάτη και εκείνη ένα παιδάκι να την φωνάζει ΄΄Μάνα΄΄.

- Γέλα. . .γέλα. . .
- Πως πέρασες στην Αθήνα;
- Πολύ καλά. . . Έβαλα και τρία κιλά.
- Φαίνεται.
- Φιλοξενία άριστη. Καλή παρέα. . . Ήταν και ο Καλογήρου, κατέβηκε για μια βάφτιση. Κάποιο από τα εγγόνια του, νομίζω.
- Δεν είναι τόσο μεγάλος.
- Πρέπει όμως να έχει εγγόνια.
- Και εσύ, εμένα ανιψιά.
-  Ο μπόμπιρας σου, τι κάνει;
- Μεγαλώνει κι αυτός, σαν την δικιά σου.
- Πως τον βαφτίσατε;
- Νίκο. Το όνομα του πεθερού μου.
- Έτσι λένε και τον Βότση.
- Τι κάνει αυτός;
- Μεγαλουργεί υπογείως.
- Σαν και εσένα;
- Σαν και εσένα.

   Φτάνουμε στο Ιπποκράτειο και τραβάμε κατά το σπίτι της κοντοπούτανης, της καλής της φίλης. Λείπει στο χωριό της και η Αντιγόνη έχει τα κλειδιά.

- Μήπως θα σκάσει μύτη ο ζουμπάς;
- Όχι, είναι στο χωριό της.
- Στο ρουφιανοχώρι της, θέλεις να πεις. Αν έρθει πάντως θα την κλειδώσω στο πατάρι.
- Μην γίνεσαι κακός.
- Γιατί; Χωράει στο πατάρι.
- Άσε τις βλακείες. . . Πάμε στην κάβα.

   Ο μαγαζάτορας μας θυμόταν. Ο μαγαζάτορας μας ήξερε καλά.

- Εδώ, εδώ, είναι οι φτηνές. . . μας φώναξε.

- Για την κοπέλα το λέτε; του είπα.

- Όχι, για τις μπύρες

   Η Αντιγόνη γελάει και παίρνει δυο μπουκάλια βότκα. Εγώ χαζεύω τις μπύρες, παίρνω δυο εξάδες και πατατάκια πικάντικα, γεύσεις περίεργες. Γαρίδες κοκτέιλ, χταπόδι με πάπρικα κ.α.

- Θα φτάσουν; με ρωτάει ο μαγαζάτορας.
- Τι ώρα κλείνεις;
- Το βραδάκι. . . Δώδεκα παρά.
- Θα φτάσουν, Αντιγόνη;
- Θα δούμε, Σκορδά.
- Σκορδά σε λένε; ρωτάει πάλι ο μαγαζάτορας.
- Όχι.

   Στο σπίτι κατεβάζω ποτήρια και πιάτα να σερβίρω. Εκείνη ανοίγει την τηλεόραση και βλέπει τηλεμάρκετινγκ.

- Θα αγοράσεις τίποτα;
- Όχι, απλά χαζεύω.
- Κλείσε την τότε. . . Βότκα ή μπύρα;
- Φέρε και από τα δυο.
- Σκέτη η βότκα ή με λεμόνι;
- Με λεμόνι.
- Δεν έχει.
- Άντε γαμήσου.
- Θα βάλω πορτοκάλι.


   Μουσικές πίσω και κακίες μπροστά.

- Τα καλά λόγια να τα λες πίσω από την πλάτη του άλλου.
- Τα καλά λόγια να τα βάλεις στον κώλο σου.


- Να κουρευτώ ή να ξυριστώ;
- Δεν πας να κόψεις και τον λαιμό σου. . . Ωραίο το πορτοκάλι στην βότκα.


- Διάβασες το βιβλίο που σου έδωσα;
- Όχι, φέρε δυο μπύρες. Την άλλη φορά δώσε μου κάτι δικό σου που έγραψες και σταμάτα να γράφεις ψέμματα. Δεν τα πιστεύει κανένας αλλά και αλήθειες να γράψεις, κανείς πάλι δεν θα τα πιστέψει. Μην γράφεις ρε. Τότε μπορεί να να σε πιστέψουν όλοι. 
- Ο άντρας σου τα πιστεύει.
- O άντρας μου πιστεύει ότι αργοπεθαίνεις.
- Κάτι ξέρει. 


- Βγάλε τα ρούχα σου.
- Κάνει κρύο.
- Καλά, φόρα τα δικά μου.


- Στο λεωφορείο, ένας μικρός. . .
- Σαν και εμένα;
- . . .με γλυκοκοιτούσε.
- Γιατί δεν τον έφερνες εδώ, να δει την γλύκα;
- Θα τον έδερνες;
- Ποτέ. . . Απλά θα του έκανα μια περιγραφή για την θεία που κοιτούσε.
- Θεία είσαι εσύ. . .  Τι θα του έλεγες;  Θα του μιλούσες με τα καλύτερα λόγια;
- Θα έβρισκα και τέτοια. Αν είχε χρόνο για χάσιμο θα έμενε να διασκεδάσει. Την άλλη φορά να φέρουμε μαζί μας παρέα.
- Να έχουμε κοινό.
- Show.


- Τελείωσαν οι μπύρες.
- Θα πάω εγώ. 
- Πάρε μου και τσιγάρα.


  Έμεινα μόνος στο ρουφιανόσπιτο. Εδώ μας είχε δώσει στεγνά η κοντοπούτανη καλή μας φίλη στο άντρα της Αντιγόνης. Δεν έγινε και τίποτα το τραγικό. Ένα σπασμένο χέρι και γκρίνιες. Γλίτωσα και το δικαστήριο. Να κάτι που δεν θα έχω να λέω στα ανίψια μου.

- Ο τύπος στην κάβα μου είπε ότι την επόμενη φορά που θα περάσουμε από το μαγαζί του, θα μας κάνει έκπτωση.
- Ναι, ναι. . . Και μετά θα του ζητήσω να γίνει κουμπάρος μας. 
- Γιατι; Καλός άνθρωπος φαίνεται.
- Μπορεί και να είναι.
- Όλα μπορούν να είναι. Το θέμα είναι. . .
- Πάμε μέσα;
- Πάμε.


   Σκαρφάλωσε πάνω μου και πέσαμε στο κρεβάτι όπως πέφτει κάποιος για να κοιμηθεί. Εμείς όμως δεν κοιμηθήκαμε. Μου ζήτησε να ανοίξω τα παράθυρα.

- Μα έχει κρύο.
- Εγώ καίγομαι.
- Το πότο μάλλον φταίει.
- Για όλα.


  Ξάπλωσα δίπλα της και την χάιδεψα. Μου έδωσε μια κουτουλιά στο πρόσωπο και τραβήχτηκα πίσω. Δάκρυσα λίγο και εκείνη μου γύρισε την πλάτη. Μετά από λίγο κατάλαβα ότι γελάει. Της έβγαλα τα παπούτσια και την σκέπασα με μια κουβέρτα. Μουρμούρισε κάτι, κοροϊδευτικά και κουκουλώθηκε. Πήγα να κάτσω στο σαλόνι. Είχαν μείνει κάμποσες μπύρες, μισό μπουκάλι βότκα και ένα πακέτο καρέλια χρυσά, ακόμα στην ζελατίνα τους.  Ήπια ένα ποτήρι βότκα, δυο κουτάκια μπύρα και κάπνισα δυο, τρία τσιγάρα. Μετά έβγαλα τα ρούχα μου και ξάπλωσα πάλι δίπλα της. Την κούνησα λίγο για να ξυπνήσει.

- Τι θες;
- Θυμάσαι μια φορά που με ρώτησες, ΄΄Τι νέα;΄΄ και σου απάντησα ΄΄Ε, για να είμαι εδώ πάλι μαζί σου, δεν έχουν αλλάξει και πολλά.΄΄;
- Ναι, και τι μ΄ αυτό;
- Τίποτα, με αυτό.

  Με αγκάλιασε και κοιμηθήκαμε.