Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

μια στάλα



 τα δάχτυλά του να του ρουφιανεύουν την γλύκα της


  Έτσι γυμνή και κουρασμένη, απλωμένη στο κρεβάτι.
  Να θέλει να κλείσει τα μάτια της και να χαθεί. Για λίγο.
  Και ο άλλος;
  Σαν ανέκδοτο, από τα βερεσέδια της Ιστορίας. Προσπαθεί όλη την ώρα, κάτι σαν αστείο. Την κουνάει, την πειράζει, την σκουντάει πάλι, ρωτώντας την μήπως θέλει κάτι, μήπως δεν θέλει. Μήπως. . .
  Αμολάει ομολογία, χωρίς να τον αγγίξουν. Κελαηδάει. Όλα μπερδεμένα, το ένα πίσω από το άλλο.
  Ένας ματζίρης, λέει, με διχασμένη προσωπικότητα και δως του χάπια, που είχε την απαίτηση, να ζητήσει νοίκι από τον ΄΄άλλον΄΄ που κουβαλάει μες το κεφάλι του.
  Ένας πιτσιρίκος, που τον έστηνε η γιαγιά του, μπρος  στο κάδρο του Βασιλέα, και του έλεγε ότι αυτός θα πάρει την Πόλη, ότι έχει έξι δάχτυλα, ότι. . . Και ο πιτσιρίκος αναρωτιόταν, τι σκατά, αυτή την δουλειά κάνουμε όταν με φέρνουν εδώ και φεύγουν ο μπαμπάς με την μαμά. Μια φορά τον κυνήγησε η γιαγιά του να τον δείρει για ένα τζάμι που έσπασε ένω έπαιζε. Πήρε και αυτός ένα τούβλο που βρήκε από ένα γιαπί στην αυλή - χτίζανε ένα αποθηκάκι - και της το πέταξε. Όχι θα κάτσω να τις φάω. . . Το τούβλο την βρήκε στο στήθος και την ξάπλωσε. Για μια στιγμή σκέφτηκε να την σπρώξει στο λάκκο με τον ασβέστη. Αλλά δεν το έκανε. . . Τον πρόλαβαν θείοι και θείες που έτρεξαν να συνεφέρουν την γριά.
  Μια ανθολογία ποιήματων με τον τίτλο, Ενώ ο κόσμος καίγεται.
  Μια λυκειάρχισσα σκατόψυχη, που τζαμάκωνε τα σαντουϊτς της ενισχυτικής διδασκαλίας για την γούλα της.
  Μια αποθηκούλα που την χρησιμοποιούσε μια ομάδα για παραστάσεις και πρόβες, καίγεται μέσα στην νύχτα.

- Μα τι έγινε;
- Ξεκινήσαμε να αυτοσχεδιάζουμε και το πράγμα κάπως ξέφυγε.
  
  'Ενα περίεργο τσούρμο, που ανάθεμα από που ήρθαν, μόνο και μόνο για να χαρίσουν. Να χαρίσουν τα πάντα - ακόμα και από τα κλεμμένα.

 Ονόματα και επίθετα που μοιάζουνε με ξόρκια, κουβαλώντας κόσμους και συνθέσεις μουσικές που θυμίζουν σώματα. 

 Συνεχίζει. Φτάνει να χτυπιέται, να κουνάει τα χέρια σαν να θέλει όλα να τα δείξει, να τα πει, το πρόσωπο του δεν κάθεται πουθενά, αλλάζει τομάρι συνέχεια, θέλει να. . .

  Εκείνη τότε βάζει μπρος τα χέρια της και σηκώνεται από το κρεβάτι.
  Τον κοιτάζει. Τι ιστορίες, τα μάτια της και πόνος.
  Κουρασμένη ακόμα. Σαν να την ενοχλεί τόση ώρα αλλά να μην θέλει να τον μαλώσει.

  Επιτέλους, βγάζει τον σκασμό.
  Αλληθωρίζει, κάνει ότι δεν ξέρει, τον χαζό που ΄΄μόλις τώρα ήρθε....΄΄, εκείνον που ξέμεινε, ευχαριστημένος μια στάλα με μια μουρλή προσευχή και μόνο με το όνομα της.

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2016

Being happy is part of being crazy, λέει. . .



 Από τα ΚΤΕΛ ποδαράτι μέχρι το σπίτι. Τι ωραία να ακούω την φωνή σου, σαν να με πιάνεις από το χέρι και λες μην δίνεις σημασία, προχώρα, μια ανάσα μια επιτύχια - τσιγαρόβηχας με ηχώ, Μαρίκα μου, τον συνεχίζω εγώ και κάνω ότι πνίγομαι. Πρόβες, ματάρες μου. Πρόβες, μια δεκαπενταετία. . . και ζούμε. Τα χουφτώνω όλα από την αρχή και οι ιστορίες μου τελειώνουν - όταν τελειώνουν οι ιστορίες, τελειώνουν και οι φίλοι. Μούρες μένουν μόνο.

Τριγυρίζω στους γέρους πάλι. Ιστορίες, ιστορίες, ιστορίες - όχι συμπεράσματα, όχι αριθμοί. Τα υπόλοιπα παπατζιλίκι. Έστω και καλοπροαίρετο.

Χθες ξενάγησα ένα Γάλλο κάπου είκοσι χρονών που μπλέχτηκε με οικολογία και πολιτική και ήρθε στην Θεσσαλονίκη να βρει άλλους με τις ίδιες ανησυχίες να τα πούνε και να οργανωθούν.

Είχατε το ίδιο μπόι αλλά αυτός ήταν καστανόξανθος με γένια και μιλούσε τα γαλλικά καλύτερα από εσένα.

 Δεν του είπα Zoot Allures. Ήμανε καλός. 
Όπως στην Αθήνα.

Τον γύρισα όλο το κέντρο και έλεγα ό,τι θυμόμουν με τα σπασμένα αποικιοκρατικά μου για τις εκκλησίες και τα φαγάδικα, για το κοτζαμάνικο. Σταματούσα πότε πότε στα περίπτερα για καμιά μπύρα. Ο Γάλλος - Τίο τον λέγανε - με ρώτησε γιατί πίνω. Του είπα ότι φταίει ο πούστης ο Petain. Γέλασε και συνεχίσαμε. Τον ρώτησα και για τον Celine, μου είπε Voyage au bout de la nuit και κούνησα την κεφάλα μου.

Τον άφησα και εκεί που θα τα έλεγε με τους άλλους και γύρισα σπίτι.

  Δεν βγάζω συμπεράσματα ούτε συγκρίνω πια.
  Τις μάγισσες δεν τις έκαψα.
  Τις άφησα να φέξουν μοναχούλες τους.
  Κάψανε άλλους,
  κάνανε και παιδιά.

       Δεν άλλαξαν πολλά. . . Τα ρούχα μόνο.

      Τηλέφωνο από Γερμανία.




Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

του

Το μελάνι από τις σελίδες
στρωμένο τώρα στο τομάρι

 ό,τι είχε να πει, το είδε
 απάνω του να βολτάρει
 λες και τα ήξερε όλα
 πιωμένο χωρίς να πνιγεί
                         να πνίξει

έτσι,
κάτι να γδάρει
να ζει καλό
κάτι να βγάλει

και το γέλιο από τα μέσα
το κεφάλι του σπάει.





Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Πάλι

 

  Ο παλιός μου πεθερός / συνταξιούχος γκεσταπίτης / και μετακομίσεις / πολλές μετακομίσεις / με περισσότερα πράγματα κάθε φορά και κάθε φορά ψηλότερα / πέμπτος όροφος, έκτος όροφος, με ένα ασανσέρ που χωράει μόνο τον ενοικιαστή του σπιτιού / θυμάμαι τον πατέρα να μου λέει για ένα πιάνο που ανέβασε στις δωδεκαόροφες  στην Λαγκαδά / απέναντι από το σπίτι του Αργάμη / ΄΄Ωραίο όργανο το πιάνο, αρκεί να μην χρειάζεται να το ανεβάσεις δώδεκα ορόφους΄΄ / βαριά μουσική παιδεία / δόξα και τιμή στην χαμαλαρία.

  Ο παππούς πονάει και ρίχνει πάνω του ούζο και κάνει εντριβές και σκέφτομαι τον άλλον παππού τον Σκορδά / που έλεγε ότι νερό πίνουν μόνο τα γαϊδούρια /  και έριχνε μέσα του το ούζο - μόνο ούζο, όχι τσίπουρο / για να κάνει κεφάλι και να ανεβάσει την πίεση της γιαγιάς. Ο Σκορδάς γενικά ανέβαζε την πίεση των άλλων / δεν φώναζε όμως ποτέ, δεν γελούσε ποτέ / εκτός από μια φορά που με ρώτησε κάτι και του είπα ΄΄Παιδιά είμαστε, ρε παππού;΄΄ και μια άλλη φορά που ανακάλυψα ότι δεν ήταν στην ανατίναξη της Γέφυρας του Γοργοποτάμου με τον Ζέρβα, τον Βελουχιώτη και τον Γουντχάουζ.

  Πάλι στις μετακομίσεις των άλλων / γυμναστική με ανιδιοτέλεια και καλαμπούρια / σαν σερβιτόρος χωρίς δίσκο, μπουκάλια, ποτήρια και ρέστα  / από δω, εκεί / από εκεί, πάντα πιο πέρα και πιο ψηλά.

  Μια μέρα θα τα βάλω στην σειρά αυτά τα πράγματα  - ένα τσέλο, πίνακες ζωγραφισμένους με κέφι, πενηντάρια οπλοπολυβόλα, την νεκρή νύφη του Burton, ένα υπέρδιπλο στρώμα για μάχες σώμα με σώμα και νταλαβέρι μπες - βγες συμβατικό με προοπτικές 70 τ.μ., με λογάκια και ρόλους (από την Τριανδρία μέχρι την Μελενίκου με άλλους πέντε, πάνω στους ώμους μας, σαν επιτάφιος και οι οδηγοί δίπλα μας να κορνάρουν και να φωνάζουν στην πομπή μας), ψυγεία,  χαλιά, πλυντήρια,  κολώνες αλουμινίου, μπουκάλια γεμάτα και μπουκάλια πιο άδεια, βαλίτσες φίσκα στα χειρόγραφα και ανθρώπους χειρόγραφους στα τέτοια αυτών που βγάζουν νόημα, συμπεράσματα και ψυχές - όλα σε μια σειρά, να φτάνουν ως την πόρτα σου / θα είναι όλα εκεί /  η μέση μου θα ξέρει ακριβώς πόσο ζυγίζει το καθένα / και αυτό θα είναι το μόνο που θα ξέρω.

- Εσένα ποιος θα σε κουβαλήσει;
- Εγώ.

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

Σ.


  Από το τίποτα, ξεκουρδιστάν μελωδικό, ο ρυθμός, μπινελικι όρθό και οι αρθρώσεις να λαλάνε μια ιστορία με μάπες πατημένες κι άλλες παραχαϊδεμένες, όλα ένα - μια εικόνα, έρωτας και μπες/βγες και το νοήμα όταν μας θάψουν οι  επαΐοντες - και όχι τίποτα σκιτζήδες με πτυχίο. 

-  Αυτοί όμως δίνουν και ένα μεροκάματο σε αυτούς που σιάχνουν κορνίζες. . . Χαμένε.

- Σαν τα σκατόμουτρα που δίνουν μεροκάματο σε εκείνους που στήνουν αγάλματα ή ιστορικούς, σαν τις μύγες, όλοι μαζί, γύρω από το σκατό που θέλει να μείνει αξέχαστο.


Μαζί σου αδερφάκι.


  Μαζεύω τα χαρτάκια από τα καρέλια, να σου δώσω ένα μικρό πάκο, να το κάνεις με λίγες κινήσεις - σαν να τις ξέρεις εσύ μόνο - καραβάκια. . . Αφήσαμε κι ένα στην παραλία. . . Μετά ήρθε η ηθοποιός - με κέρασε μπύρα - οι μουσικάντηδες  που θα κάνουν παπάδες, δεν θα πουλήσουν παπά και η παθητική μαστούρα. . . Δελτίο καιρού να δώσω; Στα κουτουρού. . . Όπως αυτοσχεδιάζω και σου μοιάζω. . . Μαλάκες θα πέσουν από τα σύννεφα. και τα από κάτω αναρωτιούνται. . . Το πιστοποιητικό γέννησης, στοιχείο ενοχής καραμπινάτο και οι καραμπίνες στις εκπτώσεις, με σιγαστήρα, να μην ενοχλούν. . . Το καριολίκι πως φωσφορίζει πάλι και θα βρούμε ξανά τον δρόμο μας στα σκοτάδια. Τρεις αιώνες γελάμε και θάβουμε αυτούς που φύγανε αδιάβαστοι από τις αδέσποτες. . . Τα ξέρουμε, τα βλέπουμε, περνάνε από πάνω μας και νομίζουν ότι μας έχουν. . . Νομίζουν.




Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

το άλλο


 Πιτσιρικάς, στο δημοτικό, δεκαετία του έξηντα, με δεμένο το ένα του χέρι. . . Θα μάθεις να γράφεις με το δεξί. . . Δεν είναι πράγματα αυτά. . . και ξύλο. . . Μια, δυο, τρεις, τον βουτάει η δασκάλα και τον πάει στο γραφείο του Διευθυντή.

- Κύριε Διευθυντά. . . Ο μικρός από εδώ, γράφει με το άλλο.
- Ναι, ε;
- Μάλιστα.
- Ρε, γιατί γράφεις με το άλλο;

 Ο μικρός δεν ήξερε το γιατί.
 Δεν είπε τίποτα.

- Φωνάξτε την μητέρα του. Αύριο να έρθει.

 Ήρθε η μάνα του και ο Διευθυντής το αμόλησε. Γράφει με το άλλο.  - Μα αυτά είναι από τον Θεό, τι φταίει το παιδί; - Δεν είναι από τον Θεό αυτά, κυρία μου. . . Θα μάθει με το δεξί. 

  Και του το δέσανε το άλλο, να μάθει με το δεξί. . . Και ξύλο πολύ. . . Όχι μόνο εκείνο, αλλά και άλλα παιδάκια. . . Τότε που και το ΄΄ρε΄΄ ήταν βρισιά. Φτιάχνανε αβέρτα ρουφιάνους. . . Άμα ακούσετε τίποτα, να το γράψετε σε ένα χαρτί και το πρωί το θέλω στην έδρα μου. Ωραίες εποχές. . . Δεν τα ζήσαμε αλλά μας λένε ότι είχανε ανοιχτές πόρτες τότες. . . Η μάνα του, όταν τέλειωσε το δημοτικό, τον έβγαλε από το σχολείο - δεν είχε και καμιά αγάπη για αυτό - και τον έστειλε σε ένα ξυλουργείο να μάθει την τέχνη.  Μαραγκός. . .Σαν τον άλλονα πριν βγει στην γύρα, που δούλευε μαραγκός στον πατέρα του, πόσα χρόνια πριν τον σταυρώσουν.



Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Cucamonga

  
 Στην προηγούμενη ζωή σου, ήσουν σίγουρα περτσιναδόρος χειρός (Σαν περτσίνια πρέπει να χώνονται οι λέξεις. . .) και στην επόμενη μυστρί. . . Θα ήσουν τότε και θα είσαι μετά χρήσιμος, γκραν μανάρι - τώρα όμως. . .Ανταποκρίσεις και ειρωνείες, ανταποκρίσεις και ειρωνείες - τίποτα της προκοπής, γκραν Μανάρι. . . Στο φινάλε, εκεί που η μέση σου θα βγει στην σύνταξη και θα γίνεις σαν σίγμα τελικό, εσύ θα το κάνεις να φανεί υπόκλιση και η αυλαία θα πέσει να σε πλακώσει. . . Θυμήσου τα προτελευταία λόγια και αυτοσχεδίασε με τα τελευταία.

- Από που είσαι; 
- Από την Cucamonga, όχι της Ευρυτανίας.
- Και πως ήρθες εδώ;
- Ολόκληρος.

. . . 


 Μπάσο γέλιο, σαν να ξεκινάει από της πατούσες και στο ενδιάμεσο να τρακάρει με όλα τα χαλασμένα όργανα που την δουλειά τους, για την ώρα την κάνουν. Φοράει γυαλιά ηλίου, ελάχιστα μεγαλύτερα από το κεφάλι του και μπαίνει στο λεωφορείο. Για μια στιγμή σκέφτεται να φωνάξει - Ποιον κοροιδεύετε ρε; Πείτε το τώρα. . . αλλά βρίσκει αμέσως θέση και βολεύται. - Βολεύτηκα. Δεν με σηκώνουν τώρα. . . Μπαίνουν συνέχεια. Κόσμος με τις πετσέτες του, κουρεμένοι όλοι σαν γίδια πριν τα βράσουν και με τατουάζ. Ένας έχει την Παναγία του, άλλος ονοματάκι αγαπημένο κι άλλος λατινικό ρητό που τα λέει όλα. . . Ζωγραφιές, σοφία και αγάπη απάνω σε τομάρι. . . Μελάνι και κακό. . . Αν το γδάρεις, μάλλον χαλάει. . . (Οι τατουατζήδες κλέφτες θα γίνουν; Άσε μας από δω. . .) Μετά αρχίζουν τις συζητήσεις. Ο μπροστινός του, κάπου δεκαέξι δεκαεφτά, αγορεύει. . . - Εσύ - και δείχνει άλλο γίδι - που έχεις να πατήσεις στην εκκλησία από την βάφτιση σου, είσαι λιγότερο υποκρίτης από τους άλλους που φάγανε τα νιάτα τους εκεί μέσα. . . Είναι απλό, εγώ τα ξέρω. . . Αν άνοιγε εκείνη την στιγμή το κεφάλι του θα φαινόταν ένα κασετόφωνο μέσα. Παπαγαλία - σαν φοιτητής - τα έλεγε, αλλά τα ένιωθε και ο απέναντι κουνούσε το δικό του κεφάλι, συμφωνώντας - εκείνος ηχογραφούσε εκείνη την ώρα, να τα πει μετά, όπως τα άκουσε, αλλού.
  Πίσω είχε πιο ενδιαφέρον το πράμα. Προσπαθούσε μια παρέα να κάνει ρίμα, το Φιέστα με το ΧέσταΠως δεν το σκέφτηκα εγώ, νούνιζε εκείνος. Αυτοί όμως είναι τέσσερις, εγώ ένας, καταλήγει. Λέγεται ότι ο Καβάφης, όταν ζούσε, πριν τον σβερκώσουν οι φιλόλογοι και τον βάλουν στο φούρνο, δούλευε ένα ποίημα του και δέκα χρόνια. Αυτοί ιδρώνουν κάπου ένα τέταρτο. . . Έχουν δρόμο ακόμα αλλά το πάνε καλά.
 Από τους τέσσερις λουφάρει ένας από το ποίημα - ο κοντός. Και μπινελικιάζει τον απέναντι του - το λελέκι. . . Γαμώ το σπίτι σου / Πάρε τα αρχίδια μου και έλα να με βρεις / Θα σε γαμήσω αλλά δεν θα θες και πάει βρίζοντας. Το λελέκι δεν αντιδράει. Το λελέκι,αν θέλει, τον κάνει μπρελόκ τον κοντό αλλά δεν θέλει.

 Όλοι οι γέροι είναι όρθιοι. Κάνεις δεν δίνει την θέση του.  Ό,τι και να ψήφισαν. Εκείνος περιμένει και δικαιώνεται χωρίς να πεθάνει. Μπαίνει μια έγκυος πρησμένη και της δίνει την θέση του.

- Ευχαριστώ πολύ.
- Αγοράκι ή κοριτσάκι.
- Αγόρι και κορίτσι. Δίδυμα.
- Σετ ε; 
- Ναι. . . χαμογελάει.
Είστε υπέροχη. Δυο ακόμα φορολογούμενοι στο ταψί. 
- Ορίστε; 
- Α, τίποτα. . . Να τα αγαπάτε και μη τα μαλώνετε πολύ. . . Τουλάχιστον το ένα μπορεί να σας κοιτάξει αργότερα. . . Εκείνο το ποτήρι με το νερό που λένε. . . Έχουν δει πολλά - βγάζει τα γυαλιά του - τα μάτια μου.
- Ναι. . . Μάλλον.
- Φτάνουμε σε λίγο.

 Το λεωφορείο φτάνει στα ΚΤΕΛ. Εκείνος βγάζει εισιτήριο για την γη των Παραδόπιστων. Μετ΄ επιστροφής, με την έκπτωση που το συνοδεύει, ανοικτό για είκοσι μέρες. Τον περιμένει ο Γκουρού της Βούλγαρη, που ένα βράδυ του έλεγε για την Αυτοπραγμάτωση και εκείνος κατάλαβε Απαύτωμα και συζητούσαν κάνα εξάωρο μέχρι που ξημέρωσε, μεσημέριασε - συνεχίζαν να μιλάνε (Απάυτωμα και Αυτοπραγμάτωση και ανάποδα) έσκασε μύτη η γυναίκα του Γκουρού φορτωμένη, καλή καρδιά,  με αρτοσκευάσματα, κότσι με ρύζι, λαχανοντολμάδες και παπουτσάκια - Μια μπύρα, μωρή δεν μπορούσες να φέρεις; -  Τι να σου κάνει η μία εσένα; - Ό,τι και σ΄ εσένα αυτός ο Φακίρης από εδώ. .  Αλλά καλά έκανες και δεν έφερες. . . Συγνώμη.
  

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

The Host the Ghost the Most Holy-O






Why, not even a rustler’d have anything to do
with this branded bum steer world
this pirate flag headlong disaster course vessel
misguided charted this nautical numbskull hull
sink in silence smoke – blow your chest out in hope
sits spread-eagle on poor men
piled high on truth mountain – last link in clarity’s chain
you’ll not be thrown but dive and sink
your pockets filled with earthly burdens
when they could be filled with light and back with wings
the sky is dark in daytime
and still the blackbird’s beauty lyrics clean
sing ye brothers and end this miserable thing
and brush the dark sky in light
and let the moon bell crack and ring
upon the mast of mercy
for she is a beautiful thing
I watched her cut with clarity
the sea of Satan’s red rolling water
that stung my eyes with vile vile brine
and clung to the vine that choked Mary’s only Son
God in vain to slaughter
I can’t darken your dark cross door no more
the light lovely one with the nothing door
and oh that pours life water

This is a toast to the ghost the host,
This is a toast to the most holiest ghost,
This is a toast to the ghost, the most holy-o
This is a toast to the ghost the host.

Captain Beefheart & The Magic Band, από τον τελευταίο δίσκο του Καπετάνιου, Ice Cream for Crow


η φώτο απάνω, του Anton Corbijn.