Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2019

Λίγο πιο δίπλα


Εύχομαι ποτέ να μην χάσεις εκείνο το γέλιο που καλύπτει τα φάλτσα και τις οχλαγωγίες, όταν όλοι γυρνάνε απορημένοι και λένε "Μα καλά, γιατί γελάει αυτός;" και εσύ κλείνεις το μάτι, τους τσιμπάς το μάγουλο και φεύγεις για άλλα, για καλύτερα.
Γ.Σ.


Εδώ πάντα  - τώρα δηλαδή -
και λίγο πιο πέρα Γιώργο. 
Μια επιστροφή με φόρα, κατακέφαλη,
σαν να βγαίνεις μέσα από τα συντρίμμια 
και να γελάς ενώ πετάς από πάνω σου τις σκόνες
΄΄Ρε αφιλότιμοι, ρε γαμημένοι. . . Πόνεσα ρε. . .΄΄.
Μέσα μας μουσικές, 
αγάπες κουδουνίστρες και σκέψεις φουρφούρια
και απέναντι μια κόλαση ρουφιάνα 
να θέλει παίξει μαζί μας, 
να μας στήσει εκεί που εκείνη θέλει,
μα εμείς 
- που είναι εκείνο το χαρτί που δηλώσαμε χαζοί; -
 τελευταία στιγμή, πάμε λίγο πιο δίπλα. 
Λίγο πιο δίπλα.




   Πήρα χρώματα, πινέλα, επιφάνεια λευκή και για ένα τρίωρο άπλωνα και μάζευα το χρώμα. Στην αρχή βγήκε ένα σκυλάκι που τα μέσα του γάβγιζαν και δίπλα του ένα χαμογελαστό κόκκαλο. Πήγα να το κάνω πιο χαρούμενο το σκυλάκι και μου έγινε γάτος που γυρνοβολούσε σε ένα ξενοδοχείο στην Μεταμόρφωση Χαλκιδικής. Οι υπάλληλοι του hotel τον βάφτισαν Γιόλη, τον τάιζαν και τον πρόσεχαν. Αλλά δεν έκατσε πολύ ο Γιόλης στο χαρτί, έφυγε να πάει να γαμπρίσει και στην θέση του βρέθηκε ένα τρίκυκλο κοτζαμάνικο να μαρσάρει, έτοιμο για το Grand Prix των παρακρατικών. Το σιχτίρισα και του έδωσα φύσημα μαζί τον ανδριάντα του άλλου του ανεκδιήγητου που χαζεύει τον Θερμαϊκό και δακρύζει γιατί η θάλασσα δεν σηκώνει αντιπαροχή. Το κοτζαμάνικο έγινε πιάνο, τα πλήκτρα του σκαλοπάτια και η Αντζελίν Βοναπάρτη - μεγαλείο του 1,55, σαν όνειρο την θυμάμαι πριν τον Δεκέμβρη του 2008 - να τα ανεβοκατεβαίνει με ένα τσιγάρο στο χέρι και με το άλλο υψωμένο να βρίζει μέχρι που χάνεται για να εμφανιστεί ένα περίεργος τύπος που γράφει σε ένα κομμάτι χαρτόνι Για όσα δεν μπορούμε να μιλήσουμε. . . Θα βρούμε κάτι άλλο να πούμε, η ώρα θα περάσει. Τον έβαλα να φάει το χαρτόνι - αφού το δίπλωσε - και άφησα την επιφάνεια λίγο να ηρεμήσει.


Άναψα ένα τσιγάρο και είπα να σου γράψω.

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2019

Kommienezuspadt



 Είχα δει τον Β. στον ύπνο μου πριν την κατρακύλα στην Αθήνα το ΄17.
 Ήταν κάτω από το σπίτι μου και μιλούσε γερμανικά. Knoblauch. . .  Komm nicht zu spät. . . Knoblauch. . .  Knoblauch. Φώναζε, κουνούσε τα χέρια του και με την μάπα του μου έστελνε διάφορες γκριμάτσες. Γερμανικά δεν ξέρω αλλά τα καταλάβαινα όλα΄ δε γαμείς ψηλά καπέλα με παπούτσια ελβιέλα και τι έγινε με τα χαμένα παραστατικά του 93;
 Άκουγα με προσοχή - κουνούσα το κεφάλι πάνω κάτω, τι άλλο να έκανα; - κι εκείνος συνέχιζε σαν όρθιος κωμικός που πρέπει να προλάβει να τα πει όλα πριν μας στείλουν αλειτούργητους. Μετά έκανε τούμπες και όταν άνοιγε τις τσέπες του μπουφάν του ακουγόντουσαν γέλια και μπινελίκια. Κατέβηκα τρέχοντας κάτω να τον ρωτήσω για την βόμβα που βρήκανε σε ένα βενζινάδικο προς Διαβατά και τότε έπεσε ένας τεράστιος μπερντές στα κεφάλια και μας ξάπλωσε.
 Έτσι πεσμένοι στην άσφαλτο της Μαυροβαγγέλη μου είπε - Θα αγοράσω ένα μηχανάκι και θα γυρίζω την πόλη. Θα πάρω και εσένα μαζί. 
- Θα ντυθούμε ραβίνοι; 
- Όχι, έχω ό,τι απέμεινε απ΄ το πηγούνι του Lovercraft στην τσέπη μου. 

  Τότε ξύπνησα και του τηλεφώνησα αμέσως.

- Ξέρω, ξέρω. . . μου απάντησε πριν πω οτιδήποτε και το έκλεισε.


Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2019

Τσουβαλιαστά


- Κουτουλιές.
- In A minor.
- Σκαστοί παντού.
- Δια της ανεργίας.
- Ο επόμενος.
- Σπρώξε.
- Τζάμπα περιμένουμε;
- Αγαπηθήκαμε;
- Ναι αλλά ήταν σαν να ερχόντουσαν με απόφαση να τουλουμιάσουν μόνο τον έναν και εμείς δείχναμε - να ένα δάχτυλο - τον άλλον.
- Αλλιώς τα θυμάμαι εγώ.
- Και εκείνα αλλιώς σε θυμούνται.
- Να μπαίνουμε προς στο στενό και ένας ταξιτζής φουλαριστός να περνάει μπροστά μας. Στο τσακ δεν μας έφαγε.
- Εσύ ρώτησες, Που να πηγαίνει;
- Κι εσύ είπες με βεβαιότητα, Έμαθε ότι η γυναίκα του γαμιέται και τσακίστηκε να πάει να πάρει μάτι. 
- Κάπως έτσι.
- Ο επόμενος.
- ΖΖΖΖΒΙΝΝ
- Ναι; Επιδοματοφάγοι;
- ΦΡΡΡΡΡΡΡΦΤΑΦ.
- Μπηχτοχαρούλες ανόμπελες.
- ΚΡΑΚΕΝΖΒΑΧ
- Ναι, χουντικοί και νοσταλγοί του rock 'n roll, τα ΄χεις ξαναπεί.
- Γιου γκάτου, γκάτου ρέϊν.
- Ο επόμενος.
- Τα βυζά της, λέει ο σαλιάρηςόπως μου αρέσει το μπάσο σε αυτό το κομμάτι.
- Βάλανε και σαξόφωνο και μια μουρλή που μασουλάει άριες.
- Αυτοπειραματισμοί μουσικοί.
- Απαυτοπειραματισμοί με νότες.
- Ο επόμενος.
- Κούνια μπέλα στις κρεμάλες.
- Μόνο η χαμαλίκα μου και τίποτα άλλο.
- Και ο Αζαζέλος στον ΟΑΣΘ.
- Μαζί με τις γυναίκες του Nagyrév;
- Με διόδια στις Συμπληγάδες.
- Για όλα είναι ικανοί.
- Θα επαναλειτουργήσει ο Λευκός Πύργος. Ξανά μανά φυλάκα. Αλλά μόνο για αρχαιοκάπηλους αυτή την φορά.
- Όλα γίνονται.
- Ο επόμενος.
- Για το νόημα των πραγμάτων και κατ΄ επέκτασιν των πραματευάδων - αγκαζέ πάνε αυτά - να τηλεφωνήσετε στο 2310-981-245.
- Ποιος θα το σηκώσει;
- Κάποιος από το γραφείο απολεσθέντων του ΟΑΣΘ.
- Με φόρα από τα αζήτητα. . .
- Επαναλαμβάνεσαι.
- Όπως κοιμάμαι και ξυπνάω.
- Ο επόμενος.
- Σήκωσε το κινητό και ούρλιαζε σαν μπροστά από δίκιο χεσμένο ΕΔΩ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΝΕΚΡΟΙ και από την άλλη πλευρά ένα Δηλαδή να μην έρθω;
- Δίκιο χεσμένο;
- Αυτό που φαγώθηκε και οι ύστερα κάνουμε την παλάβη.
- Ο επόμενος.
- Αστραγγάλιστοι θα φτάσουμε στην Αθήνα.
- Ξημερώματα.
- Αξιομαρκάριστοι.


Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

παλιές παλαβιάρες λέξεις


  Και έλεγε, ενώ του τρέχανε τα σάλια, ότι το μυστικό της μακροζωίας είναι να πεθάνουν οι άλλοι πριν από εσένα και όλα τα υπόλοιπα, διατροφές, ανάσες και χέρια πάνω κάτω είναι παπατζιλίκια και τρίχες. Να γίνεις τόσο αναίσθητος που να μην χαμπαριάζεις τίποτα. Να μην σκέφτεσαι με την πέτσα σου ρε.  Μετά θυμήθηκε ένα κουαρτέτο ντελιβεράδων της Αποκάλυψης, ένα σκασμό από Ελλάδα και ό,τι άλλο νοικιάζεται βραχυπρόθεσμα. Σήκωνε σαν καταδότης που έκανε περιούσια τον δείκτη προς την Ακρόπολη και συνέχιζε Όταν τα βουτήξανε οι έμποροι από ξεφτιλισμένη αυτοκρατορία οι ψυχούλες των σκλάβων που σέρνανε από την Πεντέλη τα Μάρμαρα θα είχανε χεστεί στο γέλιο. Καταλαβαίνεις;
  Δεν καταλάβαινα. . .  Δεν κάπνιζα κιόλας τότε όποτε μου χάρισε τρεις αναπτήρες που δεν άναβα. Δεν ήξερα να παίζω κιθάρα - μόνο ένα τραγούδι έβγαζα σωστά και αυτό γιατί το είχα γράψει μόνος μου, φάλτσο καπάκι φάλτσο κι από το πουθενά ΝΑ μια μελωδία. Έπρεπε να του το πω αυτό, μπας και μου έδινε μία χωρίς χορδές, να την κάνω κρουστό ή καπέλο σε κάνα αχώνευτο.
Τελικά αφού τον έπιασε γαϊδουρόβηχας και το βούλωσε, τον ρώτησα πολύ ήρεμα.

- Και πότε σου σάλεψε; Αν μου πεις την αλήθεια θα σου πω και εγώ πότε την άρπαξα. Τι λες;

  Πρώτα κιτρίνισε και μετά έγινε κόκκινος. Κάτι άρχισε να μασάει αλλά δεν έβγαλα νόημα γιατί κόντευε να βγάλει το πνευμόνι του απ΄ τον βήχα. Όταν ηρέμησε, σκούπισε τα σάλια του, έβαλε το πουκάμισο μέσα στο παντελόνι του, συμμαζεύτηκε κάπως και μου είπε ενώ μου γύρισε την πλάτη για να φύγει - Συγνώμη.

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2019

10:38


- Θα σκοτωθούμε;
- Όχι.
- Ήπιες;
- Για μια βδομάδα.
- Δεν θα πιεις άλλο.
- Όχι.
- Δεν θα αρχίσεις να κοροϊδεύεις;
- Ό,τι καταλαβαίνω και ό,τι δεν καταλαβαίνω. . . Τίποτα δεν θα κοροϊδέψω. Όλα να περάσουν από πάνω μου, καλό δρόμο να έχετε, θα τους πω.
- Ούτε θα μπεις σε ξένες τσέπες πάλι.
- Αγγελούδι θα είμαι με το ένα φτερό λίγο μικρότερο από το άλλο.
- Ή ένα ανεμιστήρα στην πλάτη.
- Μαθαίνεις.
- Και ο Σίμος;
- Έσπασε. Έγινε ένας σκασμός ιστορίες. Τον πετσόκοψα πριν μου φάει το κεφάλι.
- Που είναι τώρα;
- Έλα ντε. . .
-  Που τον άφησες;
- Στην Δωδεκανήσου. Έστριβε για Τσιμισκή. Μου είπε ότι θα σταματάει σε κάθε περίπτερο για μια μπύρα και θα το πάει έτσι μέχρι την ΧΑΝΘ.
- Και μετά;
- Δεν τον ρώτησα. Ίσως βρει κάποιον που δεν θα βαρεθεί να τον βασανίζει. Αλλά θα αντέξει. Είναι μούτρο μεγάλο ο Σίμος. Ακόμα κι αυτούς που πάνε να τον ξεκοιλιάσουν τους κάνει να γελάνε.
- Κι αν τον ξεκοιλιάσουν πριν τους κάνει να γελάσουν.
- Βάζει τα άντερα του πίσω εκεί που ήταν και πάει παρακάτω.
- Άντε. . .
- Ναι. . . Η ιστορική προκατάληψη ότι πρέπει να ζήσει. . . Χαμαλική σκέψη. . . Κουβαλάω εμένα πρώτα απ΄ όλα και μετά όλα τα άλλα λέει και προχωράει πιο κάτω.
- Πριν τον αφήσεις, αυτά σου έλεγε;
- Όχι ψυχούλα μου. . . Αυτά τα σκέφτηκα εγώ πρώτα και μετά μου τα είπε. Ύστερα μου είπε ότι στο χωριό του το Πάσχα δεν καίνε το Ιούδα, γιατί ο Ιούδας είχε φιλότιμο και πήγε από φυσικού στο σκοινί. . . Απλήρωτο το ακροβατικό του, γκραν φινάλε χωρίς κέρδος. . . Αυτό δεν του συγχωρούν τόσα χρόνια μετά. . . Δεν ήταν το φιλάκι και η προδοσία μετά αλλά  ότι επέστρεψε τα λεφτά. . . 
- Και τι καίνε στο χωριό του;
- Μου αρέσει που στέκεσαι στις λεπτομέρειες που δεν ειπώθηκαν και σιάχνεις απορίες.
- Είναι το φυσικό μου.
- Έτσι ψυχούλα μου. . . Τι καίνε; Ένα ομοίωμα μαυραγορίτη που τους είχε ρημάξει στην Κατοχή και όταν φύγανε οι Γερμανοί, πήγε και αυτός μαζί τους. Δεν τον ξαναείδανε να τα πούνε ένα και δύο χεράκια. . .
-. . . στο λαιμό του.
- Ακριβώς ομορφιά μου.

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2019

ο χορός των καβουριών


( κομμάτια )


ο χορός ενώ επιστρέφουμε
τσακισμένοι απ΄ τον αγύριστο
που μας είπανε να τρέξουμε
για να γίνουμε συλλεκτικοί
 μοναδικοί και σε λίγο
αρχαίοι
ανάμεσα σε μάρμαρα 
πέτρες
που δούλοι τις ζαλώθηκαν
και τις αράδιασαν προς το μεγαλείο 
με τα εισιτήρια μετά.


. . .



ο κόσμος με το ΄΄μπα΄΄
και με ένα ΄΄χα΄΄
του τραβάω το χαλί
μα δεν πέφτει
να με πάρει μαζί του.


. . .


η Μαρία
η Μαρία ζει
η Μαρία έξω απ΄ το πηγάδι
η Μαρία
με χιλιάδες λέξεις
- άλλες σφαγμένες
άλλες με πέτρα στον ώμο
μπρος στον ανήφορο
ξεμαντρωμένες
θυμωμένες -
η Μαρία
με τα μάτια της
- τρέλα γλυκιά δυτικά του κέντρου -
να με αγκαλιάζουν
και ειρωνεία άλλη 
να μην έχω.


. . .


σε μια άκρη δικιά μου
πέρα απ΄ του Σκορδά το χάνι 
να γλιστράω χωρίς σάλιο
 για παρακάτω
    με τον Celine, ονειρικό καριόλη,
προφέσορα από τον Άδη
να χειρουργεί την ανθρωπότητα
με όλα της τα ρούχα.


 με τη Α., λαϊστέρα εκδικητικιά,
με άντρα  γκεσταμπίτη επίσημο,
 να ουρλιάζει, με όλο της το σώμα πέρα δώθε 
΄΄Είναι πούστικο το φεγγάρι, μην το χαζεύεις, προχώρα. . . ΄΄
και εκείνον,
τον ΄΄χαμόγελο χωρίς γιατί΄΄
- δεν θα το μάθει κανείς -
μαζί με τον Βότση τον Φουρνέλο
 στο παλκοσένικο  
στη μαστοράντζα  
στο χαμαλίκι.


. . .



τώρα 
όλα χρεωμένα να γαβγίζουν
πάνω μου

 σύνθημα το Berlin, 
παρασύνθημα το Alexanderplatz,
 Franz Biberkopf εναντίον Reinhold, 
Αντώνιος Χαμόδρακας εναντίον Κωνσταντίνου Ταπιάγκα 
μες στα λεωφορεία
δια της ανεργίας
του ΟΑΣΘ η μασονία
ο Χάκκας
ο Ζάππας
ο Κάφκας
ο Ζάπφκας
κάτι έγχορδα που έγιναν κρουστά,
 τρελά, ειρωνικά πνευστά 
σαν πνευμόνια πειραγμένα
και στα γενέθλια μου
 η Μάχη της Ζάμας.


. . .


νύχτα σαν κούραση καλή για να κοιμηθείς

ένα τσούρμο φίδια που καπνίζουν τις ουρές τους

ακροβάτες πάνω στις θηλιές τους

χαρές κοπανιστές

νευρόσπαστα σαλιάρικα που δαγκώνουν 
μα δεν κόβουν τα σκοινιά.


. . .


από την μια μεριά 
 προσκυνητές μυαλοκομμένοι
κι από από την άλλη 
 καβαλαραίοι κατακέφαλοι

τους ρωτάω
- όπως την ώρα καλή, κακιά, δικιά μας -
 όλους που τραβάνε

΄΄Τον γκρεμό να βουλώσουμε
με όποιον κι ό,τι βρούμε,
άλλοι να περάσουν΄΄.





 

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2019

Επειδή ρώτησες


  Από την μια πλευρά ξεκινάει η ιστορία με ένα αποικιοκράτη λιγότερο, μαχαιρωμένο
και εκείνον - ενάμιση μέτρο να ήτανε; - που κρατούσε το μαχαίρι να περνάει νύχτα
από την Κύπρο στη Μικρά Ασία, να βρίσκει αγάπη Πόντια και να κάνει ράτσα..... Και ύστερα, Ελλάδα, Καρατζόβα, Άψαλος. Κάποτε έφτασε στο Κορδελιό.


 Η άλλη πλευρά, έφυγε από το Βατούμ το ΄37, ΄38 για Ελλάδα. Εγκαταστάθηκαν στο Χαρμάνκιοϊ, κάτω από το Κορδελιό.
 Όσο καιρό κάνανε να έρθουν, είχανε καβουρμά να τρώνε στο καράβι. Όταν φτάσανε Πειραιά, οι αρχές στο λιμάνι, τους ρώτησαν, τι είναι αυτό;
- Κρέας παστωμένο που αντέχει.....
- Και έχουν κρέας στην Ρωσία αυτοί;

Έτσι πρέπει να έκανε πρεμιέρα το μπινελίκι που ρίχνει ο παππούς - πιτσιρίκι εννιά χρονών τότε- κάθε φορά, σε εξουσίες, στολές, θεία και άλλα τέτοια αφανιστικά κέρατα. 


Τώρα;
Τι τώρα;

Ακόμα βρίζει - καλά να ΄ναι. 



Πέμπτη, 4 Απριλίου 2019

βόλτα με κάδρα στη πλάτη


- Πονάς;
- Ναι.
- Μπορώ να κάνω κάτι;
- Χα. . . Ούτε και όταν δεν πονούσα δεν μπορούσες. 
- Θυμάμαι.



  Τώρα με την ανέργια μπαίνω τζαμπαντάν σε όποιο λεωφορείο θέλω, με τα χαρτιά στο δόντια και μια τσάντα γεμάτη βιβλία και μπύρες. Από το Χορτιάτη στη Μηχανιώνα, από τα Ελευθέρια μέχρι το Γεντί Κουλέ. Μια στάση στην Βαλσαμή, να δω την καλή καρδιά τον Σαββίδη και να με πει, να με φωτογραφίσει ένω δεν ποζάρω αλλά ενώ προσπαθώ να ποζάρω - ΄΄ντεκόρ ανισσόρροπο΄΄ και ατσούμπαλο. Βγαίνουν καλύτερες έτσι, λέει. Σιάχνει ιστορίες και τραγούδια, τα γαμάει τα 4/4 απ΄ όλες τις μπάντες. Τον είδα μια φορά να βουτάει μια ηλεκτρική κιθάρα και να πλέκει.  Η μουσική έβγαινε από μέσα του και απλωνόταν παντού. Άγγελος με ένα ανεμιστήρα δεμένο στην πλάτη.


- Θέλεις λίγο νερό;
- Μπύρα δεν έχει;
- Δεν κάνει.
- Και πότε έκανε;



   Για μια καλύτερη ζωή. Φύγανε κάμποσοι και μου στέλνουνε ανταποκρίσεις από Βαρκελώνη, Βουδαπέστη, Γλασκόβη και προσκλήσεις να πάω να τους δω. Ίσως πάρω ένα λεωφορείο και τσούκου τσούκου δια της ανεργίας να τους φτάσω. Αλλά έχει πλάκα όταν επιστρέφουν για διακοπές. Φέρνουν πεσκέσια ωραία. Αλλαντικά πικάντικα και γλυκά περίεργα που δεν ήρθαν ακόμα εδώ αλλά η ξαμολημένη αγορά θα το φροντίσει κι αυτό. Τους βλέπω αλλαγμένους, πιο ήρεμους. Μια καλή δουλειά και στο πλάι κάποια αγάπη. Όταν τελειώνουν οι διακοπές του και φεύγουν πάλι, βγάζουν μια μαύρη πέτρα και την πετάνε πίσω τους. Η πέτρα δεν πέφτει κάτω αλλά βρίσκει εμένα στο κεφάλι. Φωνάζω, βρίζω, χαιρετάω και έτσι δεν με ξεχνάνε. Αν με ρωτήσει κανείς τι κάνω. . . Μαύρες πέτρες μαζεύω. . . Με το κεφάλι.


- Αν μπορώ να κουβαλάω εμένα, μπορώ να κουβαλήσω τα πάντα, το ακούς ρημάδι; Κι ας έχασα την χαμάλικα μου.


  Στην Αντιγονιδών, περιμένουμε με τον Βότση το τελευταίο 21 για Εύοσμο. Νιώθω ασφάλεια όταν γυρίζω μαζί του πίσω στα Ελευθέρια, για ξέρω ότι έχω δίπλα μου άνθρωπο από εκείνους που ο Σκύλος από την Σινώπη έψαχνε.
 Κουνάω τα χέρια μου ενώ μιλάω, βλέποντας ένα σκασμό συνωμοσίες. Ο Βότσης δεν συμφωνεί, ούτε διαφωνεί. Τα έχει ακούσει καμιά εκατοστή φορές. Που και που πετάει δυο τρεις λέξεις και εγώ τις πολλαπλασιάζω επί εκατό, διακόσια. Συνήθως καταλήγω στην Αθήνα, δυτικά κάπου, με χαμόγελο. Εκείνο το βράδυ όμως με πρόλαβε πριν το φινάλε ένας σουρωμένος πενηντάρης, δυο τρία μέτρα πιο πέρα από εμάς. Τραγουδούσε στον ψιλικατζή πίσω από την στάση το I want you, του Dylan.
- Είδες το Νόμπελ ; Κάθε χρόνο πρέπει να του το δίνουν του μπαγάσα με την καπελαδούρα.
 Ο Βότσης και πάλι δεν συμφωνεί ή διαφωνεί. Ακούει.
 Για αυτό και στο τελευταίο κεφάλαιο του Χορού των Καβουριών, τον βάζω να μαγειρεύει μια σαρακατσάνικη σπεσιαλιτέ, τσιγαριαστό, και να σερβίρει τον Σίμο. Από μηχανής θεός.





'Cause I can't get into it
Unless I get out of it
An' I gotta get out of it
Before I get into it
'Cause I never get into it
Unless I get out of it
An' I gotta be out of it
To get myself into it

F.Z.


- Το σκόρδο δεν διώχνει μόνο τα βαμπίρ και κατεβάζει την πίεση αλλά είναι και ένα εξαιρετικό αφροδισιακό. . . μου είπε ο Γκουρού της Βούλγαρη πριν σκεφτεί τι ασκήσεις αναπνοών χρειάζομαι.
- Δεν το ήξερα αυτό. Κάτι άλλο όμως να σε πω τώρα που το θυμήθηκα. Ένα καλοκαίρι, στην Ασπροβάλτα ο Σκορδάς ενώ έπινε τον καφέ του η μου είπε ότι ο κομμουνισμός είναι η καλύτερη ιδεολογία αλλά στα χαρτιά. Μπαίνουν όμως μετά οι άνθρωποι και άστα να παν στο διάολο. Κουφάλα παράγοντας ο άνθρωπος. Σκέψου το σαν ένα πολύ καλό σενάριο ταινίας που με το που ξεκινάνε τα γυρίσματα γαμιέται το σύμπαν. Κάπως έτσι μου τα είπε.
- Χμ. . .
έκανε ο Γκουρού της Βούλγαρη, χάιδεψε το γένι του και μου έγραψε ασκήσεις αναπνοών δέκα λεπτών η κάθε μία.





 Το 18 ξεκινάει από τα Ελευθέρια και καταλήγει στο Γεντί Κουλέ. Όλη πιάτο και ζευγάρια και παρέες καθισμένο να κοζάρει την θέα. Κάποιοι λένε - Τι ωραία θέα. . . και χουφτώνουν με τρόπο διακριτικό την διπλανή τους. Εκείνη συμπληρώνει - Ναι ωραία θέα να μου πιάνεις τον κώλο, ε; και γελάνε και οι δυο. Πιο πέρα εγώ με τα βιβλία και τις μπύρες που σου είπα. Μπουλγκάκοφ, Σελίν, Ο καλός Στρατιώτης Σβέικ - λογοτεχνία που ξεκοιλιάζει την ανθρωπότητα στα γέλια. Γιατί το κάνει αυτό; Για να την προλάβει. Πριν η ανθρωπότητα ξεκοιλιαστεί μόνη της. Και χωρίς γέλια.










- Φυσούσε τόσο που ήταν σαν ένα όλοι μπανιστίρτζηδες του κόσμου να γιουχάρανε όλα το ζευγάρια
του κόσμου.









 Από το Γεντί Κουλέ κατρακυλάω μέχρι την Αρχαία Ρωμαϊκή αγορά. Εκεί είναι η αρχόντισσα του Ρεβυθιού. Δουλεύει το σατανικό κόλπο να σερβίρεις το ρεβίθι σε κεφτέ. Πατάτες με την φλούδα και μια βιτρίνα με σαλάτες. Αλλά και γλυκά. Κόσμος μπαινοβγαίνει συνέχεια και βοσκάει ρεβυθοκεφτέδες. Φαλάφελ, με διορθώνει. Αν καμιά φορά πέσει πολύ δουλειά, μπαίνω μέσα στην κουζίνα και βοηθάω λίγο. Ύστερα βγαίνω και πειράζω τους πελάτες. Έξι μήνες με έχει απλήρωτο η αδίσταχτη. . . Εκείνη χαμογελάει και εξηγεί στους πελάτες ότι είμαι ενάντια στην μισθωτή σκλαβιά, συνεπώς δεν μπορεί να με πληρώσει. Οι πελάτες συμφωνούν μαζί της και τρώνε αυτό που παραγγείλανε. Μετά με κερνάει μια δυο τρεις τέσσερις μπύρες και εγώ την συνοδεύω μέχρι την στάση στην Αριστοτέλους.


- Χαμόγελο χωρίς γιατί.


 Ο Ντίνος ανοίγει ένα τετράδιο μέσα στην κουρσάρα του την ζωγραφιστή και μου λέει

- Σε τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα πρέπει να αλλάξω λάδια.
- Τρία πάνελα Αθήνα.
- Σωστά. Θέλεις την επόμενη φορά να σε πάρω μαζί μου;
- Όταν αλλάξεις τα λάδια.
- Ωραία.
- Θα έχω και έτοιμα δώρα να μοιράσουμε.
- Ωραία.
- Χαλάνδρι, Μπραχάμι, Πετράλωνα.
- Όπου θες.
- Μπορούμε να ξεκινήσουμε και βράδυ. Θα μιλάω συνέχεια για να μην κοιμηθείς. Θα το πιάσω από την Μάχη της Ζάμας που γεννήθηκα και θα το φτάσω στο τέταρτο όροφο στην Ιώνος Δραγούμη όπου πάνω σε τέσσερις μπαλέτες ο Κανακάρης συνθέτει ένα εκατομμύριο τραγούδια. Θα σου πώ για τον καφέ που μου έφτιαξε η Έλενα να συνέλθω όταν είχα πιει χαλασμένο ρούμι και έγινα σκατά. Για τις κωλόφατσες στο Καρπενήσι που είδανε δυο ανθρώπους χεράκι χεράκι να βολτάρουν και κοιτούσαν οι χερχελέδες με μισό μάτι. Για τον Βότση που σερβίρει τσιγαριαστό στον Σίμο και χωρίς το ξέρει του σώζει την ζωή. Για δίδυμες αδερφές που μπέρδεψαν και με έπεισαν - χωρίς να το θέλουν - πως είμαι μεθυσμένος - χωρίς να είμαι. Για τον Σκορδά που έμπαινε μες στο καφενείο να πιεί ένα δυο τρία τέσσερα κατοσταράκια ούζο και ένα αρχίδι του φώναζε με μίσος - Καλώς το κουμμούνι και ο Σκορδάς απαντούσε - Δεν γαμιέσαι ρε μαλάκα, αϊ σιχτιρ φασιστόμουτρο. Για την Ναζλού που δούλευε στα τούβλα. Για τον Εχθρό του ποιήτη και τον Σκαρίμπα. Για καριολίκι ιστορικό και εξακουληθητικό. Για χερχελέδες, αχκάκηδες, λαϊστερες και γιαβουκλούδες. Για τον Jordi Νεαπόλεως και ενίοτε Συκεών. Για τον Μουστάκα, την Dora στην Βούδα και τον υποθετικό τους γιό, τον Imre Moustaka. Για τον Κοζανίτη προβοκάτορα Γκοβεδαρο. Για την Αννούλα που οδηγάει καλύτερα από εσένα όταν με κατεβάζει στο κέντρο αλλά εσύ το πας καλύτερα όταν με γυρίζεις στο Κορδελιό. Για ένα κάρο πράματα που κουβάλησα χωρίς την χαμαλίκα και τα θυμάμαι όπως θέλω.
- Εντάξει. . .