Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Πάλι

 

  Ο παλιός μου πεθερός / συνταξιούχος γκεσταπίτης / και μετακομίσεις / πολλές μετακομίσεις / με περισσότερα πράγματα κάθε φορά και κάθε φορά ψηλότερα / πέμπτος όροφος, έκτος όροφος, με ένα ασανσέρ που χωράει μόνο τον ενοικιαστή του σπιτιού / θυμάμαι τον πατέρα να μου λέει για ένα πιάνο που ανέβασε στις δωδεκαόροφες  στην Λαγκαδά / απέναντι από το σπίτι του Αργάμη / ΄΄Ωραίο όργανο το πιάνο, αρκεί να μην χρειάζεται να το ανεβάσεις δώδεκα ορόφους΄΄ / βαριά μουσική παιδεία / δόξα και τιμή στην χαμαλαρία.

  Ο παππούς πονάει και ρίχνει πάνω του ούζο και κάνει εντριβές και σκέφτομαι τον άλλον παππού τον Σκορδά / που έλεγε ότι νερό πίνουν μόνο τα γαϊδούρια /  και έριχνε μέσα του το ούζο - μόνο ούζο, όχι τσίπουρο / για να κάνει κεφάλι και να ανεβάσει την πίεση της γιαγιάς. Ο Σκορδάς γενικά ανέβαζε την πίεση των άλλων / δεν φώναζε όμως ποτέ, δεν γελούσε ποτέ / εκτός από μια φορά που με ρώτησε κάτι και του είπα ΄΄Παιδιά είμαστε, ρε παππού;΄΄ και μια άλλη φορά που ανακάλυψα ότι δεν ήταν στην ανατίναξη της Γέφυρας του Γοργοποτάμου με τον Ζέρβα, τον Βελουχιώτη και τον Γουντχάουζ.

  Πάλι στις μετακομίσεις των άλλων / γυμναστική με ανιδιοτέλεια και καλαμπούρια / σαν σερβιτόρος χωρίς δίσκο, μπουκάλια, ποτήρια και ρέστα  / από δω, εκεί / από εκεί, πάντα πιο πέρα και πιο ψηλά.

  Μια μέρα θα τα βάλω στην σειρά αυτά τα πράγματα  - ένα τσέλο, πίνακες ζωγραφισμένους με κέφι, πενηντάρια οπλοπολυβόλα, την νεκρή νύφη του Burton, ένα υπέρδιπλο στρώμα για μάχες σώμα με σώμα και νταλαβέρι μπες - βγες συμβατικό με προοπτικές 70 τ.μ., με λογάκια και ρόλους (από την Τριανδρία μέχρι την Μελενίκου με άλλους πέντε, πάνω στους ώμους μας, σαν επιτάφιος και οι οδηγοί δίπλα μας να κορνάρουν και να φωνάζουν στην πομπή μας), ψυγεία,  χαλιά, πλυντήρια,  κολώνες αλουμινίου, μπουκάλια γεμάτα και μπουκάλια πιο άδεια, βαλίτσες φίσκα στα χειρόγραφα και ανθρώπους χειρόγραφους στα τέτοια αυτών που βγάζουν νόημα, συμπεράσματα και ψυχές - όλα σε μια σειρά, να φτάνουν ως την πόρτα σου / θα είναι όλα εκεί /  η μέση μου θα ξέρει ακριβώς πόσο ζυγίζει το καθένα / και αυτό θα είναι το μόνο που θα ξέρω.

- Εσένα ποιος θα σε κουβαλήσει;
- Εγώ.

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

Σ.


  Από το τίποτα, ξεκουρδιστάν μελωδικό, ο ρυθμός, μπινελικι όρθό και οι αρθρώσεις να λαλάνε μια ιστορία με μάπες πατημένες κι άλλες παραχαϊδεμένες, όλα ένα - μια εικόνα, έρωτας και μπες/βγες και το νοήμα όταν μας θάψουν οι  επαΐοντες - και όχι τίποτα σκιτζήδες με πτυχίο. 

-  Αυτοί όμως δίνουν και ένα μεροκάματο σε αυτούς που σιάχνουν κορνίζες. . . Χαμένε.

- Σαν τα σκατόμουτρα που δίνουν μεροκάματο σε εκείνους που στήνουν αγάλματα ή ιστορικούς, σαν τις μύγες, όλοι μαζί, γύρω από το σκατό που θέλει να μείνει αξέχαστο.


Μαζί σου αδερφάκι.


  Μαζεύω τα χαρτάκια από τα καρέλια, να σου δώσω ένα μικρό πάκο, να το κάνεις με λίγες κινήσεις - σαν να τις ξέρεις εσύ μόνο - καραβάκια. . . Αφήσαμε κι ένα στην παραλία. . . Μετά ήρθε η ηθοποιός - με κέρασε μπύρα - οι μουσικάντηδες  που θα κάνουν παπάδες, δεν θα πουλήσουν παπά και η παθητική μαστούρα. . . Δελτίο καιρού να δώσω; Στα κουτουρού. . . Όπως αυτοσχεδιάζω και σου μοιάζω. . . Μαλάκες θα πέσουν από τα σύννεφα. και τα από κάτω αναρωτιούνται. . . Το πιστοποιητικό γέννησης, στοιχείο ενοχής καραμπινάτο και οι καραμπίνες στις εκπτώσεις, με σιγαστήρα, να μην ενοχλούν. . . Το καριολίκι πως φωσφορίζει πάλι και θα βρούμε ξανά τον δρόμο μας στα σκοτάδια. Τρεις αιώνες γελάμε και θάβουμε αυτούς που φύγανε αδιάβαστοι από τις αδέσποτες. . . Τα ξέρουμε, τα βλέπουμε, περνάνε από πάνω μας και νομίζουν ότι μας έχουν. . . Νομίζουν.




Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

το άλλο


 Πιτσιρικάς, στο δημοτικό, δεκαετία του έξηντα, με δεμένο το ένα του χέρι. . . Θα μάθεις να γράφεις με το δεξί. . . Δεν είναι πράγματα αυτά. . . και ξύλο. . . Μια, δυο, τρεις, τον βουτάει η δασκάλα και τον πάει στο γραφείο του Διευθυντή.

- Κύριε Διευθυντά. . . Ο μικρός από εδώ, γράφει με το άλλο.
- Ναι, ε;
- Μάλιστα.
- Ρε, γιατί γράφεις με το άλλο;

 Ο μικρός δεν ήξερε το γιατί.
 Δεν είπε τίποτα.

- Φωνάξτε την μητέρα του. Αύριο να έρθει.

 Ήρθε η μάνα του και ο Διευθυντής το αμόλησε. Γράφει με το άλλο.  - Μα αυτά είναι από τον Θεό, τι φταίει το παιδί; - Δεν είναι από τον Θεό αυτά, κυρία μου. . . Θα μάθει με το δεξί. 

  Και του το δέσανε το άλλο, να μάθει με το δεξί. . . Και ξύλο πολύ. . . Όχι μόνο εκείνο, αλλά και άλλα παιδάκια. . . Τότε που και το ΄΄ρε΄΄ ήταν βρισιά. Φτιάχνανε αβέρτα ρουφιάνους. . . Άμα ακούσετε τίποτα, να το γράψετε σε ένα χαρτί και το πρωί το θέλω στην έδρα μου. Ωραίες εποχές. . . Δεν τα ζήσαμε αλλά μας λένε ότι είχανε ανοιχτές πόρτες τότες. . . Η μάνα του, όταν τέλειωσε το δημοτικό, τον έβγαλε από το σχολείο - δεν είχε και καμιά αγάπη για αυτό - και τον έστειλε σε ένα ξυλουργείο να μάθει την τέχνη.  Μαραγκός. . .Σαν τον άλλονα πριν βγει στην γύρα, που δούλευε μαραγκός στον πατέρα του, πόσα χρόνια πριν τον σταυρώσουν.



Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Cucamonga

  
 Στην προηγούμενη ζωή σου, ήσουν σίγουρα περτσιναδόρος χειρός (Σαν περτσίνια πρέπει να χώνονται οι λέξεις. . .) και στην επόμενη μυστρί. . . Θα ήσουν τότε και θα είσαι μετά χρήσιμος, γκραν μανάρι - τώρα όμως. . .Ανταποκρίσεις και ειρωνείες, ανταποκρίσεις και ειρωνείες - τίποτα της προκοπής, γκραν Μανάρι. . . Στο φινάλε, εκεί που η μέση σου θα βγει στην σύνταξη και θα γίνεις σαν σίγμα τελικό, εσύ θα το κάνεις να φανεί υπόκλιση και η αυλαία θα πέσει να σε πλακώσει. . . Θυμήσου τα προτελευταία λόγια και αυτοσχεδίασε με τα τελευταία.

- Από που είσαι; 
- Από την Cucamonga, όχι της Ευρυτανίας.
- Και πως ήρθες εδώ;
- Ολόκληρος.

. . . 


 Μπάσο γέλιο, σαν να ξεκινάει από της πατούσες και στο ενδιάμεσο να τρακάρει με όλα τα χαλασμένα όργανα που την δουλειά τους, για την ώρα την κάνουν. Φοράει γυαλιά ηλίου, ελάχιστα μεγαλύτερα από το κεφάλι του και μπαίνει στο λεωφορείο. Για μια στιγμή σκέφτεται να φωνάξει - Ποιον κοροιδεύετε ρε; Πείτε το τώρα. . . αλλά βρίσκει αμέσως θέση και βολεύται. - Βολεύτηκα. Δεν με σηκώνουν τώρα. . . Μπαίνουν συνέχεια. Κόσμος με τις πετσέτες του, κουρεμένοι όλοι σαν γίδια πριν τα βράσουν και με τατουάζ. Ένας έχει την Παναγία του, άλλος ονοματάκι αγαπημένο κι άλλος λατινικό ρητό που τα λέει όλα. . . Ζωγραφιές, σοφία και αγάπη απάνω σε τομάρι. . . Μελάνι και κακό. . . Αν το γδάρεις, μάλλον χαλάει. . . (Οι τατουατζήδες κλέφτες θα γίνουν; Άσε μας από δω. . .) Μετά αρχίζουν τις συζητήσεις. Ο μπροστινός του, κάπου δεκαέξι δεκαεφτά, αγορεύει. . . - Εσύ - και δείχνει άλλο γίδι - που έχεις να πατήσεις στην εκκλησία από την βάφτιση σου, είσαι λιγότερο υποκρίτης από τους άλλους που φάγανε τα νιάτα τους εκεί μέσα. . . Είναι απλό, εγώ τα ξέρω. . . Αν άνοιγε εκείνη την στιγμή το κεφάλι του θα φαινόταν ένα κασετόφωνο μέσα. Παπαγαλία - σαν φοιτητής - τα έλεγε, αλλά τα ένιωθε και ο απέναντι κουνούσε το δικό του κεφάλι, συμφωνώντας - εκείνος ηχογραφούσε εκείνη την ώρα, να τα πει μετά, όπως τα άκουσε, αλλού.
  Πίσω είχε πιο ενδιαφέρον το πράμα. Προσπαθούσε μια παρέα να κάνει ρίμα, το Φιέστα με το ΧέσταΠως δεν το σκέφτηκα εγώ, νούνιζε εκείνος. Αυτοί όμως είναι τέσσερις, εγώ ένας, καταλήγει. Λέγεται ότι ο Καβάφης, όταν ζούσε, πριν τον σβερκώσουν οι φιλόλογοι και τον βάλουν στο φούρνο, δούλευε ένα ποίημα του και δέκα χρόνια. Αυτοί ιδρώνουν κάπου ένα τέταρτο. . . Έχουν δρόμο ακόμα αλλά το πάνε καλά.
 Από τους τέσσερις λουφάρει ένας από το ποίημα - ο κοντός. Και μπινελικιάζει τον απέναντι του - το λελέκι. . . Γαμώ το σπίτι σου / Πάρε τα αρχίδια μου και έλα να με βρεις / Θα σε γαμήσω αλλά δεν θα θες και πάει βρίζοντας. Το λελέκι δεν αντιδράει. Το λελέκι,αν θέλει, τον κάνει μπρελόκ τον κοντό αλλά δεν θέλει.

 Όλοι οι γέροι είναι όρθιοι. Κάνεις δεν δίνει την θέση του.  Ό,τι και να ψήφισαν. Εκείνος περιμένει και δικαιώνεται χωρίς να πεθάνει. Μπαίνει μια έγκυος πρησμένη και της δίνει την θέση του.

- Ευχαριστώ πολύ.
- Αγοράκι ή κοριτσάκι.
- Αγόρι και κορίτσι. Δίδυμα.
- Σετ ε; 
- Ναι. . . χαμογελάει.
Είστε υπέροχη. Δυο ακόμα φορολογούμενοι στο ταψί. 
- Ορίστε; 
- Α, τίποτα. . . Να τα αγαπάτε και μη τα μαλώνετε πολύ. . . Τουλάχιστον το ένα μπορεί να σας κοιτάξει αργότερα. . . Εκείνο το ποτήρι με το νερό που λένε. . . Έχουν δει πολλά - βγάζει τα γυαλιά του - τα μάτια μου.
- Ναι. . . Μάλλον.
- Φτάνουμε σε λίγο.

 Το λεωφορείο φτάνει στα ΚΤΕΛ. Εκείνος βγάζει εισιτήριο για την γη των Παραδόπιστων. Μετ΄ επιστροφής, με την έκπτωση που το συνοδεύει, ανοικτό για είκοσι μέρες. Τον περιμένει ο Γκουρού της Βούλγαρη, που ένα βράδυ του έλεγε για την Αυτοπραγμάτωση και εκείνος κατάλαβε Απαύτωμα και συζητούσαν κάνα εξάωρο μέχρι που ξημέρωσε, μεσημέριασε - συνεχίζαν να μιλάνε (Απάυτωμα και Αυτοπραγμάτωση και ανάποδα) έσκασε μύτη η γυναίκα του Γκουρού φορτωμένη, καλή καρδιά,  με αρτοσκευάσματα, κότσι με ρύζι, λαχανοντολμάδες και παπουτσάκια - Μια μπύρα, μωρή δεν μπορούσες να φέρεις; -  Τι να σου κάνει η μία εσένα; - Ό,τι και σ΄ εσένα αυτός ο Φακίρης από εδώ. .  Αλλά καλά έκανες και δεν έφερες. . . Συγνώμη.
  

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

The Host the Ghost the Most Holy-O






Why, not even a rustler’d have anything to do
with this branded bum steer world
this pirate flag headlong disaster course vessel
misguided charted this nautical numbskull hull
sink in silence smoke – blow your chest out in hope
sits spread-eagle on poor men
piled high on truth mountain – last link in clarity’s chain
you’ll not be thrown but dive and sink
your pockets filled with earthly burdens
when they could be filled with light and back with wings
the sky is dark in daytime
and still the blackbird’s beauty lyrics clean
sing ye brothers and end this miserable thing
and brush the dark sky in light
and let the moon bell crack and ring
upon the mast of mercy
for she is a beautiful thing
I watched her cut with clarity
the sea of Satan’s red rolling water
that stung my eyes with vile vile brine
and clung to the vine that choked Mary’s only Son
God in vain to slaughter
I can’t darken your dark cross door no more
the light lovely one with the nothing door
and oh that pours life water

This is a toast to the ghost the host,
This is a toast to the most holiest ghost,
This is a toast to the ghost, the most holy-o
This is a toast to the ghost the host.

Captain Beefheart & The Magic Band, από τον τελευταίο δίσκο του Καπετάνιου, Ice Cream for Crow


η φώτο απάνω, του Anton Corbijn. 




Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

απο τις σημειώσεις στην Πρέβεζα, με την φόδρα όξω


 Στην Γιουδήθ Μπαχτσέ που ήρθε μπροστά μου μια μέρα, σαν σήμερα. 

  Παρακάτω η συναυλία και ένα φεγγάρι ΝΑ από πάνω, πρησμένο.
  Τηλέφωνο στη Θεσσάλονική.

- Έβγα έξω να δεις το φεγγάρι 
- Ρε μαλάκα σε ταινία παίζουμε; 
- Έλα ντε λέω και το κλείνει. . .
Καμιά τετρακοσιαριά άτομα στο Κηποθέατρο Πρεβέζης και κουτάκια μπύρας παντού. Μια φρουρά με μπλούζες RAMONES και Rotting Christ χεσμένη απ΄ τα γέλια, έπινε χύμα κρασί. Αυτοί είναι, σκέφτομαι, με αυτούς θα το πάμε χέρι χέρι απόψε. Τρέχω αγοράζω τσιγάρα για αυτούς και μπύρες από το βαρέλι με το πάγο. Τους πλευρίζω διακριτικά. τα τσιγάρα πρώτη ποιότητα και αυτοί φαίνονται μερακλήδες, Με δέχονται με χαμόγελο, δεν σκάω τσόντα, διακριτικός πάντα. Συζητάνε. Τους ακούω. Δεν μιλάω. Είναι καλά παιδιά. Δεν πρέπει να πω πολλά.

  Οι Επισκέπτες με τον Αγγελάκα στήνουν φώτα και όργανα.
  Η συναυλία ξεκινάει. Ο κόσμος χορεύει. Δεν χοροπηδάει. Χορεύει. Σε κάποια χτυπιέται, σε άλλα πάει πέρα δώθε, σαν βαλς. Ρίχνουν λουλούδια κάτω και πυρσούς και χοροπηδάνε. . . Μια κοπέλα, ενάμιση μέτρο δίπλα μου, βγάζει από την τσάντα μια μπουκάλα κονιάκ, πιο μεγάλη από εκείνη μου μοιάζει και τραβάει μια γερή γουλιά. . . Την κοιτάω σαν χαζός, με παίρνει χαμπάρι και μου λέει - Θες; Της δείχνω την μπύρα και τσουγκρίζουμε. . . Ένας κύριος με γένια, ψηλός, σαν καλαμάκι - τον πήρα είδηση στην αρχή, κουστουμαρισμένο μες στην ζέστη - έχει πετάξει σακάκι και γραβάτα και χορεύει πλάι στον Αγγελάκα. . . Δώδεκα, δεκατέσσερα άτομα - πόσοι είναι; - μας χαρίζουν τόση ένταση και μελωδία. Και απο κάτω όλοι - όχι τσούρμο - αλλά ταγμένοι όμορφα, να ακούσουν, να μοιραστούν. . .


  Τελειώνει η συναυλία. Τραβάω στην πιο κοντινή αμμουδιά με τις σταμπαρισμένες μπλούζες. Λέω κάτι που μοιάζει με αστείο και εκείνη γελάνε. Καθόμαστε οκλαδόν σαν Ινδιάνοι. Δεν ανάβουμε φωτιές. Το Dust in the Wind δεν ακούγεται. . . Υπάρχει μια κιθάρα. Ακούγεται κάτι σαν Σιδηρόπουλος και πρέπει να είναι το ΄΄ΠΟΙΟΙ ΕΙΣΑΣΤΕ ΕΣΕΙΣ΄΄. Άμα είχα ένα όπλο θα σημάδευα τα αστέρια λέω στην Αφροδίτη - μια Αφροδίτη που έτυχε να καθίσει δίπλα μου - Σημάδεψε τα κουτάκια και αυτά με αστέρια μοιάζουν μου λέει και ξαπλώνει τα στρέμματα της στην άμμο. Σκέφτομαι να την βάλω σε ένα ποίημα,γυμνή να κοπανιέται πάνω σε κανέναν αθληταρά τραμπούκο ή σε κανέναν ευαίσθητο ελαιοχρωματιστή αλλά πιθανόν να το κάνει και μόνη της. Οι άλλοι πιάνουν μια φιλολογική συζήτηση ΄΄ΚΑΙ ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΟΥΣΤΗΔΕΣ ΠΟΥ ΛΕΝ ΠΟΥ ΘΑ ΓΥΡΟΦΕΡΝΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ;΄΄. Τι καλά παιδιά. Είπαμε, δεν μιλάω. Η Αλεξάνδρα - μια Αλεξάνδρα που έτυχε να καθίσει δίπλα μου - κατεβάζει τις μπύρες με ταχύτητα υπερηχητική. Αποκλείεται να την φτάσω. Άνοίγω μια μπύρα και τρίβομαι πάνω της. Τραβιέται και πετάει ένα ΔΕΝ ΠΑΣ ΝΑ ΠΝΙΓΕΙΣ. . . Άποτελειώνω την μπύρα μου με μια γουλιά, βγάζω τα παπούτσια μου και βουτάω στην Θάλασσα. Οι άλλοι δεν μου δίνουν σημασία. Διακριτικά, καλοπροαίρετα πλάσματα. Άραγε τα καθίκια που κρύφτηκαν εκείνο το βράδυ; Βγαίνω έξω. Στάζοντας. Χαιρετάω τα παιδιά. Με γνωρίζουν, με θυμούνται, και με χαιρετάνε μες την σούρα τους. - Του είπα να πνιγεί και πήγε, λέει η χαμουρίτσα στην διπλανή της και απο πάνω τους εγώ - Ακούω τα πάντα. . Τα ακούω όλα κοπελιές. . . Κι άλλοι πήγανε να πνιγούν εδώ. . . Και φεύγω στάζοντας.
  Τραβάω κατά ΄κει που ο ποιητής είπε να κλείσει τα τεφτέρια. Παίρνω μια μπύρα για αυτόν και μια για ΄μένα. - Θες; Ο Ποιητής δεν θέλει και την πίνω εγώ. Δεν είναι ακατάδεκτος, είναι καλός. Δεν ήξερε όμως καλό σημάδι. για αυτό με το αριστερό του χέρι σημάδεψε την καρδιά του και το δεξί τράβηξε την σκανδάλη. 
 Μόνος. Σε ένα μεγαλοχώρι μιας μικρόψυχης χώρας όταν δεν κάνει μεγάλα - πρησμένα μετά - πράγματα.



Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Παραμονή της επετείου



 Ένα τσούρμο μεγάλο τραβάει κατα το Κρατικό Βορείου Ελλάδος, να χωθεί εκεί μεσα για τέσσερα χρόνια για να πάρει το χαρτί. Τρεις μονόλογοι και ένα ποίημα, με αυτά θα χτυπηθούν και οι μουτράκλες σοφές θα τους κρίνουν, θα τους ξεχωρίσουν και οι υπόλοιποι στον αγύριστο, του χρόνου. Πολλοί με ένσημα σε θεατρικές ομάδες, πολλά ψώνια, πολλοί απόλυτοι και πολλοί με όρεξη να πιασουν και να δημιουργήσουν. . . Άλλοι ετοιμασμένοι μόνο δυο βδομάδες.  Μια τέταρτη κατηγορία, είναι αυτοί που προβάρουν ασύστολα, με θράσος, με κλάματα και χαζομάρες μια εικοσαετία γερή και συνεχίζουν. . . Κομπαρσάρες που σιάχνουν το κόσμο τους συνέχεια αλλά δεν βολεύονται. . .  Το σιχτίρι και τα πρωινά σαν χωροφυλάκοι. . . Εγερτήριο καθημερινό, σπαστικό. . . Τραβάνε για την βλακεία. . . Μην τους ρωτήσει κανείς ΄΄Γιατί;΄΄ ή ΄΄Και ποιο το νόημα;΄΄. Οι πικραμένοι θα γελάσουν. . . Είδα πολλούς πικραμένους να γελάνε με το πόνο τους μόνο, να μην γκρινιάζουν, τα αφήναν όλα να βολτάρουν - είπαμε, τραβούσαν για την βλακεία - και μια πριγκίπισσα που έδωσε ένα φιλί σε μια ακρίδα. . . Η ακρίδα μεταμορφώθηκε σε βουλευτή νομίζω και πέρασε απ΄ όλα τα κόμματα. . . Ήταν τιμή του, κακάριζε, αυτές οι μεταγραφές. . . Μαζί σου μάστορα. . Και άλλοι μελλοθάνατοι σου στέλνουνε φιλάκια.
  Ήμουνα και εγώ κάπου εκεί. . . Με μια σακούλα μπύρες και δεν ήξερα τι μου γίνεται. . . Γεγονός. . . Ένας έβγαλε μαχαίρι και μου ζήτησε το κινητό και το παλτό μου. . . Έκανα την κίνηση να το βγάλω με το ένα χέρι, το άλλο όμως σήκωσε την σακούλα και οι μπύρες τον ξάπλωσαν κάτω. Ήταν κουτάκια. . . Άμα ήταν μπουκάλια θα τον έστελνα να ακούσει τον Μπαγιαντέρα από κοντά. . .  Όμως ήταν κουτάκια και απλώς βόγγηξε και έβρισε. . . Του έσκασα μια κλωτσιά στα αρχίδια και όπου φύγει φύγει. . . Αν το έπαιζα στο Κρατικό; Θα κάνανε οι σοφοί σκόντο στα τέσσερα χρόνια και θα το χαρτί, σαϊτα στην τσέπη μου. Θα έβρισκα και ένα τοίχο να το κοτσάρω.
  Όμως υπήρχαν κι άλλες μούρες, αυτές, λες και σκάσανε από ανέκδοτα, ζωντάνοι, με δερμάτακι και απόψεις να μου τα πούνε τα δικά μου. . . Τους άκουσα. . . Αλλά και πάλι, τίποτα. . . Το γέλιο των πικραμένων με ακολουθούσε σαν μιούζικα δωρεάν που ψάχνει να βολευτεί σε σβέρκο και καρδιά.
 Με φόρα από τα αζήτητα. 

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Επιστολή

  
   Αλχημιστή της Βούλγαρη 
   με τα μπουκαλάκια σε παράταξη 
  και την Υπερ-Πόντια στην πρώτη γραμμή,

  Στην γη των παραδόπιστων με τα παππούδια και η γυναίκα σου  ένα χωριό παρακάτω.
 Δυστυχώς δεν μπορώ να έρθω. Έφαγα τα λεφτά μου με τον πιο ηλίθιο τρόπο που θα μπορούσα να βρω. . . Ήμουν τρεις μέρες μεθυσμένος και κανείς δεν πήρε χαμπάρι. Βρέθηκα και χρεωμένος δέκα ευρώ. . . Πτώμα όμως τριγύρω δεν υπήρξε ή κάποιος να ουρλιάζει ΕΣΥ ΕΣΥ ΕΣΥ ΦΤΑΙΣ και να σημαδεύει με δάχτυλο. Αύριο όμως θα πάω και εγώ στην γη των Παραδόπιστων, πιο πέρα από εσένα, με τον κύριο Ιορδάνη τον Μαλτέζο και την γυναίκα του. . . Χορηγία καβλιάρικη του Τ. του αγκαλίτσα. . . Και ακούω για ιδρύματα και μαλακίες. . . Αυτοί χαμόγελο φίλου δεν είδανε ποτέ. . . Θα γίνει το σκατό μας, παντεσπάνι. . . Άμα έχεις όραμα και χεράκια να μην ρίχνουν οπουδήποτε ανάποδες. . .
  Το όλο πράγμα για μια απόδρασή από εδώ και καλή παρέα.
  Αναμένω όμως μεροκάματα από βδομάδα.

   Σε ευχαριστώ για την πρόσκληση πάντως και δεν ξεχνώ τίποτα. . . Την τελευταία μέρα στο Πευκοχώρι ήσουν χορηγός και καρδιά ( το δεύτερο και τις άλλες μέρες). Όταν επιστρέψεις θα κάνουμε γλέντια και συζητήσεις μακριές σαν την πούτσα του Νταλέσκου ( - Την έχεις δει; - Όχι αλλά όταν έρχεται σπίτι μου, πιάνουμε CNN. . . Κάτι μουρλές μπαλαρίνες, όσο μπόϊ τους λείπει, τόσο νεύρο έχουν καβάτζα, μπορούν να το επιβεβαιώσουν). 
  Από 28 θα έχω και άδειο σπίτι. Έλα να διαφωνήσουμε χωρίς ανοιγμένα κεφάλια και υστερίες. Θα γνωρίσεις και τον Βότσαρο ή τον Βότσακο ή Ιησουίτη, όπως τον λέω κατά καιρούς και εκείνος με όλο το δίκιο του, με γράφει κανονικά στα κατάστιχα της Κόλασης χωρίς κλιματισμό και γυναίκες μερακλούδες. Μπορεί να έχει γυναίκες που καθαρίζουν τριγύρω όλη μέρα και θυμούνται τα πάντα. ΤΑ ΠΑΝΤΑ.

  Ίσως σκάσω μια μέρα, για μια μέρα, στο θέρετρο σου. Θα φέρω και γλυκά. Θα φέρω και ιστορίες με μαλακισμένο τέλος χωρίς νόημα. Ίσως γελάσεις.

  Όταν έρθει εκείνη - όχι αυτή, όχι η τέτοια - σε θέλω στην αποβάθρα με το γιαπωνέζικο φυσοκάλαμο σου, που φυσάς και βγάζει με κάποιο τρόπο μιούζικα. Θα κουνάω τα χέρια μου σαν μαλάκας, ότι και καλά σε διευθύνω, ενώ φυσάς και βγαίνουν ομορφιές. Ο Βοτσάκος πιθανόν θα είναι πιο πίσω με ένα πανό ή με λουλούδια στα χέρια. Γκραν υποδοχή, για εκείνη που μου δίνει γλύκα. Θα μοιάζει κάπως με διαπόμπευση αλλά όλα θα είναι από αγάπη. Οι προθέσεις, κυρ Βασίλη. Μεγάλη υπόθεση. Μπορούν να λειτουργήσουν και σαν άλλοθι μετά.

  Σε φιλώ και σε σκέφτομαι - φαντάζομαι από τώρα τις συζητήσεις (μόνο μην πετάς πολλούς σπόρους και παραληρώ) και τις μούτες του προσώπου σου. 
 Καραγκιοζιλίκια ορεξάτων με καλές προθέσεις.
Στο δικαστήριο αυτό θα πούμε.

 Χαιρετισμούς στον Robert Edward Wilson που του άρεσε ο Jack Benny.