Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

J.G.D.



 Λίγο πριν σβήσω, μου τηλεφωνεί από τον Σταθμό Λαρίσης, μου λέει ότι αγαπάει όλο τον κόσμο και ότι έρχεται στην Θεσσαλονίκη.
 Τυχερός, λέω, ο κόσμος.
 Δυο άγγελοι - ας τους πω Κολχούν και Αβέρκη - με τριγυρίζουν από το πρωί. Βρωμάνε και σπάνε πλάκα. Φτιάχνουν ιστορίες από το τίποτα και δεν τις πουλάνε πουθενά. Μόνο σε μένα. ΄΄Έιμαστε εναντίον σου αλλά όχι φανατικά, έχεις ένα τσιγάρο; πιο κάτω οι μπύρες είναι φθηνότερες. . . Εκείνη η μουρλή δεν σου ξανατηλεφώνησε, ε; Ας αρχίσει η μουσική. . .Έναμισή μέτρο κοπέλα σπρώχνει μια μαρίμπα με ροδάκια στην ανηφορά και πιο πίσω ένας αμπλαούμπλας με ένα τούμπανο από τομάρια ερωτευμένων. . . Κοπανιστά και αδιάβαστα όλα. . . Και θαύματα που κόβουν εισιτήρια. . . Σκέψου. . . Ένας που δεν είχε ψοφήσει τελεσίδικα, πήγανε οι αχμάκηδες να τον αναστήσουν και τώρα κουβαλάει δυο ψυχές ο ταλαίπωρος. . . Δυο ψυχές και η μία να ΄ναι μαλάκας. . .Κοίτα τους, κοίτα, δεν εξαφανίζονται έτσι εύκολα, ε; Θέλει κόλπο. . .΄΄. Έτσι το πάνε μέχρι που φτάνω ψηλά στην Νεάπολη για να δω τον Σαββίδη. Ευγενίκη μορφή. . . Είναι σαν να κάνουμε ξενάγηση σε εμάς κάθε φορά που συναντιόμαστε, σαν να μοιράζουμε τον κόσμο και να περισσεύει άλλος τόσος για χάρισμα ή σιχτίρι. Τον χαζεύω, τον ακούω και ηρεμεί η ψυχή μου. Μου λέει για τα ιαπωνικά τσιφτετέλια της Debras και τις απίστευτες δυνατότητες της που ανακαλύπτει κάθε μέρα. Με τα σκοτάδια και τους ίσκιους της. Τον πιστεύω γιατί την αγαπάει και γιατί την θυμάμαι και εγώ...

- Η μνήμη μου, μου λένε συχνά, με απατάει αλλά που να δεις εγώ τι της έχω κάνει. . .Χθες είδα στον ύπνο μου τον Βότση. Ήταν διευθυντής στο Μαρακανά. Ή τραγουδούσε εκεί. Δεν ήταν πολύ ξεκάθαρο όνειρο. Τώρα μαθαίνει γερμανικά για να τραβήξει κατά κεί. Εργκασία και χαρά. Ίσως συναντήσει το είδωλο του, τον δόκτωρα Mabuze. Ίσως τους πει κάνα ανέκδοτο για το Anschluss. Ένας κόσμος στο πήγαινελα ο Βότσης και οι μούτζες που μου ρίχνει, ακούγονται. Τέτοιο ταλέντο και μεγαλείο.

 Καταλήγουμε στη Ρωμαϊκη Αγορά, έξω από το φαλαφατζίδικο της Φελίνας, της Έλενας. 'Εχει κάμποση δουλειά - άτσα ο σουξεδιάρης ρεβυθοκεφτές - αλλά βρίσκει χρόνο να τα πούμε. Μας κερνάει μπύρες και εγώ πολύβόλο, την παίρνω μονότερμα.

- Έλενα, ήμουν το πρωί στο ταχυδρομείο να πληρώσω κάτι κέρατα και είχε μια ούρα. . . Εκεί ήταν μια σκατόφατσα που σκατοψυχούσε ασύστολα. Αν τον έβλεπες θα καταλάβαινες ή ότι είχε φάει πολλές φάπες στην ζωή του ή ότι δεν έφαγε καμιά. Φώναζε, ούρλιαζε. . . Ό,τι με δανεικά σωστές δουλείες δεν γίνονται. . . Και με ξένο κώλο τον μπούστη τον κάνει και αυτός, και οι τεμπελχάναδες που κλαίγονται. . . Τα έλεγε σε μια κακομοίρα, γνωστή του μάλλον, που του έδινε δίκιο του μαντρόσκυλου κουνώντας πάνω κάτω την κεφάλα της. Σε κάποια φάση, μπήκε στο ταχυδρομείο μια τσιγγάνα με τον μπόμπιρα της αγκαλιά και πήγε στο ταμείο να κάνει μια ερώτηση για να μην περιμένει τζάμπα. Κανείς δεν είπε τίποτα, του πούστη, μια ερώτηση θα έκανε η κοπέλα. Όμως είχαμε και τον γέρο που άρχισε το κομμάτι του. Και μεις μαλάκες είμαστε που περιμένουμε; Πίσω, να πάει πίσω, κωλόγυφτοι. . . Η κοπέλα ρώτησε αύτο που ήθελε και όπως γύρισε για να βγεί από το ταχυδρομείο, πλησίασε τον γερό και με πολύ ήρεμη φωνή του είπε Εσύ πολύ μιλάς. . . Και δεν θα σου βγεί σε καλό. . . Το ξόρκι της έπιασε, Έλενα. Ο γέρος κιτρίνησε και έβγαλε τον σκασμό. Έπρεπε να τον δεις τον καριόλη. Χέστηκε πάνω του.

 Η Έλενα γελάει και φεύγει σφαίρα πίσω στο μαγαζί. Πελάτες από όλο τον κόσμο - αυτόν που όλον αγαπάει, δυο ώρες αργότερα, ο άλλος στον Σταθμό Λαρίσης - καταφθάνουν.  Από Νεάπολη μέχρι Αμέρικα.

 Στην επιστροφή ο Σαββίδης με φωτογραφίζει να στείλουμε φωτογραφίες σε μάτια όμορφα που εκείνη την στιγμή κόβανε εισιτήρια και μετρούσαν κεφάλια  ( ή το ανάποδο ) για μια παράσταση με ένα τσούρμο Μήδειες. Βγάζω τα παπούτσια μου στην Αντιγονιδών - αναστενάρικο στιλ - και φωτογραφίζει. Γελάμε και τον χαιρετάω.


- Καλό Ταξίδι στην Αθήνα.
- Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. 


  Γυρίζω με το λεωφορείο στα πυρηνικά δυτικά. Οι άγγελοι πήγανε να βρούν τον Σίμο να του γαζώσουν το κεφάλι. Πριν φύγουν μου είπανε - Εμπειρία είναι να σου μείνουν λίγα ακόμα νεύρα να σου σπάσουν. Το ξες βρε;
  Λίγο πριν σβήσω, μου τηλεφωνεί από τον Σταθμό Λαρίσης, μου λέει ότι αγαπάει όλο τον κόσμο και ότι έρχεται στην Θεσσαλονίκη.
  Τυχερός, λέω, ο κόσμος.
  Και ΄γω μαζί του.


Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Ίσως φταίει κάθε ταινία που έβλεπε για εκείνον ήταν κωμωδία. . .

. . .και ανάσα αυτό που έμεινε
και πηγαίνει
στους ίσκιους να ξαπλώσει / δεν μετράει πια. Χωρίς να φοράει καπέλο κάνει μια κίνηση, ό,τι το βγάζει δηλαδή, χαμηλώνει το κεφάλι και ανοίγει το στόμα του, σαν να καίγεται. Στην προσπάθεια του να γράψει μια κωμωδία, έγινε ο ίδιος κωμωδία.  Ήταν σαν να προσπαθούσε ένα πούστη βράχο ή ρόδα τεράστια να σταματήσει ενώ κατρακυλούσε με φόρα, να τρακάρανε και τον πήρε παραμάζωμα. Γίνανε ένα και η κατρακύλα συνεχίστηκε. Κι ό,τι βρέθηκε μπροστά του, το πήρε μαζί του με αυτό τον τρόπο. Από τα δυτικά, πέρα από το κέντρο, της πόλης με τα φαγάδικα και τις εκκλησίες μέχρι την Αθήνα και πιο τελευταία στα Χανιά. Όλα μπερδέμενα, κόμπος, να γίνονται ένα.


  Στην Αθήνα γυαλισμένο παλικαράκι στην Ομόνοια, ανεβάζει την μπλούζα που φορούσε και δείχνει σώμα ωραίο. Ο άλλος κοιτάει και του λέει, Άς τα, μόλις έφυγε για το σπίτι της και πότε θα την ξαναπετύχω; Είναι η χαμαλίκα μου και κάτι μάτια. . . Το παλικαράκι καταλαβαίνει και ζητάει δυο ευρώ. Ο άλλος του τα δίνει και ρωτάει που σκατά είναι αυτή η πλατεία Θεάτρου.

- Κατά κει και θα κατέβεις. . . 
- Ευχαριστώ. Θες τσιγάρο;
- Μαλάκας είμαι;
- Δεν φαίνεσαι.

  Στην πλατεία Θεάτρου, σε μια ταβέρνα με γκοθάδικο φωτισμό, η Αντζελίν Βοναπάρτη τρέχει πάνω κάτω με δίσκους και σερβίρει. Φίσκα το μαγαζί αλλά τον βάζει σε ένα τραπεζάκι που το βαράει προβολέας και του φέρνει μισό λίτρο κρασί. 
- Τρέχω τώρα, βλέπεις, θα τα πούμε μετά. 
- Από δω θα πάρεις σύνταξη; 
- Εσένα πως θα σε θάψουν; 
- Δημοσία δαπάνη, αν τα καταφέρω. . . Αλλά δεν βλέπει γιατί ο προβολέας τον στραβώνει και  πίνει το μισόλιτρο σιγά σιγά ενώ η ορχήστρα σε μια άκρη βαράει Εσύ ήσουν για μένα μια παλιά ιστορία και τα λοιπά. Κάτι κόβει απότομα το φως του προβολέα. Ο Γαμογελαστούλης με την καρδιά την μεγάλη. Κουνούσε το κεφάλι του. Έκατσε δίπλα στον άλλον κάνα πεντάλεπτο, χαιρέτησε την Βοναπάρτη και του είπε - Πάμε;
- Το κρασί;
- Τι το κρασί;
- Να το πιω και πάμε. . . Δυο λεπτά δως μου. . .
- Θα το πιεις σε δυο λεπτά;
 Κοιτιούνται για μια στιγμή.
- Μάλλον όχι.

 Φεύγουν.


Τώρα
μια ανάσα έμεινε κι αυτή φτάνει
για να έρθουν κι άλλες
χωρίς γκρίνιες σάλια δίκια
μοστραρισμένα
και ίσκιοι φαίνονται ένα σωρό. Σκοτάδια και φώτα απόλυτα - ένα γκάπα γκούπα μονότονο που δεν περιμένει απάντηση. Τώρα χαμογελάει. Αλλού ακούει - Θησαυρέ μου, και σκέφτεται ότι κάποιον θα θάψουν ή θα ξεθάψουν. Ιστορίες με την οκά και στίχοι της αράδας. Τατουάζ με ληγμένα μελάνια από εκτυπωτές, σοφία και στιγμή κοπανιστή. Όλα του φαίνονται ακροβατικά και κάνει τα δικά του. Δικά του που μετά τα χαρίζει. Και όταν θα έρθει η κακιά η ώρα; Θα είναι εκεί όπως και στην καλή ή την περίεργη. Ξανά ξανά ξανά ξανά ξανά. Το ίδιο. Μπαινοβγαίνοντας στις γελοιογραφίες και προσέχοντας μόνο τις αδέσποτες. Εκείνες τις κατακέφαλες που δεν σταματάνε αλλά κάθε φορά πλακώνουν με άλλο ρυθμό.
  Ας έρθει ό,τι και όπως θέλει. Θα είναι στο ίδιο σημείο - όχι στόχος ή μνημείο - και θα ακούει την μουσική που βγαίνει από τα πάντα. Τα θαύματα θα κόβουν εισιτήρια, οι απόψεις στοιχήματα, το μακελειό ζωές και μίζες. Αλλά θα είναι εδώ ό,τι και να γίνει ή φανταστεί ό,τι έγινε βερεσέ και τίποτα για τα μάτια - ή άλλα όργανα. . .

Στις ράγες 
στις ρημάδες 
στις χαράδρες 
στις συμπληγάδες
με ένα γέλιο
και όλους σας.



Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

εσωστρεφούληδες


 Ο ένας βογγάει και ο άλλος βογγάει. Ντουετάκι χαμηλόφωνο με πάθος. Ο τρίτος - αν υποθέσουμε ότι θα ήμασταν τέσσερις - δεν ήρθε. Σιάχνει τα ωράρια του και θα τον πετύχουμε κάποια στιγμή.
 Ο ένας με την μέση του και ο άλλος με κάτι που δεν ξέρει αλλά υποθέτει - Ν Α μια γκάμα υποθέσεων, άπειρες απόπειρες απόψε - και τους τηγανίζω κάπου δυόμιση κιλά πατάτες, βάλε και αβγά, φέτα, ένα ύποπτο κασέρι ( - Το κρατάς επένδυση; Για ροκφόρ θα το δώσεις μετά; ) και σαλάμι. 
 Καίγομαι πάνω από τα τηγάνια και ο απορροφητήρας βγάζει έναν ήχο, σαν κινητήρας αεροπλάνου. Έτσι πιάνω ελάχιστα απ΄ όσα πετάει ο ένας στον άλλον.


- . . .αντικειμενοποίηση. . . 

- . . . καρφωμένη η κάσα, ναι, και. . . .

- . . τούλπα. . .


-  . . .εμφαλιωμένο Στυγός. . .


- Votsification of. . .


- . . .τα αρχίδια μου, ναι, πάλι, τα αρχίδια μου. . .


- . . . τριάντα κιλά τσόφλια τον σκεπάσαν. . . 


- . . . πονάω. . .


  Μου έρχεται μήνυμα στο κινητό.

- Καμία Σωτηρία. Μόνο η Μπέλλου.

  Απαντάω 

- Μια χαρά.



  Σερβίρω - Μπούγιουρουμ, εσωστρεφούληδες. Πλησιάζουν κούτσα κούτσα σκυφτοί, κοιτάζουν τις πιατέλες, εμένα, συμφωνούν με τα μάτια ότι μάλλον είναι όλα εντάξει και κάθονται να φάνε.   Φαίνεται όμως ότι φοβούνται και λίγο ότι μπορεί να τους στείλω αδιάβαστους αλλά τρεις καθίσαμε, τρεις σηκωθήκαμε. 
Η ομελέτα ήταν λίγο καυτερή. Ξεχάστηκα με το πιπέρι αλλά κοντραρίστηκε με την αλμύρα από τα τυριά και τα κασέρια. Δυνατές γεύσεις που όμως τα βρίσκανε μεταξύ τους και δεν πάθαμε τίποτα, ζούμε μια χαρά να τις θυμόμαστε. Έτσι θυμήθηκα το πως μαγείρευε η Αντιγόνη. Άνοιγε το ψυγείο και έριχνε στο τηγάνι ό,τι είχε απομείνει μέσα. Έτσι μια φορά μου έβαλε μπροστά μου μια ομελέτα με αντζούγιες , κομματάκια μήλου που τεμάχισε και πολύχρωμα μπαχάρια. Κοίταξα μια το πιάτο, μια εκείνη. . .  Περίμενε με κάποια αγωνία που την έκανε λιγάκι πιο ανθρώπινη, να της πω ότι είναι ωραίο. Ήταν σίγουρη ότι ήταν ωραίο - δεν είχε δοκιμάσει - και περίμενε να το επιβεβαιώσω.
  Το έφαγα όλο και της είπα - Είσαι 1453 χρόνια μπροστά. . .  Δεν έχω ξαναφάει τέτοιο πράμα. . . Που το σκέφτηκες;
- ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ. . . χτυπούσε τα χέρια της χαρούμενη.
 Άλλοι σκότωσαν για την αγάπη τους.


 Οι εσωστρεφούληδες μετά το φαΐ ακροβολίστηκαν στους καναπέδες και βογγούσαν, μουρμούριζαν με άλλο χαβά αλλά λιγότερο πάθος από πριν.  Έτοιμοι να τους τάξεις στο χάος και να πάρεις και ρέστα στο τέλος.


Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

για τις 19

  

  έρχεται όπου και να ΄μαι και μου μιλάει. Λέει τις ίδιες ιστορίες. Κάποιες τις είδε, άλλες του τις είπανε, άλλες του τις είπανε ένω τις είδε. Η οπτική του απλήρωτου φονιά, ε; Πρώτα η σκατιά και τα επιχειρήματα, το νόημα μετα. Και πάμε να αγαπήσουμε απόψε. Δυο τριμπουσόν για ένα μπουκάλι, ποιος θα προλάβει. . . Ονόματα με το κιλό και σώματα σαν μαριονέτες που δαγκώνουν τα σκοινιά και τραβάνε να ξαπλώσουν το κάθαρμα που τις παίζει. Και μουσικές απ΄ όλες τις τρύπες. Πνευστά, ειρωνικά πνευστά δίνουν το σήμα για επίθεση. Αλλά πάμε να αγαπήσουμε απόψε. Με χέρια και δόντια. Σοβαροί, να μην μας πάρουν χαμπάρι. Σοβαροί σαν μάρμαρο. 
 Έχω και άλλα να σου πω.
 Στο ταμπλό ένος αμαξιού δεκάδες ζωγραφιές, γραμμές με γνώση, εξυπνάδα, ατάκες αμάσητες, ασάλιωτες. Στην θέση του συνοδηγού να μην ξέρεις από που σου ήρθε. Μετά, μετά θα καταλάβεις με μια ματιά στο καθρέφτη. Ο οδηγός, καλή καρδιά με βηματοδότη - η δικιά σου κατέχει που πάνε τα τέσσερα; - σου δίνει δυο μαρκαδόρους, δυο χρώματα, χρυσό και ασήμι, να βάλεις και εσύ κάτι. Γράφεις, αργά, αργά. . . 


ΧΑΜΌΓΕΛΌ
ΧΩΡΙΣ ΓΙΑΤΙ.


 Ο οδηγός σου λέει ότι έβαλες δυο τόνους στο χαμόγελο.
 Τον κοιτάς με ύφος΄ Γιατί ρωτάει τέτοια πράματα;
 Διατάζεις για μπουρδέλα. 
 Μεταφερόμενα πια στα Σφαγεία απο Βαρδάρη. Ιταλικό πλακάκι. 
 Ευγένια και Πιάτσα.
 Όπως ο Βότσης, όταν σε έπιασε το έντερο σου στην Ναβαρίνου και φώναζες.
 Σε έπιασε άπο τον ώμο και πήγατε στην Πιάτσα των ταξί.
 Ευγένια και Πιάτσα, πάλι.
 Αλλά απόψε πάμε να αγαπήσουμε. Όλοι μαζί και ο γρουσούζης, όχι χώρια. Πάρτε και ένα γρουσούζη μαζί σας. Μια γκρίνια με επιχειρήματα που σπάει αρχίδια και πρέπει να πας διαβασμένος να την χτυπήσεις. Αλλά δεν την χτυπάς. Έχει δίκια. 

( Όταν ακούς, έχεις και εσύ τα δίκια σου, 
είναι σαν να σου λένε ΄΄Σου μείνανε και δυο τούφες μαλλάκι, 
τι άλλο θες;΄΄)

 Τα χέρια σου σαν να έχουν λίγο στραβώσει από το ποτό και εσύ λές έπαιζα πιάνο δέκα χρόνια. Δέκα χρόνια Οινοπνεύματα Αντιλογίας. Ομορφιές, ε; Εκείνη η Λαϊστερα που σου έκατσε και σου έγραψε για ιδανικούς αυτόχειρες και μαλακίες. Και γιατί γράφεις ρε; Λες και πάς κάθε βράδυ στο κρεβάτι της, την ξυπνάς, έτσι με το ζόρι, να διαβάσει όλα αυτά, τα ψηφιακά. Πρέπει να είναι φίλη σίγουρα εκείνου του υπόλοιπου βλακείας, που στο νησί με τα λουκούμια και τα άλλα άλλα άλλα. . . . Εκείνο το πράμα είχε πει στην Σπούλα, ότι ο συγγραφέας πρέπει να ξυπνάει πρωί, να φοράει γραβάτα και έτσι καμουφλαρισμένος να πετάει τα οράματα του στο χαρτί. Να μοιραστεί τις χημείες του κεφαλιού και κάβλα ιδεατή. Ένα κόσμο που για να μπεις, σκας στα διόδια όλο το χρόνο και τα κέφια σου. Είχε θάλασσα να τον πετάξουν εκεί κοντά, αλλά η Σπούλα είναι καλή καρδιά. . . Καλύτερη από εσένα.

- Καλύτερη και εκείνη από εμένα.

 Δεν είναι και δύσκολο αυτό.

- Από όλες τις πλευρές. Και άναψε ωραίες φωτιές για να συνεννοηθώ την Γιουδήθ. Και άλλα πολλά, πολλά.  Και όλα πήγαν και τελείωσαν καλά.

 Δεν θα κάνουμε λίστες με ονόματα εδώ. Αλλά δεν σκότωσες και κανέναν. Μόνο προχωράς και πληγώνεις κόσμο. Ένα βαρέλι πίνεις και μια δεξαμενή μαλακίες βγάζεις. Γιατί; Για να περάσει η ώρα; Η ώρα θα περάσει ό,τι και να κάνεις. Δεν θα σε ρωτήσει. Αλλά αν σε ρωτήσει κάτι θα βρεις να της πεις. Σήμερα όμως πάμε να αγαπήσουμε. 
Όχι χουφτώματα και μάχη σώμα με σώμα. Αυτά καλά είναι και εξυπηρετούν την σύνθεση, που λέει και το Σινικό Υπόγειο. Το άλλο που σε καίει. Να τους κάνεις να γελάσουν. Να ξεφλουδίσουν από τα γέλια. Πρώτα με τα χάλια σου και μετά με τα δικά τους. Αν το κάνεις ανάποδα θα σε δείρουν. Όπως ο Αντώνης τον Σίμο.

- Διάβασες τον Χορό των Καβουριών;

 Άλλο χαζό τίτλο δεν βρήκες; Το διάβασα. Χάνει στην αρχή. Και στην μέση. Και το τέλος είναι για ξύλο. Ποιος διαβάζει τέτοια πράματα; Το ρωτάω αυτό, γιατί βλέπω αυτόν που τα γράφει.

- Ο Celine και ο Σαββίνκοφ φταίνε για τον τίτλο. Ήμουν. . .

 Ξέρω. Ήσουν ένα βράδυ λιάρδα με την Σαββίνκοφ στην παραλία και έλεγες, έλεγες. Ο Σαββίνκοφ είναι καλός άνθρωπος και άκουγε. Τότε του είπες, ότι τα δίχτυα είναι πεντάγραμμο και τα καβούρια νότες. Ο μαλάκας ο Celine που κολλάει;

- Κάπου πριν χρόνια, πριν την Αντιγόνη. . .

Άλλο τράκο αυτό.

-  . . . είχα διαβάσει κάπου, ότι βάζει τον ήρωα του να αποχαιρετά δωσίλογους πεταινικούς που την στήσανε σε ένα κάστρο, λέγοντας, τέρμα ο χορός των καβουριών. . . Οι σωλήνες των αποχευτεύσεων σπάνε και τους κυνηγάνε τα σκατά τους.

 Κάπου στην γη των παραδόπιστων, εδώ στα βόρεια πρέπει να έγινε αυτό. Χωρίς τον Celine. Η μουσική έσπασε τους σωλήνες. Αλλά μπορεί και να τα φαντάστηκες. Ο Σαββίνκοφ χάρηκε με τον τίτλο.

- Ναι.

 Είναι καλός άνθρωπος και με πολλά πράγματα να δώσει. Όχι επειδή έτσι πρέπει, για την ταμπέλα δηλαδή. . . Κάπως πρέπει να γυρνοβολάει και αυτός. . . Όχι. . . Βγαίνουν συνέχεια καλά πράγματα, τα φτιάχνει όπως θέλει και τα μοιράζεται. Μιούζικα, στίχους με μιούζικα, στίχους χωρίς μιούζικα και ιστορίες. Αλλά οι άλλοι; Δεν μπορούν μια ιστορία να πούνε; Και κοπανάνε μακρυνάρια. Δεν θέλουν να πάνε κατευθείαν στο μεδούλι; Και να φτάσει το μαχαίρι, μεδούλι δεν θα βρεί. Σάλτσες και απωθημένα.

- Από άλλους δρόμους στο ίδιο σημείο πάντα. Μην τους κατηγορείς.

 Και τι έγινε. Αλλά και το δικό σου. Χάχανα, ανάποδες και γαμήσια. Εξυπνάδες μασημένες πολύ. 

- Τίποτα δεν σου άρεσε;

Μια σκηνή μόνο. Εκείνη η λεσβία που τρίβει την κωλάρα της στο καβλί του Αντώνη μέχρι αυτός αφήνει τα αρχίδια του να ξεπρηστούν. Καλά το πας. Αν ήμουν εκεί μέσα θα χειροκροτούσα.

- Εγώ θα ξάπλωνα δίπλα τους, να κοιμηθώ.

 Και θα σε αφήνανε.  . .  Πάμε τώρα. Με το δελτίο ανεργίας τραβάμε όπου θέλουμε. Όλα τα λεωφορεία δικά μας. Πάμε να αγαπήσουμε.

- Δεν μπορώ σήμερα. Πονάω λίγο. Αύριο όμως. . .

 . . . σίγουρα. Κάτσε στο μπαλκόνι να βλέπεις από κάτω φαλάκρες να παιρνούν. Θα πάω να βρω τον Σίμο. Θα πάρουμε την Τσιμισκή, απο Δωδεκανήσου ως ΧΑΝΘ και σε κάθε περίπτερο θα πίνουμε μπύρες. Περιπτερόμπυρες. Μπορεί να βρούμε και εκείνο το μουρλό πράμα που βρίζει όλη την ώρα και του ανεβάζει την πίεση. Να την δεις πως θα την φτιάξω εγώ. Εσύ κοίτα να στρώσεις.

- Έτσι ακριβώς. Θα στρώσω για να ξαπλώσω λίγο. Μπορεί να σας βρω μετά.




Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

όξω από φαλαφατζίδικο ψες


-. . . είναι αυτός με το μπιστόλι στο χέρι που θα αυτοπυροβοληθεί όπου να ΄ναι και το ξανασκέφτεται, ρίχνει μια ματιά στο μπιστόλι, μια στο διπλανό του που του φωνάζει ΜΗΗΗ, ΜΗ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ και πυροβολεί αυτόν.

- Τον μη μη.

- Ναι.

- Γιατί;

- Επειδή κάνει πολύ φασαρία.

- Και αυτό θα γίνει ταινία;

- Μια σκηνή μαζί με άλλες.

- Γιατί δεν κάνεις ένα ντοκιμαντέρ για τους υπαλλήλους της Βουλής; Όχι όλους. . . Εκείνους τους αξιαγάπητους που αφήνουν το νεράκι στο βήμα.

- Λες;

- Θα σκίσει. Αν ψήσεις και κανέναν να ρίξει λίγο καθαρτικό ή καμιά μασέλα μες στο ποτήρι.

- Ή χρυσόψαρα με την μνήμη τους που διαφημίζουν. Λες και αυτοί θυμούνται τα πάντα.

- Και ποιον θα σφάξετε να βρείτε τα λεφτά;

- Χωράφι, όχι άνθρωπο.

- Πάει καλά. Φεύγω τώρα. . . Σε έχω κλείσει με τον άλλο, αν πεθάνω πρώτος, να κουβαλήσετε την κάσα. Εσύ κοντούλα, ο άλλος ο γαμογελαστούλης στο καρότσι του το χειροποίητο. . . Θα βρω και δυο ψηλούς. Θα γελάσει κόσμος. . . Αν με αδειάσετε κιόλας. . . Και μην ξεχάσεις. . . Αν πετύχεις καμιά που να θέλει λευκό γάμο, μέσα. Μπορεί να αριβάρει και έρωτας.

- Έγινε. Καληνύχτα.

- Καλήνυχτα.




Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

EXIT


 Στο μετρό, με το ένα μάτι κλειστό και το άλλο μισάνοιχτο, αναμαλλιασμένος, καθιστός τραβάω κατά τον σταθμό Λαρίσης, να βγάλω εισιτήριο, να φύγω το βράδυ για την πόλη με τα φαγάδικα, τις εκκλησίες, τις πολιτικές δολοφονίες, τους Εβραίους - όσοι απέμειναν απ΄ όσους ξαπόστειλαν με τα τρένα για να γίνουν μετά  ε π ε ν δ ύ σ ε ι ς   και   α π α λ λ ο τ ρ ι ώ σ ε ι ς - και τον εσωτερικό μονόλογο. Μια γριά, καλή γριά, κάθετε απέναντι μου και με σημαδεύει κουνώντας το κεφάλι της. Την κοιτάω κι εγώ με το μισόκλειστο μάτι και κουνάω το δικό μου κεφάλι. Είμαστε σαν ερωτευμένα, πλάι πλάι σκυλάκια στο παρμπρίζ αυτοκινήτου. Λίγο ακόμα και θα ακολουθούσαν τα σώματα - κουδουνίστρες ερωτικές - αλλά εκείνη μου είπε.

- Φοράς περούκα;
- Όχι. Εσείς;
- Είσαι ανάγωγος.
- . . . Από το Κορδελιό είμαι. Δεν μου απαντήσατε όμως.

 Κι άρχισε να φωνάζει. Ανάγωγος και δεν ντρέπομαι.  Με τον πληθυντικό μου, με το κεφάλι μου αναμαλλιασμένο, πέρα δώθε, από το Κορδελιό και εκείνη να φωνάζει. Σκέφτηκα τον άντρα της, χεσμένο στα γέλια, να μου σφίγγει το χέρι. Ή τον λαιμό, ποτέ δεν ξέρεις. Αλλά μπορεί να τους είχε χωρίσει ο θάνατος. Φαινόταν λιγάκι στο πρόσωπο της και τα χέρια της πρέπει να έριξαν κάμποσο χώμα.

 Η διπλανή μου, δεν έδωσε σημασία σε όλο αυτό. Κρατούσε την τσάντα της και χάζευε έξω από το παράθυρο το σκοτάδι από το τούνελ. Ο διπλανός της καλής γριάς, έκανε το ίδιο, αλλά χαμογελούσε κάπως.
 Εκείνη την στιγμή, ανακοινώθηκε από τα μεγάφωνα ότι φτάνουμε στον σταθμό Λαρίσης. Σκέφτηκα ένα κουλουράκι να πάρω από εκεί.

- Θα φύγω, μην φωνάζετε. 
- Να φύγεις ρε.
- Αλλά πριν. . .

. . .και τράβηξα μια τούφα από τα μαλλιά μου να της δώσω.

- Φυσική τρίχα. Όποιος έχει δίνει.
- ΦΥΓΕ ΡΕ. . .
- Ή τα βάφει. . .
- ΦΥΓΕ, ΠΑΡΤΕ ΤΟΝ.

 Κοίταξα γύρω μου. Ποιοι να με πάρουν; Εδώ αμάν κάνανε για να φύγω. Οι διπλανοί μας είχαν σηκωθεί και περίμεναν να ανοίξουν οι πόρτες να φύγουν. Σηκώθηκα και εγώ, μαζί τους. Η καλή γριά, καθισμένη ακόμα, κόκκινη.

- Και συλλυπητήρια για τον σύζυγο. . . είπα και έφυγα σφαίρα για να βγάλω το εισιτήριο.


Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

03:02


- Και πως αγαπηθήκατε;
- Πως ξεκίνησε το έγκλημα, ε; Να, ζητούσαν εθελοντές, κάποιον να πάει να παλέψει με τα θεριά και έκανα εγώ ένα βήμα μπροστά. . . Καθόταν και μοναχούλα. . . Τόση δα. . . Νόμιζες ότι έβαλε πέτρες στις τσέπες της, να μην την πάρει ο άνεμος. Πως άλλοι για να πάνε μπαμ, στο πάτο; Ε, αυτή δεν την πήρε ο άνεμος. . . Εμένα πήρε ο πάτος της. Δεν είχα δει και τους άλλους, τους αξέχαστους, τους δικούς της που φύγανε από τα παράθυρα κυνηγημένοι - όχι σαν. Είχανε καταντήσει κουδουνίστρες που βγάζουν μοιρολόγια. Σηκώνανε και χέρι, σε στιλ ΄΄το αίμα μου πίσω και πάρε καριόλα να ΄χεις.΄΄
Εκείνη όμως ήξερε. 
Ήξερε.
Και φεύγανε νύχτα κυνηγημένοι - όχι σαν.
Να τους παίρνει ο διάολος και να τους γυρίζει πίσω, απ΄ όπου σκατά ήρθανε.
Και καθόταν μοναχούλα.
Ήρεμη αφού είχε πια την ερημιά να απλωθεί.

Έτσι πήγα.


Τώρα τα θυμάμαι για να ΄χω κάτι να μασάω.
Να μην δαγκώσω.


Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

τσακ μπαμ


 . . .ρουφιάνοι με σπουδές και όχι, λογικοί, απόψεις μόστρα και χιλιάρικο και από την άλλη ψίχα και γόπα αγκαζέ, μέσα σε μια χτυπημένη κούρσα που πήγε και γύρισε παντού, κάτω από το σπίτι μου πλάι σε γραμμένο Camarillo Brillo - με περιμένει να με πάρει να πάμε να υποδεχτούμε ένα μικροκαμωμένο θαύμα - από αυτά που τριγυρίζουν και δεν στοιχηματίζουν πάνω τους τάματα. Σε ρόλο ξεναγού, ρόλο επιθεώρησης και ο υποβολέας - Ήπιες δεκαέξι μπύρες. Τι παραπάνω άλλη μία;

 Ήμουν με ένα βιβλιαράκι - δανεικό κοκκινοκέφαλης 1,80 ποιήτριας - με κείμενα του τρομερού Μπέκετ και καθόμουν στο λεωφορείο. Πίσω μου μια μάνα με τον πιτσιρικά της. Από το αντίθετο ρεύμα έτρεχε ένα πυροσβεστικό με την σειρήνα του να ουρλιάζει. Ο πιτσιρίκος είπε στην μάνα του
- Φαντάσου μαμά να φτάσει το πυροσβεστικό στην φωτιά και ο άνθρωπος που καίγεται το σπίτι του να τους διώξει τους πυροσβέστες και να τους πει ΄΄Φύγετε, δεν θέλω να την σβήσετε την φωτιά. . . . Θέλω να την βλέπω. . .  Εσάς δεν σας θέλω. . .΄΄.

  Άκουσα την μάνα να λέει - Άσε τις βλακείες. . .  και την φαντάστηκα να προσέχει, πολλά χρόνια μετά τα εγγόνια της - Αφήστε βρε τις βλακείες. . . 
- Τότε γιαγιά, τι κάνουμε εδώ;

  Την άλλη μέρα ξεκίνησαν οι πυρκαγιές στην Αθήνα.

Ιούλης/2015




- Σκέψου τον Οιδίποδα.
- Ναι.
- Και η αιμομιξία να τιμωρείται με ευνουχισμό.
- Ναι.
- Ε, από τραγωδία θα γινόταν όπερα. Καστράτος ο Βασιλιάς. Και δως του ΟΟΟΟΟΟΟΟ. . . .
- Δεν το είχα σκεφτεί έτσι.
- Δεν έχεις τον χρόνο;

- Τραβάτε, ρε.
- ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΓΝΩΣΗ, ΜΟΝΟ ΜΕ ΠΕΝΤΕ ΕΥΡΩ. Ό,ΤΙ ΜΑΣ ΚΡΥΒΟΥΝ ΟΙ. . .
- Πιο κάτω την έχει τέσσερα.
- Άμα βγει τζάμπα η απαγορευμένη γνώση, να δεις τι έχει να γίνει. 
- Τι θα γίνει; Θα τον κλείσει τον πάγκο και. . .
-ΑΙΓΙΔΑ ΒΡΑΣΤΗ. . . ΑΙΓΙΔΑ ΒΡΑΣΤΗ. . .
- Πρόσεξε μην πεταχτεί κάνας Έρουλος που ξεχάστηκε εδώ και μας φάει τα αυτιά.
- Και μετά που θα ακουμπάνε τα γυαλιά μας.
- Το ένα μου έχει ήδη αχρηστευθεί. 
- Σου πέφτουν και τα δόντια.
- Και το μυαλό κουρκούτι.
- Από τις μπύρες.
- Κελεπούρι είσαι ρε.
- Εμπρός, προχωράτε.
- Αλλαγή παραστάσεων εδώ.
- Φύγαμε από την πόλη με τα φαγάδικα και τις εκκλησίες. 
- Πρέπει να έπεσε τόσο τσιμέντο όσο στο Σινικό Τείχος.
- Chinese Basement.
- Σινικό υπόγειο.
- Διαδικασία Ημέρευσης.
- Μπουζούκι που σκάβει.
- Που σκάει.
- Να και το σπίτι του Άκη.
- Για αυτόν έγραψε τον Τυφώνα ο Zimmerman.
- Αυτά τα λένε οι ανόμπελοι.
- Θα ήταν ωραίο να λέγανε τι θα τα κάνουν τα λεφτά του βραβείου.
-  Να λέγανε - Θα τα φάω όλα σε ζαχαρωτά.
- Στις πουτάνες.
- Σε ηχοσύστημα.
- Για την προώθηση. . .
- Χέστο. . . Αν είναι για προώθηση. . . Τα πιο πολλά θα φαγωθούν στο δρόμο.
- Και χωρίς λαχάνιασμα.
- Τσακ μπαμ.
- Ο άλλος μας έδωσε κλειδί για το σπίτι;
- Ναι, εδώ τα έχω. 
-  Η Μαρίκα θα έρθει;
- Γιατί να μην έρθει;
- Μπορώ να σκεφτώ 11 λόγους στο τσάκα τσάκα. . . .
- Σιγά. . . Εγώ μπορώ να σου πω 32. . . Αλλά πες τους.
- Με τόσο που ήπιες, ό,τι θες θα ακούσεις.
- Θα έρθει. Και τα μάτια της. . .
- Τι τα μάτια της;
- Φωτίζουν. . . Εκείνο το φως που πάνε καρσί τα κουνούπια και ξεραίνονται. . . Έτσι είναι και οι ματάρες της.
- Και εσύ κάνεις το κουνούπι.
- Ενίοτε. Κάνω και Σαρακατσάνο Κροκόδειλο.
- Μαλάκα. . .



Φλεβάρης/2017