Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

μ.


Ρέστα και ΄σένα μόνο περιμένω
σε αυτή την μουρλή τροχιά με δανεικά.


Όλα πάλι φρέσκα


Αμνησία στα χείλη και τσιγάρο
Όσα δόντια έμειναν περιμένουν στο σκοτάδι
Ψίχουλα τριμμένα και ψυχούλες απάτητες
                                                αφάγωτες.






Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

ένας στους δύο

- Δεν βγαίνει νόημα. Τίποτα ρε πούστη μου.
- Μπαινοβγαίνει νόημα, ανεβοκατεβαίνει νόημα σαν χούφτα εξυπνάκια. Κλείσε όμως τώρα την πόρτα, σε λίγο θα ΄ρθει ο καλός σου. Θα πάρει φόρα, θα την σπάσει και μετά θα σπάσει εμένα. Εσένα δεν θα σε πειράξει, είσαι το βραβείο του. . . Πάλια όμως, δεν ήταν τόσο τρυφερούλης. Σου είχα πει, να τον κάνω αγνώριστο αλλά μη και μη ήσουνα. Τόσο ξύλο και εσύ εκεί. Αλλά και αυτός. . . ψέμματα, καβαλαραίοι από την πίσω πόρτα, και αυτός εκεί, μη χάσει, με εσένα. Αυτοκόλλητοι.
- Τα άξιζα όλα. Κοίτα κορμί.
- Δεν λέω, να το κοιτάς, καλό είναι. . . Δεν ξέρω όμως από που μπαίνουν οι μπαταρίες. . . Που σκατά είναι ο διακόπτης;
- Άντε γαμήσου.
- Περίμενε να ΄ρθει ο άλλος και θα δεις.
- Θα σε σκίσει, για αυτό φύγε τώρα.
- Ναι, έχει το δίκιο με το μέρος του και θα με σκίσει σαν χασέ. Έχει όμως και εσένα στο σβέρκο και αυτό κάπως χαλάει το πράμα.
- Τι εννοείς;
- Να. . Εγώ είμαι τουρίστας σε εσένα. Έρχομαι δίπλα σου σαν να πηγαίνω εκδρομή το Σαββατοκυρίακο. . .
- Σαββατοκύριακο, το λένε.
- Σαββατοκυρίακο το λέγαμε στην Κύπρο. Εκδρομούλα, λοιπόν, χαζεύω τα αξιοθέατα, ξεκουράζομαι κάποιες φορές όταν έχεις διάθεση και φεύγω με ο,τι ψιλά μου μείναν στις τσέπες. Επιστρέφω ολόκληρος με ό,τι μου απόμεινε. Επιστρέφω όμως μακριά από σένα. Ο άλλος όμως, όπου σκατά και να πάει, καλά, άσχημα δεν έχει σημασία, επιστρέφει σε εσένα και ξανά μανά απ΄ την αρχή. Κάθεται δίπλα σου και λέει από μέσα του, ΄΄Είμαι δίπλα της, δεν θέλω τίποτα άλλο.΄΄ Ήρωας. 
- Λες βλακείες. Που ξέρεις τι λέει από μέσα του;
- Την ίδια γυναίκα αγαπήσαμε. 
- Εσύ όμως. . .
- Και μονομαχήσαμε κιόλας. Αν θεωρηθεί μονομαχία το ό,τι του σακάτεψα λιγάκι το χέρι.
- Υπάρχει λίγο και πολύ σακάτεμα;
- Λογικά θα υπάρχει. Ρώτα τον ορθοπεδικό που πήγε. Ο μαλάκας. . .
- Ναι. Ο μαλάκας. . .  Μόνο που τις προάλλες μου είπε ότι θέλει να παντρευτούμε.
- Και χάρηκε με το ναι που του είπες;
- Που το ξες ότι δέχτηκα;
- Σε εμένα όταν στο ζήτησα είχες πει όχι. . .Ο τραμπούκος κέρδισε το κορίτσι από τον μπεκρή και το κορίτσι είσαι εσύ. Ωραία ιστορία.
- Πάλι βλακείες λες. Μόνο βλακείες λες.
- Χάρηκε;
- Τι ΄΄χάρηκε΄΄;
- Που δέχτηκες.
- Χάρηκε. Είπε ότι θα άλλαξει.
- Μπορεί να γίνει πιο τρυφερούλης. Γάζες και τσιρότα θα σας πάρω για δώρο.
- ΌΧΙ. ΤΟ ΕΝΝΟΟΥΣΕ.
-  Τότε την κάνατε λαχείο. Γάμα τότε τις γάζες και τα τσιρότα.  Όταν έρθει θα τον αφήσω να με σαπίσει. Ωραίο δωράκι ε;  Να έχει και κάτι να λέει στους φίλους του. . . Τι λες;
- Έτσι κι αλλιώς θα σε δείρει. . . Είναι ψηλότερος από σένα. . .
- Ναι, και έχει και το δίκιο με το μέρος του όπως είπαμε πριν.  Δεν θα ξέρω από που θα μου 'ρχονται.
- Μην κοροϊδεύεις.
- Δεν μου έχει μείνει και τίποτα άλλο να κάνω.
- Τίποτα;
- Όχι. . . Δεν προλαβαίνουμε κιόλας. 
- Είσαι. . .
- Ήμουν. Τώρα όμως που το σκέφτομαι, έχω πραματάκια να κάνω. . . Μια μέρα που ήμουν κομμάτια και χτυπιόμουν σε ένα φίλο μου για εσένα, με άκουγε χωρίς να σχολιάζει,για κάνα μισάωρο και στο τέλος μου είπε ΄΄Γιατί δεν παίρνεις ένα μηχανάκι, να κάνεις καμιά βόλτες μες στην πόλη;΄΄. Ε; Ιδιοφυές. 
- Για αυτό δεν το είχες σκέφτει μάλλον.
- ΧΑ. . . ΝΑ ΤΟ. . . ΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ. . .ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΓΑΜΠΡΟΣ, Ο ΓΑΜΠΡΟΣ, Ο ΓΑΜΠΡΟΥΛΗΣ. . .

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

από το τσουβάλι

 
- Bongos απλωμένα γύρω μου, οργή, ένα μπουκάλι χωρίς ουϊσκι - άδειο δηλαδή. . . ποιός αφορεσμένος; - μια ξεπατωμένη ράτσα να κάνει ωτοστόπ, εύχες που χουφτώνουν και κατάρες που πιάνουν ( ή ανάποδα; για διαγώνια;), ανηψάκι που ρωτάει - Θείο, γιατί κουνάνε αυτοί το δάχτυλο; και θείος, περιμένοντας μια δεκαπενταετία αυτή την έρωτηση, απαντά - Γιατί δεν έχουν που να το βάλουν οι χαντούμηδες. . . Μια κιθάρα για προσάναμμα και ο τροβαδούρος - ερωτικός, τι άλλο; - δεμένος σε ένα πλάτανο, μετεωρίτης που έσκασε πάνω σε χουντικό νεκροταφείο και φωνάζανε οι νοσταλγοί - ΘΑΥΜΑ ΘΑΥΜΑ. . ., δυο χιλιάδες κόσμος να χορεύει ζεϊμπέκικο, γύρω γύρω, σαν σβούρα ή τρυπάνι μέχρι να βρεί πετρέλαιο να καούν όλα, να πάρουμε την ασφάλεια.


- Με τους πυραύλους στην πλάτη, πάει να βρεί την αγάπη.
- Ε;
- Cast your dance spell away, I promise I go under it.
-  Oh, hell, yes!

- Σαν συγκαμένος με την πλάτη φορτωμένη και όλες οι ανηφόρες οι καριόληδες τις φτιάξανε για εκείνον. Στις κατηφόρες όμως άντε να τον πιάσεις. Κατρακυλάει και γίνεται ένα με το φόρτωμα.
- Άντε να τον σταματήσεις.

- Έριχνε μια ματιά, μετά δεύτερη. . . Ύστερα σαν να μασούσε κάτι χωρίς γεύση και έβγαζε συμπέρασμα. Απόλυτος.
- Τι να τον τάισαν;
- Τίποτα. Από μόνος του, τις σάρκες, τα άντερα του.

 - Είναι σαν να βγήκαν από το ίδιο εργοστάσιο. Ίδια κοψιά, ίδιες κινήσεις, ίδια λογάκια και λογάρες ΝΑ.
- Εσύ δεν βγήκες από φάμπρικα;
- Ναι. Άλλα έκλεισε μόλις έβγαλε εμένα.
- Έσπασε το καλούπι που λένε.
- Καμία σχέση. Το κάψανε για να πάρουν την ασφάλεια. Εκεί άρπαξα, λιγάκι.

-  Ένιωθα ότι μας πλήρωνε ο γκούγκλις μεταφραστής. Καθόμασταν και λέγαμε αστεία στην κοπέλα. Στα αγγλικά. Πρέπει να είπαμε δυο τρία πετυχημένα γιατί η κοπέλα γελούσε. Ή ήταν ευγενική.



- Κοπανισμένο τατού.
- Δε-ρμα-το-στι-ξία.
- Πες το και έτσι. Να συνεχίσω;
- Συνέχα.
- Κοπανισμένο τατού πέριξ της κωλότρυπας.
- Και το σχέδιο;
- Η Κερκόπορτα. Ζωγραφιστή η καμάρα με προγόνους που τους τζαμάκωσαν αδιάβαστους και στην πύλη συνθήματα εναντίον και υπέρ, συνθήματα να ξαναμοιράσουμε τον κόσμο, εξομολογήσεις, δηλώσεις αγά. . .
- Κατάλαβα.

- Η μάνα μου ήταν από το Τσέρνομπιλ και ο πατέρας μου από ένα χωριό, έξω από την Πτολεμαϊδα.
- Και σε λένε Σίμο;
- Ναι.

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

νουντλόραμα


   Έρχεται ο Μουστάκας με την γυναίκα του στην πόλη. Περιοδεία ο ερωτικός μετανάστης και εμείς υποδοχή. Χαμογελαστοί. ΄΄Μας έλειψες ρε, αλλά αυτό είναι το κακό. . . Σου λείπει κάποιος, κάποια, αλλά μόλις σκάσουν μπροστά σου, δεν σου λείπουν κι ας τα να πάνε στο διάολο. . .΄΄
 Θα αρχίσουμε τα αποικιοκρατικά με αξάν από το Κιουπκϊόι. How do you do, Ms Moustaka; How was your flight,  Ms Moustaka; ; Oh. . . On foot;  Here is Mr Garlick and here is Mr Votsis, concierge of darkness and oblivion. - Πως λένε ρε μαλάκα το ΄΄μεροδούλι, μεροφάι΄΄ στα ουγγρικά και πάει λέγοντας. Θα είμαστε κύριοι. Υποδοχή χωρίς ιπτάμενο χαλί και πανό.
  Ο γαμογελαστούλης φεύγει προς νῆσον - ξηρά, μαλάκες, γύρω γύρω θάλασσα - και μετά στο Μπόστον και Νιου Γιορκ. Θα μας φέρει ντόλαρς κολλαριστά, θα πει για τα στέκια - τις μπριζόλες ρε, κάτι μπριζόλες σαν πιάτο, να βάλεις φαΐ απάνω τους ή να τις στρώσεις να τον πάρεις λίγο -, για τις ατελείωτες λεωφόρους με τους ντούρους ουρανοξύστες και ίσα με εξήντα δυο χιλιάδες άστεγοι. Μπορεί να βρει κάνα πατριώτη, κάνα ψηφοφόρο του παιραιτηθέντα Σπύρο Αναγνωστόπουλος.
  Είναι και ο Κροίσος των Nudles. Φρεσκοκουρεμένος άρχοντας που ξεκινάει μια αυτοκρατορία με μακαρόνια παραβρασμένα, φίσκα στο μπαχάρι. Να τρως και να παπαριάζει η ψυχή σου. Ιαματικά ζυμαρικά. Θα ανοίξει ένα κιόσκι πρώτα στην Θεσσαλονίκη, κοντά στην Νέα Παραλία, που έχει τα ίδια μπαχάρια με την Παλιά και μετά θα εξαπλωθεί σαν επιδημία. Το όνομα της μυρωδάτης του αυτοκρατορίας; Nουντλόνειρο. Εγώ πέταξα την ιδέα να το βαφτίσει Νουντλόραμα. Ακούγεται πιο μυστικιστικό, με προϊστορία όπου ο ένας έσφαζε τον άλλον, με σκιές , χειρονομίες, σιωπές που αναλύονται, με συνταξιούχους μια φορά και ένα καιρό, με αχαχούχες προφήτες που δεν πρόβλεψαν τον θάνατο τους ή πάτησαν σκατά και σιχτίριζαν.Αν ευκαιρείς, να του στείλουμε βιογραφικό, μπας και μας πάρει. Είπε ότι θα παραβλέψει πολλά - την μάπα μας, κάποιες ιδεοληψίες που μας κατατρέχουν ( αλλά δεν μας δίνουν να φάμε - κάπου είχα ακούσει ΄΄Τι με χτυπάς ρε; Με ταΐζεις και με χτυπάς;΄΄). Θα τα σβήσει όλα και μπορεί να μας προσλάβει. Θετικός άνθρωπος. Θα αλλάξει η ζωή μας και δεν θα ξέρουμε τι θα κάνουμε. . . Για κάνα τέταρτο.



Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Προς Β.Θ.


 Γράφει ο Τέλλος Άγρας ( ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου που μια πληγή από ρημάδα αδέσποτη τα Δεκεμβριανά τον έστειλε με ταλαιπωρία διαβασμένο ) για τον Μαριάμπα του Σκαρίμπα' Ένα είδος μέθης, ζούρλιας, βίας - να γίνη κάτι καινούργιο, κάτι απίθανα παιγνιώδες, που άλλοτε ζευγαρώνει με τη φόρμα και γίνεται << ένα πλάσμα τιποτένιο και εξαίσιο>>, άλλοτε όμως απομένει ολομόναχο και χωρίς δικαίωση... << Αισθανόταν την αμηχανία του ποίημα. Σχεδόν το έλκυσμα, τη γοητεία της γκάφας>>, γράφει κάπου ο κ. Σκαρίμπας για τον ήρωα του. Το ίδιο θα μπορούσαμε και μεις να λέγαμε κάποτε για τον συγγραφέα. Αισθάνεται τη γοητεία της γκάφας. Παίζει. Άλλοτε ιδιοφυής, άλλοτε ασήμαντος...

 Αλλά γιατί όλα αυτά; Ε, αυτό είχα στην τσέπη του παλτού μου και πήγαινα. . . Όμως η  τελευταία φράση. . . Άλλοτε ιδιοφυής, άλλοτε ασήμαντος. Άνθρωποι, ρε. . . .

  Αλλά σε θυμήθηκα

  Σε θυμήθηκα ολόκληρο και κοντοκουρεμένο. Συνήθως θυμάμαι κάποιον που είναι δίπλα μου, μπροστά μου. Κάτι λεπτομέρειες, όλες αφορολόγητες. Αλλά χωρίς να είσαι εδώ, με βοήθησες.
 Είδα μια παλιά γνωστή όταν κατέβηκα πριν λίγες μέρες στο κέντρο. Πέρασε απο μπροστά μου, μου έριξε μια ματιά και συνέχισε. Της φώναξα. Γύρισε και ήρθε κοντά μου. ΄΄Χωρίς την μπύρα στο χέρι, δεν σε γνώρισα. . .΄΄. Το χάρηκα. Τι πνεύμα,ε; Στα λίγα δευτερόλεπτα, πέρασαν πολλά από το κεφάλι μου σαν απάντηση. Τότε σε θυμήθηκα. Τι θα έκανες; Το βρήκα.
 Έκανα ένα Χμμμμ. . . . και μάλλον κατάλαβε ότι βρίσκομαι στα ξενερώματα.
 Έφυγε.
 Αλλά δεν γαμοσταύρισα, δεν της έφαγα τα λαιμά. Ήμουν οπαδός σου εκείνη την στιγμή. ( Άραγε υπάρχει βουδιστής, παλαιστής του κατς; )
 Σκεφτόμουν και πράγματα μπροστά μου.
 Μουσικοί του δρόμου, κάτι μελωδίες ΝΑ και αυτοί με χαμόγελα να περιμένουν να αφήσουν οι περά δώθε, κάτι. Κάποιοι μάζευαν πολλά, άλλοι λιγότερα. Ένας έπαιζε τρεις ώρες και ρίξανε ένα πενηντάλεπτο μόνο. Το έριξε στο πιο πάνω καλλιτέχνη. Τρείς ώρες εξάσκηση. . . έτσι το σκέφτηκε. Ανεβαίνουν οι απαιτήσεις. . . Καμιά μέρα θα δούμε ένα πιάνο με ουρά, τρία βιολιά, δυο τσέλα και ένα μπαγλαμά να παίζει ουγγρικά βαλς στην Ναβαρίνου. Υπερπαραγωγές του δρόμου.
 Μια φορά συνόδευσα την Δ. σε κάτι τέτοιο. Εκείνη κοπανούσε το μπεντίρ και τα έλεγε ωραία και ΄γω λίγο πιο πέρα διάβαζα τα ημερολόγια του χορευταρά του Νιζίνσκι, έπινα τις μπύρες μου και άκουγα τα κλινκ κλίνκ, από τα κέρματα που τις ρίχνανε. Σαν νταβάς χωρίς όφελος. . . . Σε μιάμιση ώρα μάζεψε κάπου έξι ευρώ. Τα καλύτερα λόγια βέβαια, τα είπε μια κοπέλα που δεν έριξε τίποτα. Συγχαρητήρια και Ήσουν υπέροχη. . .  Όμορφα πράγματα.
  Κάθομαι στην στάση και χτυπιέμαι με το Zig Zag Wanderer, του Καπιτάνιου και της Μαγικής μπάντας του στα ακουστικά. Μια που μοιάζει με την αδερφή σου με πλησιάζει και μου λέει Ωραία χορεύεις.
- Ε; 
- Ωραία το πας. 
- Όχι. . . Απλώς κατουριέμαι.

 Γελάει και μου δείχνει το στενό στην Ιπποδρομίου να πάω να ξαλαφρώσω. Ένας πιο πέρα φωνάζει Μια δεκαπεντάχρονη θέλω. . . 
 Λίγο πιο μέτα ένα ζευγάρι πιο πέρα. Κεφαλοκλείδωμα, χάχανα. Σκέφτομαι να λέει εκείνη

- Με αγαπάς;
- Ουουου, πολύ.
- Πόσο;
- Από Βούλγαρη μέχρι την Bratislava.

  Μετά στριμωξίδι στο λεωφορείο, να γυρίσω στα πυρηνικά δυτικά. Γύρω σαρδέλες προς διασκέδαση. Βυζούδες με χαρ χαρ χαρ και καβλωμένοι, πλαγιοκουρεμένοι με άλλα χαρ χαρ χαρ. Όλοι προς διασκέδαση και να δω ποιος θα πηδήξει.
 Βυθίζομαι.
 Λέω το όνομα της, σαν ξόρκι που διώχνει το κακό ( η διπλανή κοιτάει περιέργα. . . Τι ΄΄Μαρία΄΄΄;) και όλα καλύτερα. Όλα.


 Φτάνω καλά.

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

ένας μαλάκας να σηκώσει το χέρι

  Αναρχοφεμινιστικά συνθήματα στους τοίχους στο κέντρο της πόλης και θυμήθηκα τότες που πήγες να με σκοτώσεις ολίγο - όπως ολίγο έγκυος -  σε εκείνο το κολπάκι με τα σκαλιά. Σκατοψυχούσα, κοροϊδευα κουνώντας τα χέρια μου και έκανα το λάθος να γυρίσω την πλάτη μου. Μου έσκασες μια σπρωξιά και έφυγα τέσσερα, πέντε σκαλιά κάτω. . . Γλίστρα αλλά δεν κατρακύλησα. Σηκώθηκα και ανέβηκα με δυο βήματα όλα τα σκαλιά να σε σκοτώσω κάμποσο - όπως κάμποσος μαλάκας, να τον αφήσω; - αλλά είχες κλείσει την πόρτα και γέλουσες. Γαμημένε χαχαχαχαχαχαρ. . . . Τράβηξα μια καλή στην πόρτα και έμεινε ένα μικρό λακάκι, σαν αυτό που κάνει πρεμιέρα όταν χαμογελάω. Βγήκε μια γειτόνισσα και φώναζε να σκάσουμε και τι πράγματα είναι αυτά. Της είπα Όλα θα πάνε καλά και Νεκροί δεν υπάρχουν. Την ηρέμησα με ένα αστειάκι, της είπα ότι είσαι μουρλή και δεν σε έχουν μαζέψει ακόμα αλλά φεύγεις σε κάνα μήνα για τον Αλή Γαμιά στην Καβάλα. Ησύχασε. Ησύχασα και ΄γω. 


Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017


Στην Γ.Δ.

πως ηχογραφούσε ο λατερνατζής o Bach

πως με μια κοροϊδία και με ταχύτητες κομμένου φωτός

πως μεθυσμένος πετούσε χώμα και λουλούδια στην άσφαλτο

πως χορτάτος με τα δόντια σάπια, σκόρπια

πως οι γιατροί έχουν κέφια και αυτοσχεδιάζουν

πως τα καπέλα μένουν τελικά και όχι τα κεφάλια

πως το δέρμα και η καθαρή του απόδοση

πως δεν περισσεύουν άλλες καρδιές

πως οι κανίβαλοι απήργησαν και ο ευνουχισμένος

την τρελή πια δεν την φοβάται

πως ικανοί για τίποτα το νηφάλιο

τσακισμένοι απ' ό,τι χαζό και απ΄ αύριο



πως από μια διαίρεση βγαίνει εξουσία 

και το μηδέν κομμένο στην μέση

χαμόγελο που κυλάει από τον παλιό το δρόμο



τώρα

μελωδίες από Σινικό υπόγειο

σήματα μορς με κουτουλίδια και φιλιά,

μακελειό, γκελ στις αγκαλιές

τακούνια να ανηφορίζουν τον Γολγοθά

GPS με την φωνή του Ιωάννου Μεταξά

επιστροφή με τα τέσσερα στις παρεξηγήσεις

στα συμπληρώματα

στις υπερβολές

στους μύθους


καμιά προκοπή
και τέλος