Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017


Στην Γ.Δ.

πως ηχογραφούσε ο λατερνατζής o Bach

πως με μια κοροϊδία και με ταχύτητες κομμένου φωτός

πως μεθυσμένος πετούσε χώμα και λουλούδια στην άσφαλτο

πως χορτάτος με τα δόντια σάπια, σκόρπια

πως οι γιατροί έχουν κέφια και αυτοσχεδιάζουν

πως τα καπέλα μένουν τελικά και όχι τα κεφάλια

πως το δέρμα και η καθαρή του απόδοση

πως δεν περισσεύουν άλλες καρδιές

πως οι κανίβαλοι απήργησαν και ο ευνουχισμένος

την τρελή πια δεν την φοβάται

πως ικανοί για τίποτα το νηφάλιο

τσακισμένοι απ' ό,τι χαζό και απ΄ αύριο



πως από μια διαίρεση βγαίνει εξουσία 

και το μηδέν κομμένο στην μέση

χαμόγελο που κυλάει από τον παλιό το δρόμο



τώρα

μελωδίες από Σινικό υπόγειο

σήματα μορς με κουτουλίδια και φιλιά,

μακελειό, γκελ στις αγκαλιές

τακούνια να ανηφορίζουν τον Γολγοθά

GPS με την φωνή του Ιωάννου Μεταξά

επιστροφή με τα τέσσερα στις παρεξηγήσεις

στα συμπληρώματα

στις υπερβολές

στους μύθους


καμιά προκοπή
και τέλος

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

τ.


 Αφήνουμε την Θεσσαλονίκη βράδυ αρματωμένοι. Κατρακύλα στην Αθήνα. Ταξιδεύω με έναν άγγελο με κοκκινισμένη από το κρύο μύτη. Άοπλος, αόρκιστος εγώ στον στρατό, ο άλλος στην αναπαράσταση της Μάχης στο Καλπάκι. Περιηγητής.
 Απέναντι μας μια κυρία για Λιανοκλάδι. - Από το Ντίσελντορφ ήρθα και θα ρθουν να με πάρουν, θα ρθουν να με πάρουν, τρεις η ώρα θα σηκωθούν να 'ρθούν να με πάρουν. Εσείς; Εκδρομείς; Εμένα θα έρθουν να με πάρουν. . .
 Όχι ρεμούλας και φοροαπαλλαγής, απλοί εκδρομείς, εμείς. Κατρακύλα για Αθήνα. Συστημένοι.
Το βαγόνι ήρεμο σχετικά. Ούτε παρεούλες με μπηχτοιστόριες - Στα τέσσερα κι ας είναι δεκατέσσερα και να σου τρίβεται και πέτρα εγώ -  ούτε φαντάροι, μόνο ένας να ψάχνει με το λουκάνικο στον ώμο την θέση του - Για την Πατρίδα ρε, τι να κάνεις;
 Ύπνος, ναι και όχι, τσιγάρο στην στάση, δέκα λεπτά, στο Παλαιοφάρσαλο, ο παραδιπλάνος να ξέρει σε ποιο βαγόνι ειναι το κυλικείο όταν τον ρωτάω αλλά και όταν δεν τον ρωτάω ότι αυτοί οι πούστηδες οι μασόνοι όλοι, αποκαϊδια, το μπουρδέλο πως να το κάνουν μέγαρο, μαλάκες εγώ καλά σας τα έλεγα και φτάνουμε ξημέρωμα, χωρίς να έχει κάνει κακό ο ένας στον άλλο.

Ίσως δεν ακούω καλά.

 Καφές στο σταθμό Λαρίσης και μετά στάση έξω από την Βουλή. Ένα μαύρο κωλόπραμα σύννεφο από πάνω της.
 Πιο κάτω από την Όμονοια κατοικοεδρεύουμε. Χαμόγελο, καλή καρδιά και φιλοξενία. Το έχουμε σαν ορμητήριο και κάθε πρώι πάνω κάτω με πόδια. Να βρούμε εικόνες. Να πιάσουμε ατάκες. Εκ του ασφαλούς στο ύψος των παραστάσεων

από το τσουβάλι

- Μπαμπαταράντουλος.
- Coooneheads.
- Προχωράτε.
- Από που είστε;
- Ένας Σαρακατσάνοσουρδος στο Γκάζι.
- Όχι, Ερούλοι είμαστε.
- Ποιο αιώνα ξεπάτωσαν αυτοί, το Θησείο και τα πέριξ;
- Τον τρίτο.
- Ρε χαμένοι. . .
- Προχωράμε.
- Που πήγε το Μαρικάκι;
- Να χαιρετήσει τον Γκοντάρ και φεύγουμε.
- Ακοινώνητοι που είμαστε. Έπρεπε να πάμε να κουνήσουμε κεφάλα και εμείς.
- Να πάρεις παυσίπονα από το περίπτερο.
- Τι ματάρες που έχει.
- Σαν εκείνα τα φώτα που ξεκάνουν τα κουνούπια.
- Μπρος.


Χάλκινα μέσα μου ενώ λαχανιάζω στις αναφορές.
Εμβατήρια κοφτά, άνεμοι να μουντζώνουν την πόλη.
Κοροϊδεύω.
Χαμογελάει.
Δεν είμαι ο Bobby Brown.
Όχι άχρηστο δίκιο όταν μιλώ. Τίποτα.
Μόνο μαζεύω τα χαρτάκια από τα καρέλια, να σου δώσω ένα μικρό πάκο, να το κάνεις με λίγες κινήσεις - σαν να τις ξέρεις εσύ μόνο - καραβάκια.
Χάλκινα μέσα μου, εκείνη απ΄ έξω.
Μουσική, δική της.

- Τραβάτε, ρε.
- Απαγορευμένη γνώση με πέντε ευρώ.
- Πιο κάτω την έχει τέσσερα.
- Άμα βγει τζάμπα η απαγορευμένη γνώση, να δεις τι έχει να γίνει. 
- Αιγίδα βραστή. . . Αιγίδα βραστή. 
- Πρόσεξε μην πεταχτεί κάνας Έρουλος που ξεχάστηκε εδώ και μας φάει τα αυτιά.
- Και μετά που θα ακουμπάνε τα γυαλιά μας.
- Το ένα μου έχει ήδη αχρηστευθεί. 
- Σου πέφτουν και τα δόντια.
- Και το μυαλό κουρκούτι.
- Κελεπούρι είσαι ρε.
- Εμπρός, προχωράτε.
- Αλλαγή παραστάσεων εδώ.
- Πρέπει να έπεσε τόσο τσιμέντο όσο στο Σινικό Τείχος.
- Chinese Basement.
- Να και το σπίτι του Άκη.
- Για αυτόν έγραψε τον Τυφώνα ο Zimmerman.
- Αυτά τα λένε οι ανόμπελοι.
- Πρέπει να βάλουν κάποια πλακέτα εδώ πέρα.
- Μνήμη και πλακέτα, όλα στο πιάτο. Γνώση ρε.
- Άμα το καλοσκεφτείς, όποια εξέλιξη και κατάντια είναι. . .

- Με τόσα που ήπιες, μπορούσες να ακούσεις ό,τι θες.

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

από το ίδιο τσουβάλι


- Κουτουλιές.
- Ο επόμενος.
- Σπρώξε.
- Τζάμπα περιμένουμε;
- Αγαπηθήκαμε;
- Ναι αλλά ήταν σαν να ερχόντουσαν με απόφαση να τουλουμιάσουν μόνο τον έναν και εμείς δείχναμε - να ένα δάχτυλο - τον άλλον.
- Αλλιώς τα θυμάμαι εγώ.
- Και εκείνα αλλιώς σε θυμούνται..
- Ο επόμενος.
- ΖΖΖΖΒΙΝΝ
- Ναι; Επιδοματοφάγοι;
- ΦΡΡΡΡΡΡΡΦΤΑΦ.
- Μπηχτοχαρούλες ανόμπελες.
- ΚΡΑΚΕΝΖΒΑΧ
- Ναι, χουντικοί και νοσταλγοί του rock 'n roll, τα ΄χεις ξαναπεί.
- Ο επόμενος.
- Τα βυζά της, λέει ο σαλιάρης, όπως μου αρέσει το μπάσο σε αυτό το κομμάτι.
- Βάλανε και σαξόφωνο και μια μουρλή που μασουλάει άριες.
- Ο επόμενος.
- Κούνια μπέλα στις κρεμάλες.
- Μόνο η χαμαλίκα μου και τίποτα άλλο.
- Και ο Αζαζέλος στον ΟΑΣΘ.
- Μαζί με τις γυναίκες του Nagyrév;
- Με διόδια στις Συμπληγάδες.
- Για όλα είναι ικανοί.
- Θα επαναλειτουργήσει ο Λευκός Πύργος. Φυλακή πάλι. Μόνο για αρχαιοκάπηλους.
- Όλα γίνονται.
- Ο επόμενος.
- Σήκωσε το κινητό και ούρλιαζε ΕΔΩ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΝΕΚΡΟΙ και από την άλλη πλευρά ένα  Δηλαδή να μην έρθω;
- Τι να πεις. . .
- Αστραγγάλιστοι θα φτάσουμε στην Αθήνα.
- Ξημερώματα.
- Αξιομαρκάριστοι.

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Αργάμης


   Αλλήθωρος, αμπλαούμπλας σαν κατασκεύη αλλά και στα λόγια. Μουτράκλα γενναία απ΄ το 2008 - όλα να τα περιπαίζει και ένα σάπιο δόντι  πότε πότε τον κυβερνά - βουτάει τα χέρια του στο χώμα και λέει ότι η γη γυρίζει μα δεν καμαρώνει σαν αρχαίος πούστης,  δεν κοπανάει την καλή του δυο με πέντε, κουβαλάει και πάει. . . Τον βλέπω, τον χαζεύω. Χαιρετάει φίλους με την ταυτότητα τους στα δοντιά να τρέχουνε για μεροκάματο εξωτερικό και λέει από μέσα του Μακαλούνο-Μακάλμι, βυζά, μπύρες και οι αυτόχειρες στην κωλοχαράδρα. . . Με κεράσματα και καλοσύνες, προκοπή δεν θα βρεις. . . και κουβαλάει και παέι.

 Του φωνάζω, τον χαιρετάω, λίγο παραπάνω να πιω κι εγώ.

 Κερνάει.

- Καργιολίκι, ιστορικά αποδεδειγμένο μάστορα. . , Άκου με που σε λέω. . . Θα τα γράψεις όλα αυτά; Αλλά όλα. . . Με ονόματα και πως σκατά περπατάνε ακόμα ωραίοι. . . Βάλε και ένα σαξόφωνο μέσα πλάι σε μαρμαροκολόνες. Αυτές ρε να βάλεις, τις επί πιστώσει και τις άλλες τις καρδιές, που τα βγάζανε και τα θέλανε όλα μπροστά. . . Τα γέλια που κάναμε ενώ μας γδέρνανε οι αχώνευτοι. . . Και όλο το γαμημένο σόι. . . Συνωμοσία αυτοί. Μασονία άλλα όχι σαν του ΟΑΣΘ. Και τον χορό των καβουριών. . . Και τις μαλακιές. . . Όλα,όλα να τα γράψεις. Κάθε γραμμή και μια αναπνοή που δεν φαγώθηκε. . . ή φιλί που ακόμα πληρώνεις με την κεφάλα σου να βαράς στον τοίχο και ο τοίχος, καλός αυτός, να μην πέφτει να ησυχάσεις. Όλα ρε. . .

- Έκλεισε.


Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Ανάγκη



1.


 Περπατάνε αγκαζέ,αμίλητοι στην μεγάλη πλατεία με τα μάρμαρα. ΄΄Εκεί πιο κάτω ένας τίναξε τα πέταλα. . . Από μόνος του, όχι από φυσικού του. Κάτω από τα δέντρα, μεσημεράκι. . . Θυμάσαι;΄΄. Εκείνη κάτι πήγε να πει αλλά την έκοψε ένας κουρελιάρης τσακισμένος, με μια τεράστια ταμπέλα να σκεπάζει το στέρνο του. Σε αυτή πάνω όλος ο πόνος και η ζωή του. Έχει καρκίνο στον εγκέφαλο. Δείχνει χαρτιά, εξετάσεις που το αποδεικνύουν. Ο άλλος του δείχνει την καλή του και του λέει Εσύ μάστορα έχεις αυτό το κωλόπραμα στο κεφάλι σου, εγώ αυτή στο σβέρκο μου. . . Κάνουμε μια τράμπα; Τι λες; Είναι καλύτερη από ότι φαίνεται. . .  και κουνάει τα χέρια του, φουρφούρια μάυρα, γύρω της, να ξεδιπλώσει την χάρη της. Ο κουρελιάρης την κοίταξε, δεν κατάλαβε και γύρισε να βρει άλλους να πει τον πόνο του. Η καλή του δεν μίλησε, μόνο κοιτούσε κάτω τα μάρμαρα.

 Συνέχισαν τον δρόμο τους ως την αποβάθρα του μετρό.

 Μέσα στο βαγόνι τον έπιασε. Το στομάχι του καιγόταν. Ένιωθε τα έντερα του να λιώνουν, να του φωνάζουν ότι τελειώνει. Το κεφάλι του ήταν έτοιμο να πέσει κάτω και να σπάσει. Φλόγα ολόκληρος, έτοιμος να σβήσει. Γύρισε ζαλισμένος, την κοίταξε και της έπιασε το χέρι. Ήταν παγωμένο και τον δρόσισε λίγο. Ένιωσε καλύτερα.
Ζορίστηκε αλλά της το είπε.
Συγνώμη.
Το πρόσωπο της άλλαξε χρώμα και σχήμα. Κοκκίνισε και τα μάτια της μεγάλωσαν, γίνανε διπλά, έτοιμα να τον δαγκώσουν να σκάσει. Τράβηξε με δύναμη το χέρι της, κόλλησε το μούτρο της στο δικό του και άρχισε να ουρλιάζει Ψόφα. . . Ψόφα. . .Ψόφα ρε πια. Δεν σε αντέχω. . . Ψόψα. Καταλαβαίνεις; Ψόφα. . . Μπορείς να το κάνεις; Για μένα, να ψοφήσεις να μην σε ακούω πια. . . Ψόφα, γαμώτο. . .

 Μια γριά παραδίπλα της χώθηκε. Ντροπή σου κοπέλα μου, ντροπή. Ο άνθρωπος είναι χάλια, έτοιμος να πέσει κάτω. . . Δεν τον βλέπεις; Τι του φωνάζεις; 
- Άμα τον πονάς τόσο ρε σάψαλο, παρ΄ τον σπίτι σου να τον έχεις να τον χαίρεσαι. . . 
- Αν μπορείτε. . . ψιθύρισε εκείνος.
Η γριά δεν απάντησε. Σηκώθηκε γρήγορα και πήγε στην άλλη άκρη του βαγονιού.
Αν μπορούσε.




2.


 Στα εφημερεύοντα, από εκεί που με στείλανε στον διάολο και εκείνος με την σειρά του με γύρισε πίσω. Σταυροπόδι στην αίθουσα αναμονής. Μας έχουνε σταυρώσει μέχρι να βγει η νοσοκόμα. Ένας στους δέκα, ανασταίνεται, οι υπόλοιποι; Ένας μπινές ζητάει τσιγάρο. Έχω αλλά δεν του δίνω. Του δείχνω όμως έναν που τον έχουν πετάξει στο φορείο και ουρλιάζει - πέτρα στα νεφρά -.΄΄Αυτός έχει΄΄. Πηγαίνει άνετος και του ζητάει. Ο άλλος ενώ ουρλιάζει βγάζει από την τσέπη του ένα πακέτο και του δίνει ένα τσιγάρο.
- Ευχαριστώ ομορφιά μου. . . Και περαστικά.
- ΑΑΑΑΑΑΑ. . . ευχ. .ευχαριστώ. . .
 Κάποια στιγμή έρχεται και η δική μου η σειρά. Σέρνομαι και μπαίνω μέσα στο δωμάτιο των γιατρών. Μια καλή κυρία, ογδόντα περίπου Μαΐων με τα βυζιά απ΄ έξω και ένα εγκεφαλικό είναι ξαπλωμένη σε ένα φορείο στην μέση του δωματίου. Μια νοσοκόμα ρωτάει - Τι θα κάνουμε με αυτό; - Θα δούμε. . . απαντάει ένας από τους γιατρούς, μια χαψιά άνθρωπος. Έχω χάσει μισό λίτρο αίμα από πίσω, τα μέσα μου καίγονται. . . Τίποτα. Καμιά μουσική. Όχι, ένα ραδιοφωνάκι παίζει παλιά, αθάνατα σουξέ. Κάτι είναι και αυτό. Μια νοσοκόμα, παλαιστής χωρίς χιούμορ με πλησιάζει. Αυτήν λέω, θα την έχουν για τις φάπες. Πριν με αρχίσει την κόβω,

 - Θα με ταΐσετε στους δεινόσαυρους; Είστε Αριστερή; Είστε από την Γαλατινή; Αν κάποιος πάθει δηλητηρίαση μέσα στο νοσοκομείο, τον πάτε σε άλλο; Οι σακούλες σκουπιδιών που χρησιμοποιείτε είναι οικολογικές; Το ξέρετε ότι μοιάζετε στην Εύα Μπράουν; Ή μάλλον η Εύα Μπράουν μοιάζει σε εσάς. . . Φαντάζομαι ότι έχετε το ίδιο γούστο με εκείνη στους άντρες. Είστε παντρεμένη; Υπάρχουν ακόμα ήρωες ε; Δυο μεροκάματα κάτω από την ίδια στέγη. . . Ευτυχία. Μην με παρεξηγείτε, έχω χάσει πολύ αίμα και λέω ό,τι θέλω. . . Ελευθερία. . . Μήπως περισσεύει κάνα κρεβάτι; 

 Με κοιτούσε η κοιμισμένη, δεν απάντησε. Έστειλε μια άλλη να μου πάρει τα στοιχεία και αίμα. Έγραψε κάτι σε ένα χαρτί ( Να με μαζέψουν; Να με δείρουν; ) και βγήκε πάλι έξω.
 Κάποια άλλη στιγμή, δυο ώρες μετά - πόσο αίμα φεύγει σε δυο ώρες; - με βούτηξε ο νοσηλευτής, με έβαλε στο αμαξίδιο και αρχίσαμε να τρέχουμε πέρα δώθε, ανάμεσα σε αυτούς που δεν τους είπανε ακόμα τι έχουν .Φάνηκε καλός άνθρωπος.

- Κύριε νοσηλευτά, θα ζήσω;
- Θέλεις να ζήσεις;
- Εγώ θέλω.
- Τότε θα ζήσεις.
- Κουβαλάτε και πτώματα;
- Ενίοτε. . .

 Σε μια στροφή του διαδρόμου, με αδειάζει κάτω. Γέλια οι άρρωστοι και οι γιατροί. Οι νοσοκόμες δεν γελάνε, όμως γελάω εγώ. Μου δώσανε με τον τρόπο τους παράταση, τους έδωσα κάτι λίγο από μια παράσταση και ό,τι έμεινε είναι η ψυχαγωγία τους.



3.


 Ήταν τελεσίδικη η αρρώστια χωρίς όλα καλά και οι γιατροί αυτοσχεδιάζαν, το - όχι τον - είχανε κάνει μπαλάκι στους διαδρόμους των νοσοκομείων. Εξετάσεις και πάλι εξετάσεις, διαφωνίες για το τι αγωγή θα ακολουθήσει, τι διαιτολόγιο.

 Αυτό - όχι αυτος, χάθηκε το ''αυτός'' - είχε καταλάβει ότι τέλειωνε. Τα παυσίπονα ήταν πια άχρηστα και ο πόνος δεν το άφηνε πολύ να σκέφτεται. Μόνο έξω από το παράθυρο κοιτούσε για λίγο τα κέρατα των πολυκατοικιών και μετά γύριζε στο μαξιλάρι του, να βολευτεί. να τον πάρει ο ύπνος.


. . .


- Γιατρέ, πέρασα τις εξετάσεις ή θα με κόψετε με το νυστέρι;
- Η κατάσταση δεν σηκώνει αστεία. Μην το κάνετε αυτό στον εαυτό σας.
- Ό,τι ήταν να κάνω το έκανα. Τώρα απλά σας βλέπω από πάνω να με λιβανίζετε και να με τρέχετε όλοι μέρα. Βάλατε μεταξύ σας κάνα στοίχημα ότι θα με σώσετε;

 Δεν είπε τίποτα και έφυγε νευριασμένος. Μάλλον.

 Στον θάλαμο, ο διπλανός μου είχε πεθάνει την προηγούμενη μέρα στο χειρουργείο. Κοιμισμένος, ανοικτός τους την έσκασε. Με εμένα να δω τι θα κάνουν. Ταλαιπωρία. Αλλά δεν υπάρχει δόλος. Αυτό το αναγνωρίζω. Είναι τυπικοί και οι νοσοκόμες κουρασμένες, με τα σώματα τους γυμνασμένα από τις εφημερίες. Θα αρρωστήσουνε ποτέ; Κι αν αρρωστήσουν θα πάνε σε άλλο νοσοκομείο;
Την περίμενα όμως. Ήξερα ότι θα ρθεί.
Ήρθε. Έφερε και ένα κουτί χυμό και μπισκότα. Να έχω κάτι να κερνάω όσους έρχοντουσαν να με δούν. Εγώ με το ζόρι νερό έπινα. . .

- Ήρθες να ακούσεις τα τελευταία μου λόγια; Έχω ένα καλό. ΦΑΤΕ ΠΟΥΤΑΝΕΣ ΤΑΛΙΡΑ ΚΑΙ ΠΟΥΣ. . .
- Σταμάτα.
- Όπου ΄ναι ναι θα γίνει και αυτό.
- ΣΤΑΜΑΤΑ.
- Τελείωνει ο χορός των καβουριών, τελειώνει. Τέρμα τα ακροβατικά μέσα στο δίχτυ. Πες μου όμως, γιατί ήρθες;
- Να σε δω, χαζέ.
- Με είδες;
- Σε βλέπω.
- Και πως νιώθεις;
- Είσαι ηλίθιος.
- Μπράβο, μπράβο. . . Ωραίος τρόπος.
- Μα. . .

 Έφυγε μετά από λίγο. Δεν είπαμε τίποτα παραπάνω, μόνο της είπα να δώσει το χυμό και τα μπισκότα στις νοσοκόμες. Οταν ήρθε η νοσοκόμα να με ευχαριστήσει, με ρώτησε τι της έκανα της κοπέλας.

  - Κάτι που μου είχε πει παλιότερα να κάνω. . . Γιατί τι έπαθε;
  - Έκλαιγε.


. . . 


 Το βάλανε πάνω σε φορείο, το σκέπασανε με ένα σεντόνι και άρχισαν να το τσουλάνε μέχρι τα υπόγεια. Ο πτωματοχαμάλης ήταν γερός άντρας. Είχε σπρώξει πολύ στην ζωή του. Προτίμουσε τα πτώματα από τους ζωντανούς, γιατί ήταν ήσυχα και δεν είχανε απόψεις. Αν τρακάριζε κάπου το φορείο δεν γκρινιάζαν, δεν τον μάλωναν, δεν μάλωναν μαζί του. Ήταν παραπάνω από βολικοί. Ήταν βολεμένοι.



Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Β. & Λ.

χαζή καρδιά
καλή καρδιά
όταν ξαναμοιράσεις τον κόσμο
να θυμηθείς μόνο τα καλά μας

και τα άλλα στον αγύριστο

από εκεί που ξεκινήσαμε
σαν αστείο
και μας πήγανε καροτσάκι
                             καρσί
για άλλα αστεία ( θιάσος απλήρωτος - τσούρμο αγαθομούνικο
να αναρωτιέται για το καιρό
και ποιος ψόφησε από τα γέλια ).
 

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

μια στάλα



 τα δάχτυλά του να του ρουφιανεύουν την γλύκα της


  Έτσι γυμνή και κουρασμένη, απλωμένη στο κρεβάτι.
  Να θέλει να κλείσει τα μάτια της και να χαθεί. Για λίγο.
  Και ο άλλος;
  Σαν ανέκδοτο, από τα βερεσέδια της Ιστορίας. Προσπαθεί όλη την ώρα, κάτι σαν αστείο. Την κουνάει, την πειράζει, την σκουντάει πάλι, ρωτώντας την μήπως θέλει κάτι, μήπως δεν θέλει. Μήπως. . .
  Αμολάει ομολογία, χωρίς να τον αγγίξουν. Κελαηδάει. Όλα μπερδεμένα, το ένα πίσω από το άλλο.
  Ένας ματζίρης, λέει, με διχασμένη προσωπικότητα και δως του χάπια, που είχε την απαίτηση, να ζητήσει νοίκι από τον ΄΄άλλον΄΄ που κουβαλάει μες το κεφάλι του.
  Ένας πιτσιρίκος, που τον έστηνε η γιαγιά του, μπρος  στο κάδρο του Βασιλέα, και του έλεγε ότι αυτός θα πάρει την Πόλη, ότι έχει έξι δάχτυλα, ότι. . . Και ο πιτσιρίκος αναρωτιόταν, τι σκατά, αυτή την δουλειά κάνουμε όταν με φέρνουν εδώ και φεύγουν ο μπαμπάς με την μαμά. Μια φορά τον κυνήγησε η γιαγιά του να τον δείρει για ένα τζάμι που έσπασε ένω έπαιζε. Πήρε και αυτός ένα τούβλο που βρήκε από ένα γιαπί στην αυλή - χτίζανε ένα αποθηκάκι - και της το πέταξε. Όχι θα κάτσω να τις φάω. . . Το τούβλο την βρήκε στο στήθος και την ξάπλωσε. Για μια στιγμή σκέφτηκε να την σπρώξει στο λάκκο με τον ασβέστη. Αλλά δεν το έκανε. . . Τον πρόλαβαν θείοι και θείες που έτρεξαν να συνεφέρουν την γριά.
  Μια ανθολογία ποιήματων με τον τίτλο, Ενώ ο κόσμος καίγεται.
  Μια λυκειάρχισσα σκατόψυχη, που τζαμάκωνε τα σαντουϊτς της ενισχυτικής διδασκαλίας για την γούλα της.
  Μια αποθηκούλα που την χρησιμοποιούσε μια ομάδα για παραστάσεις και πρόβες, καίγεται μέσα στην νύχτα.

- Μα τι έγινε;
- Ξεκινήσαμε να αυτοσχεδιάζουμε και το πράγμα κάπως ξέφυγε.
  
  'Ενα περίεργο τσούρμο, που ανάθεμα από που ήρθαν, μόνο και μόνο για να χαρίσουν. Να χαρίσουν τα πάντα - ακόμα και από τα κλεμμένα.

 Ονόματα και επίθετα που μοιάζουνε με ξόρκια, κουβαλώντας κόσμους και συνθέσεις μουσικές που θυμίζουν σώματα. 

 Συνεχίζει. Φτάνει να χτυπιέται, να κουνάει τα χέρια σαν να θέλει όλα να τα δείξει, να τα πει, το πρόσωπο του δεν κάθεται πουθενά, αλλάζει τομάρι συνέχεια, θέλει να. . .

  Εκείνη τότε βάζει μπρος τα χέρια της και σηκώνεται από το κρεβάτι.
  Τον κοιτάζει. Τι ιστορίες, τα μάτια της και πόνος.
  Κουρασμένη ακόμα. Σαν να την ενοχλεί τόση ώρα αλλά να μην θέλει να τον μαλώσει.

  Επιτέλους, βγάζει τον σκασμό.
  Αλληθωρίζει, κάνει ότι δεν ξέρει, τον χαζό που ΄΄μόλις τώρα ήρθε....΄΄, εκείνον που ξέμεινε, ευχαριστημένος μια στάλα με μια μουρλή προσευχή και μόνο με το όνομα της.

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Being happy is part of being crazy, λέει. . .



 Από τα ΚΤΕΛ ποδαράτι μέχρι το σπίτι. Τι ωραία να ακούω την φωνή σου, σαν να με πιάνεις από το χέρι και λες μην δίνεις σημασία, προχώρα, μια ανάσα μια επιτύχια - τσιγαρόβηχας με ηχώ, Μαρίκα μου, τον συνεχίζω εγώ και κάνω ότι πνίγομαι. Πρόβες, ματάρες μου. Πρόβες, μια δεκαπενταετία. . . και ζούμε. Τα χουφτώνω όλα από την αρχή και οι ιστορίες μου τελειώνουν - όταν τελειώνουν οι ιστορίες, τελειώνουν και οι φίλοι. Μούρες μένουν μόνο.

Τριγυρίζω στους γέρους πάλι. Ιστορίες, ιστορίες, ιστορίες - όχι συμπεράσματα, όχι αριθμοί. Τα υπόλοιπα παπατζιλίκι. Έστω και καλοπροαίρετο.

Χθες ξενάγησα ένα Γάλλο κάπου είκοσι χρονών που μπλέχτηκε με οικολογία και πολιτική και ήρθε στην Θεσσαλονίκη να βρει άλλους με τις ίδιες ανησυχίες να τα πούνε και να οργανωθούν.

Είχατε το ίδιο μπόι αλλά αυτός ήταν καστανόξανθος με γένια και μιλούσε τα γαλλικά καλύτερα από εσένα.

 Δεν του είπα Zoot Allures. Ήμανε καλός. 
Όπως στην Αθήνα.

Τον γύρισα όλο το κέντρο και έλεγα ό,τι θυμόμουν με τα σπασμένα αποικιοκρατικά μου για τις εκκλησίες και τα φαγάδικα, για το κοτζαμάνικο. Σταματούσα πότε πότε στα περίπτερα για καμιά μπύρα. Ο Γάλλος - Τίο τον λέγανε - με ρώτησε γιατί πίνω. Του είπα ότι φταίει ο πούστης ο Petain. Γέλασε και συνεχίσαμε. Τον ρώτησα και για τον Celine, μου είπε Voyage au bout de la nuit και κούνησα την κεφάλα μου.

Τον άφησα και εκεί που θα τα έλεγε με τους άλλους και γύρισα σπίτι.

  Δεν βγάζω συμπεράσματα ούτε συγκρίνω πια.
  Τις μάγισσες δεν τις έκαψα.
  Τις άφησα να φέξουν μοναχούλες τους.
  Κάψανε άλλους,
  κάνανε και παιδιά.

       Δεν άλλαξαν πολλά. . . Τα ρούχα μόνο.

      Τηλέφωνο από Γερμανία.