Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Μέρες


Στον Νίκο Βότση



λίγο πριν κοιμηθώ - άπειρες απόπειρες απόψε - δυνατότητες και σενάρια απίστευτα, σύνθετα και μπερδεμένα, ένα παράξενο Κολλάζ και αριστούργημα το Μοντάζ, όλα όλα ταιριάζουν. . .



Ο Σκορδάς τότε μιλούσε. . . Ο Ντιν. ήταν στο νοσοκομείο. . . Στην Αθήνα και μιλούσαμε ώρες στο τηλέφωνο. . . Το αγαπημένο μου τραγούδι του Καζαντζίδη είναι εκείνο που λέει ΄΄το μερτικό μου από την χαρά το έχουν πάρει άλλοι΄΄ μου έλεγε και φώναξα  Ποιοι καριόληδες είναι αυτοί οι άλλοι να πάω να τους βρω; και γελούσε, γελούσε. . .

Μετά κλείναμε και έβγαινα έξω, να διεκδικήσω κάτι που του είχανε όλοι και δωρεάν. Αλκοόλ, χειρόγραφα στον Θερμαϊκό να κάνουν παρέα σε ψάρια καπότες και λάστιχα. ( Κάποτε είχανε βρει και πλαστικές σακούλες με δεκαχίλιαρα, πεντοχίλιαρα - Τελικά ήταν μια ερωτευμένη που ακολουθούσε τις υποδείξεις ενός Μέντιουμ για να δέσει με μάγια τον αγαπημένο της).  Ζευγαράκια πιασμένα χέρι χέρι - Όσο γερά και να κρατηθείτε, ένας από τους δυο θα την κάνει, βλάκες. . . Κρατηθείτε, δεθείτε, γίνετε αυτοκόλλητοι, ένας από τους δυο θα περιμένει να κάνει το κομμάτι του και μετά το μαγικό του να εξαφανιστεί - παρέες και μηχανάκια.Το βιβλίο του Τραΐανού ποτισμένο με μια ανήλικη τεκίλα δεκαπέντε ετών - την ρίχνεις στο ρεζερβουάρ και η κούρσα πετάει - και απέναντι το Ιπποκράτειο. Μπύρα και χλωρίνη. Έρωτας. . . λέμε. Η σχισμή για τα κέρματα ανάμεσα στα πόδια της και η δικιά μου στο έντερο να στάζει ψυχή, αίμα - αν πεθάνεις τα κείμενα σου θα πάρουν αξία; αν σκοτώσεις τα κείμενα σου θα ανέβει η δικιά σου αξία;  - οι Καταραμένοι ποιητές - που το άλογο που πόνταραν ήταν το ίδιο που λάτρεψαν οι Τρώες -  οι Γιατροί που κάνουν την δουλειά τους. . .


μετά. . .

Να το βαφτίσουμε Πολύβιο ή να του δώσουμε το όνομα του μαλάκα του ταχιτζή - έτσι δεν τους λες;  - του Δόγματος Διονυσίου - ''Πάνε με όπου θέλεις ταξιτζή'' -  να μεγαλώσει λίγο, να το μάθουμε να μας κάνει καφέ και να μας αγοράζει τσιγάρα, να μην μάθει ποτέ να στρίβει τσιγάρο, να ξεχωρίζει τι του σερβίρουν, να βλέπει και ότι δεν το συμφέρει. . .κυρίως ότι δεν το συμφέρει. . .

τότε

Αντί για ταξί / ασθενοφόρο 
σε πάει εκεί που δεν θέλει να πάει κανείς. 
και
Ένας δίσκος γεμάτος ποτήρια 
 Ένας δίσκος γεμάτος τραγούδια.


πιο πριν

Καθ΄ οδόν στα Εξάρχεια, ο ταξιτζής από την Χαλκηδόνα. Μας χαρίζει την κούρσα. Κατεβαίνω να βγάλω το καρότσι του Ντίνου, βλέπω τον Λεωνίδα Χρηστάκη. Συγνώμη ,είστε ο Λεωνίδας Χρηστάκης; τον ρωτάω. . . Ναι,εγώ είμαι υπάρχει κάποιο πρόβλημα; . Όχι. . . Κανένα. - Βγάζω το καρότσι και ο Χρηστάκης το βλέπει και λέει Σε λίγο καιρό κι εγώ σε τέτοιο θα είμαι ( πέθανε λίγους μήνες μετά, κατάκοιτος). Που πας; τον ρωτάει ο ταξιτζής - Καλλιδρομίου. . . Εμείς πήγαμε στην Τσαμαδού. Εκεί σπρώξαμε ένα αμάξι χωρίς να έχουμε κατεβάσει το χειρόφρενο. Έβρεχε.


πιο μετά


Στην Βιβλιοθήκη μια κοπέλα με λιγότερα ρούχα από όσα πρέπει να καλύψεις μια επιφάνεια και όσο σοβά χρειάζεται μια οικοδομή. . . Ζητάει Λειβαδίτη και κάθετε δίπλα μου ενώ σημειώνω στίχους του Καρούζου σαν τάματα στο τετράδιο μου - «Άνοιξη, φθινόπωρο χειμώνας/ ο Μπαχ ανεβαίνει πάντα στους αιθέρες/ γελαστός άγγελος του δρυμού/ μεγάλος ιδιοκτήτης/ ο Μπαχ ανεβαίνει την ουράνια σκάλα/ ιερέας ήχων απ’ τη βροχή νεότερος/ αγιόκλημα φυτρωμένο στ’ όργανο της εκκλησίας/ η θαλπωρή μεσ’ στην ανάγκη του θεού μεγάλη. (. . .)1 - Τι διαβάζεις; με ρωτάει - Μπαχ, τον Μονοσύλλαβο συνθέτη με τα είκοσι παιδιά.


Οι μέρες αν ήταν στιγμές. . .



Πάμε στο Ζάππειο;


Μετά στα χακί να λέω ότι ο Καρυωτάκης ήξερε εξαιρετικό σημάδι και να τρέχουν οι γιατροί από δω και από εκεί. . . Μαζέψτε τον. . .  και λαϊκό προσκύνημα στα Καρέλια τα Χρυσά. Ένας που ήθελε να καταταχτεί στις Ειδικές Δυνάμεις ή έστω στην Προεδρική Φρουρά - Κι άμα γίνει κάνας πόλεμος εσένα τι θα σε κάνουμε; / - Θα με βάλετε να θάβω ένοπλους που θα τους στέλνουν πακέτο από το πεδίο της μάχης. - δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τοιχογραφίες στις τουαλέτες από εντερικές κενώσεις. Είχα βγάλει ήδη ένα βιβλίο και καθάρισα  όλο το σκατό που υπήρχε. Χακί, η Καλοσύνη ως Επιστημονική, Πολεμική Φαντασία - Ο Κίτρινος Καρχαρίας - δεν καταλαβαίνω Χριστό αλλά γουστάρω -  και προσωπικό αναλώσιμο, που δεν μπαίνει σε γραφεία. Ένα χωράφι ακακίες, μια άδεια, κακίες χωρίς νόημα μετά. . .





Ν. Καρούζος, Του Ιωάννη Σεβαστιανού ΜΠΑΧ ανωφέρεια1

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

αρχή


σήκω ρημάδι
μάθε σημάδι
και ξεσκόνισε τις παρεξηγήσεις
τους μύθους δηλαδή
ξεσήκωσε τους νεκρούς
πάρε την θέση μου
και όλες τις αδυναμίες σου να μετρήσεις
να ξέρεις τι θα πεις
πριν σου τα πούνε άλλοι

εκεί που τραγωδία δεν γράφουνε
αλλά την συνεχίζουν
με τα σώματα τρακαρισμένα
τις καρδιές στην διαπασών
να σκορπίζουν σε κάθε τρύπα
πατικωμένοι μέσα τους 
επιβάτες χωρίς μέσο
με το σώμα μόνο
με το σώμα τους μόνο.


Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Excentrifugal


Ζεστή η μέρα σήμερα. Δεν έχω τα λεφτά για να σε δω. Όσα λεφτά έχουμε θα τελειώσουν αύριο. Μου τηλεφωνείς. Αν το σηκώσω, σίγουρα θα βρω τα λεφτά. Ζεστή η μέρα σήμερα. Νιώθω καλύτερα. Οι πόνοι φύγανε, μάλλον για λίγο. Όταν ξαπλώνω ή κάθομαι πονάω. Κάποιοι όταν πολυσκέφτονται και μένουν στο ίδιο σημείο.  Μαζεύω πράγματα για άλλους, δεν ξέρω αν είναι ωραία αλλά πρέπει να τους αρέσουν. . . Το στομάχι μου είναι γεμάτο πληγές και το δωμάτιο μου με δέκα κούτες παλιές εφημερίδες - παλιά νέα, παλιάνθρωποι. . . οι παλιόφιλοι. Είναι ζεστή η μέρα σήμερα, γεννημένοι για περιπέτειες και έρωτες και ένα μεγάλο ντου στα περισσεύματα, στα έτοιμα που ανθίζουν και πληθαίνουν χωρίς κανένα κόπο - δικό τους. Όπως όταν βαριέσαι και δεν βρίσκεις κάτι να σου φταίει.

Θαύμα. Δεν το πιστεύεις. . . Αλλά μέσα σου, σκάει. . . Ο κρότος και οι πληγές. . . Κάτι έμεινε τελικά. . . και ότι μένει κέρδος αφορολόγητο. . . Όπως το γέλιο.



(Σε ποιο τροφικό επίπεδο ανήκουν οι ρουφιάνοι;)



χαλασμένος ο τηλεβόας
και πρέπει τώρα να ουρλιάξεις 

οι αριθμοί πιο ζωντανοί
κυλάνε σαρώνουν

οι λέξεις αόρατες
όσο και αν τις γδέρνουν

οι λέξεις ψηφοφόροι στην σειρά
να μην εκλέγουν νόημα

μα οι τοίχοι ακούνε
για αυτό τους μιλάς
και εκείνοι σ΄ αγαπούν.

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

ευχαριστώ


Ήταν πριν νικήσει ο σοσιαλισμός ή μετά; Τρέχανε όλη μέρα στην παραλία. Χάχανα, χουφτώματα,κακό. Μετά μάλωσαν γιατί αυτός πάτησε σκατά και εκείνη γέλασε. Δηλαδή αυτός μάλωσε γιατί η άλλη τον έγραφε. Την είπε ηλίθια και εκείνη συνέχισε να γελάει. Πήγε να την χτυπήσει άλλα το μετάνιωσε. Της άρεσε να την χτυπάνε. Της άρεσε να τηγανίζει κρεμμύδια, να γυρνάει κάτι χιλιόμετρα σπίτι της με τα πόδια, να γράφει το ΄΄Γιάννης΄΄ με ένα ΄΄ν΄΄ - όπως  Γιάνης Κορδάτος - να σπάει, κατά λάθος πάντα, πιάτα και ο King Kong. Θα ζούσε πολλά χρόνια γιατί δεν σκεφτόταν την γνώμη των άλλων. Η ίδια δεν είχε γνώμη. Σχεδόν για τίποτα. Ήταν εντάξει.Θα ζούσε.

Ο άλλος ήταν πιο πρακτικός άνθρωπος. Δεν έπινε, δεν κάπνιζε, έτρωγε μια φορά την ημέρα, δούλευε σαν το σκυλί για να έχει καλά γεράματα. Ωραία νιάτα, Σκατά γεράματα. . . ήταν το σύνθημα του. Δεν το έγραφε στους τοίχους, ήταν γραμμένο στο κούτελο του. Δεν έμαθε ποτέ κανείς τι του άρεσε. Ίσως δεν του άρεσε τίποτα ή του άρεσε κάτι ποινικώς κολάσιμο. . . Ίσως είχε ρίξει όλες τις ελπίδες του στο μέλλον. Δεν έλεγε τι ψήφιζε κάθε φορά. Δεν φοβόταν. Πίστευε ότι η ψήφος ήταν προσωπική υπόθεση. Όπως και ο ψόφος.

Μου είχαν πει να τους παντρέψω. Δεν το ήθελα αυτό, γιατί ήξερα ότι θα χωρίσουν. Τους πρότεινα να βαφτίσω το πρώτο τους παιδί. Δέχτηκαν με χαρά.

Χώρισαν πριν λίγο καιρό. Εκεί που τρώγανε σπόρια σε ένα παγκάκι, εκείνος σηκώθηκε και έφυγε. Εκείνη δεν είπε τίποτα. Όταν τελειώσαν τα σπόρια, έφυγε για το σπίτι της. Με πέτυχε στο δρόμο ενώ πήγαινα να πάρω τσιγάρα. Ήρθε μαζί μου μέχρι το περίπτερο. Δεν μου μίλησε μέχρι που ζήτησε τσιγάρο. - Πάρε όσα θες της είπα και της έδωσα το πακέτο. Έβγαλε ένα τσιγάρο, μου το έδωσε, και έβαλε το πακέτο στην τσέπη της.


- Ευχαριστώ. . . της είπα.


- Τίποτα. . . απάντησε.