Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

blink


κρύψε τα χάπια τους
και οι γυναίκες μας θα τους αγαπήσουν / βάλε παλαμάκια να μην ακουστεί τίποτα και ένα αλεξικέραυνο στο κώλο που θα δώσεις στην οργή / βρες ένα σωσία να κάνει την σκατοδουλειά καλά, θα τον θυμόμαστε και το όνομα του / οδός, μικροοργανισμός και τραγούδι / κράτησε θέσεις και για αυτούς που δεν θα ΄ρθουν / μην πιεις απόψε, μην ξεχάσεις το επίθετο μου, ζήσε άλλα εικοσιπέντε χρόνια, άλλα εικοσιπέντε τέτοια χρόνια / πες στα παιδιά σου και την άλλη αλήθεια και μην τους αφήσεις χρέη να σε θυμούνται / σβήσε τα φώτα - Ο ήλιος είναι. . . / σήκωσε ένα λευκό τραπεζομάντιλο μην μας φάνε αδιάβαστους / μάθε απ΄ έξω τους ευεργέτες, τις παραδόσεις, τα στενάκια, τα παραστατικά που χάθηκαν μια μέρα του ΄93 / άσε τους να φαγωθούν. . . Δεν θα χορτάσουν οι αχώνευτοι και θα ξαναγυρίσουν.

Ξαναγράφεται το κοστολόγιο
σε ένα τεφτέρι με τις μαλακίες και τα χρέη
  σε είχα, ρημάδι, με είχες, κορόιδο )
και όλα προβλέπονται - μισά.

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

π.

 Ξεκινάει στα σύνορα με την Βουλγαρία.

 Αρχές της δεκαετίας του Ογδόντα - Τι βιβλία βγαίναν τότε; Πόσο ήταν το Χρέος τότε;
 Φαντάροι με τα όλα τους - παλάσκες, κράνη, όπλα - καθαρίζουν την τάφρο.
 Κάποια τέρατα βρίσκουν ένα πιο ήσυχο. Πέφτουν αυτοί οι ήσυχοι από τον ουρανό, ενοχλούν και τους περιμένουν οι διαόλοι, καριόληδες σε υπηρεσία πάντα. Με αρχηγό, να κανονίζει να βγάζουν την πίστη και ο άλλος να υπομένει. Το είχανε σίγουρο ότι δεν θα ξεσπάσει. Ρίχνανε φάπες, μπινελίκια. . . . Το συνέχιζαν με ρυθμό. Μέχρι που σήκωσε το όπλο ο ήσυχος και ούρλιαξε ΄΄ΘΑ ΣΑΣ ΣΚΟΤΩΣΩ ΌΛΟΥΣ. . .΄΄. 

 Δεν συμμετείχαν όλοι. Γιατί να τους σκοτώσει όλους; Η κωλανθρωπιά είναι συνήθως οργανωμένη και η σκατοψυχιά θέλει μόνο πίστη.

 Κάποιος, ήρεμα τον πλησίασε και τον ρώτησε - Ποιος σε πείραξε;

 Ο άλλος τρομαγμένος του έδειξε τον Αρχικαριόλη.

 Τότε έπεσε μια ξεγυρισμένη ανάποδη στον Αρχικαριόλη και ξαπλώθηκε, η άχρηστη κοπριά. Τα γύρω του κοπούκια πάγωσαν. Φάγανε και αυτά μερικές μετά.

 - Είδες; Κανείς δεν θα σε πειράξει, Άγγελε. Να μιλάς όταν κάποιος σε πειράζει. . . 
 


Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

΄΄I'm a moron 'n this is my wife. . .΄΄

- Τι μουσική θέλετε να ακουστεί στην κηδεία σας;
- Αυτές οι ερωτήσεις με τις κηδείες. . . Οποιοδήποτε κομμάτι του Bob Dylan.
- Bob Dylan; Γιατί Bob Dylan;
- Γιατί δεν θα το ακούσω. . . Θα το χαρούν όμως οι φίλοι και χορηγοί μου, που τον εκτιμάνε. . . Αν δεν έχουν να πάνε σε καμιά άλλη κηδεία. . . Κηδείες. . .Εργολάβοι κηδειών. . . Από εκεί βγήκε το ομώνυμο γλυκό. . . Ας σιάξουν ένα γλυκό και να το πούνε ΄΄Τοκογλύφος΄΄. . . Ίσως κάτι με γρανίτα. . . Αλλά ρωτάς μαλακίες και ΄γω σου κάνω πάσα. . . Βοήθα κάνα άνθρωπο και προχώρα παρακάτω. . .
  







  Σφάξε με πασά μου να ξεχρεώσω, μια και καλή / το φέσι σε αυτή την χώρα έφτασε μέχρι τον αστράγαλο, όποτε πάλι μαλλί θα μασάμε, θα το ρίξουμε στους προγόνους, στον πατριωτισμό, πίστη, ιδέες, στον τζόγο. . . (Κλείνεις τα μάτια σου και δεν μένει τίποτα από αυτά).
  ΄΄Πρέπει να τιμωρηθεί η σκατόρατσα με τα δανεικά απαίτησε προκοπή΄΄ γράφει κάποιος στο γραφείο του και το μοστράρει το ψηφιακό μακρυνάρι του σε free-όποιον-πάρει-ο-χάρος-press. . . Μπαταχτσήδες, άξεστοι, με τα μούλικα τους να κάνουνε θόρυβο, μουρλόκαταστάσεις αδιάφορες με νεκρούς και χρήμα απ΄ έξω (χάζευε σχέδιο Μάρσαλ και άλλα πακέτα ανοικοδόμησής ραμμένα σε φόδρες), παρακμή υπερπαραγωγή. Όλα αυτά από το γραφείο του. Ησυχία θέλει ο άνθρωπος, όχι σιωπή. . . Τουλάχιστον να λένε για αυτόν. . . Δύσκολο όμως, στο κείμενο του δεν φαίνεται πουθενά ο ίδιος, ούτε σαν περαστικός, μόνο ύφος. . . Αλλά ξεκαθάρισμα κοροϊδευτικό μυρίζει πάλι. . . Χρόνια τώρα το συντηρούν σαν κακοθημένο που θα μας θάψει ενώ δουλεύουμε όλοι για αυτό. . . Είναι και εύκολο. Εύκολο σε ένα τόπο που δεν συμφωνούν τι  μέρα είναι σήμερα ή χτες. Να αραιώνουμε και μετά μέτρα πενήντα, εβδομήντα χρόνια,θα βρούμε τους λόγους, τους φταίχτες. . . Θα σκαλίσουμε κείμενα που ΄΄συζητήθηκαν τότε πολύ, όσοι ξέρανε να διαβάζουν δεν κοιμήθηκαν για μια βδομάδα κτλπ΄΄ και θα βγάλουμε άκρη πιο κοντά στο γκρεμό. . . Οικονομικοί λόγοι, θα πούμε με την σιγουριά του ηλίθιου. . . Ονόματα χορηγών δεν θα αναφέρουμε. . . Σε κάθε σκατοδουλειά και μακελειό, κοίτα μετά ποιος την έβγαλε καθαρή και όχι μόνο. . . Το πανηγύρι της άνω και κάτω Δυστοπίας. . . Ένα τσούρμο να ουρλιάζει ΄΄Τα λεφτά μας πίσω. . .΄΄. Οι υπεύθυνοι, αυτοί με την εξουσία και την χαρτούρα, θα ακούσουν ΄΄Τα λεφτά μας από πίσω. . .΄΄ και θα τους κάνουν το κώλο κουμπαρά. . . Θα τα δεις όπου να ΄ναι.  . .Μην γέλας. . .
  Σε αγαπάω B.M.B.
  Κάθε βράδυ, ένας μονόλογος για εσένα μόνο. . . Κόβοντας και ράβοντας τον κώλο και το κεφάλι μου. . . Μια ξενάγηση στα τεφτέρια της ιστορίας και της τέχνης. . . Επιβίωση και ψυχαγωγία. . . Μεροκάματα όπου κι όπου. . . Κι ο γαμπρός Mous από την Βουδαπέστη  να με ρωτάει για ένσημα αλλά και για Beckett και Borges (αυτά τα ΄΄Μπ.΄΄), το ΄΄Παράλληλο Πάρτυ΄΄ με τις γυναίκες του (ο καθένας έχει από μία) γαμιέται στις πρόβες, ο Κοκκινοτρίχης από άλλη μπάντα και μυθολογία παίρνει από τα χέρια μου ένα λευκό λουλουδάκι, το βάζει στην κιθάρα του και ανεβοκατεβαίνει με το λαρρύγι του, η Γρέκα Films ετοιμάζει ταινίες και δίσκους, με τον Σαββίδη τον Γιώργο (όχι τον μακαρίτη φιλόλογο αλλά τον τρανό ζωντανό ηχολήπτη από τις δυτικές πυρηνικές συνοικίες) και ο κυρ Βότσης εκπαιδεύεται στο ψηφιακό κουμάρι. . . Ο φίλος και χορηγός Ντ. έφυγε για Καρπενήσι, να διδάξει παιδάκια φέτος. . . Λιγοστεύουν τα στηρίγματα όσο περνάει ο καιρός. . . Αλλά είναι σαν να παίζω σε μια επιθεώρηση. . . Τελειώνουν τα λόγια μου, σκουπίζω τα σάλια μου στην αυλαία, την μέση μου δεν την νιώθω και τόσο και σκας εσύ από το καταφύγιο σου, φωνάζεις, Σκορδά. . . Βόμπουρν. . . Βόμπουρν. . . 

  Εγώ, ναι. . .

  Εσύ, τώρα. . .

  Ένας ολόκληρος θιάσος και μισή Ελλάδα, μεταξύ μας.


 . . .το να δίνω και να παίρνω μου φαίνονται σφιχτά ενωμένα,ακόμα κι αν το παίρνω παραγράφεται, η επιφάνειά στην τροχεία του κάθε προσώπου είναι επιδεικτικά ελαστική και σαλεύει σαν ανέμη σε κάθε άγγιγμα, μια αλλαγή τονικότητας στην φωνή, ένα σπάσιμο, ένα δεύτερο τσιγάρο,μια σιωπή... όλα γνέφουν και δίνουν, ένας αυτοσχεδιασμός χορευτών κάτω από εγκεφαλικά αισθήσεων, τεντώματα συρμάτων και καρούλια υπέρηχων ροών.

Μ.Τ.






Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

καλύτερα από πριν

καθόταν σε ένα παγκάκι,
έκλαιγε και ροκάνιζε
τα μέσα της

έκατσα δίπλα της

δεν μου έδωσε σημασία


ήξερε


τότε άρχισα να κλαίω
κι εγώ, πιο δυνατά
πιο φάλτσα από εκείνη

σκούπισε το
πρόσωπο της
με κοίταξε ήρεμη,
με απορία

είχε ξαναβρεί
τις δυνάμεις της

έστρωνε πάλι
τον εαυτό της
καλά

ήξερα

γύρισα
και της έριξα
μια ανάποδη

έπεσε κάτω

έφυγα γρήγορα
πριν το χουφτώσουμε
το πράγμα από την αρχή.

2011

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2015

Μαρία

 - . . . Ψόφα κι άλλο αν είναι αλλού.
 - Τίποτα δεν σου δίνει σημασία να σε σκοτώσει.
- Δεν με βρήκαν ακόμα. Λογάκια, ζεστός αέρας. . .Κάτι φιλιά πεταχτά και κάτι φιλιά πεταμένα. . .
- Σε ακούω. . . Μόνο να σε ακούω και τα έχω καταλάβει όλα.
- Όλα;
- Ναι. . . Μια μαλακισμένη ιδιοφυΐα, με ψηφιακή υποστήριξη.
- Οκτώβρης; Ναι. . . Τώρα σε πιάνει η μαλακία. . .
- Όλοι οι άνεμοι είναι δικοί μου. . . Τους αφήνω να πάνε όπου θέλουν και εκείνοι γυρίζουν και χαϊδεύουν πάλι την μάπα μου.
- Σιγά την μάπα. . .
- Τα λες αυτά επειδή το μουνί σου χόρτασε περιπέτεια. . . Δες και λίγο παρακάτω. . .
- Το λάκκο σου ρε θα δω και. . .


 ( Είναι μερικά επίθετα σαν ξόρκια. Τα λες φωναχτά, τα σκέφτεσαι και ΜΠΑΜ ένα κόσμος ολόκληρος μπροστά σου. . . Κάφκα. . . Κάφκα και μικραίνουν όλα μέχρι που όλος ο κόσμος χαζός, έξυπνος, πεινασμένος, πιο πεινασμένος, χορτάτος και σκασμένος, γίνεται ένα αλλά με τρόπο πατείς με/γαμώ σε. . . Ντοστογιέφσκι. . . Σου έρχεται η βότκα και το κρύο της Ρωσίας που καθάρισε κάμποσους στρατούς και άλλα πολλά πιο πέρα από την ανατομία. . . Καρυωτάκης, σκέτος, παιχνιδιάρης Ελληνικός - παίρνοντας εργαλεία από Γάλλους κωλοτρυπίδια από το αλκοόλ που κοιτούσαν μακριά, τα ρίχνει στο τουρλουμπούκι που βλέπεις στο χαρτί και βγαίνει ένα γέλιο περίεργο που κλείνει με αίμα δικό του λογαριασμούς και φεύγει. . .  Μπουλγκάκοφ. . . Όλα είναι πιθανά με αυτό, κλείνει πονηρά το μάτι και όλα χάνονται για να ξαναβρεθούν όπως χάθηκαν. . . Είναι και άλλα. . . Πες μου όμως χαρά μου γεωγραφικά αντιδιαμετρικό μου, τι αντέχεις; Ένα γέλιο που θα ξεκάνει όλη αυτή την παρέλαση καριόληδων που σε πλήγωσε; Θα είμαι εδώ. . . Τρύπιο στομάχι, λυμένα κορδόνια, μυαλό αγάμητο σχεδόν. . . Σε περιμένω ολόκληρη. . . Ένα ανάθεμα από νότες θα σε υποδεχτεί. . .  
Και όλα καλύτερα. . . ).

- Πάω να κουβαλήσω. 

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Π.Π.Σ.

  
 Μπροστά, μπροστά ο πατέρας με τους μάστορες και πίσω τους ασπρόμαυροι διαδηλωτές να τους κυνηγάνε αστυνομικοί γύρω από την Έκθεση. Βιοπάλη και αγώνας δρόμου.

- Ποιος νίκησε;
- Εμείς. Με τις τσάντες γεμάτες εργαλεία, τρέξαμε πιο γρήγορα από όλους και βγήκαμε πρώτοι. Δίπλα μας σκάγανε πέτρες, δακρυγόνα αλλά τα καταφέραμε να μπούμε στην Έκθεση και να στήσουμε τα περίπτερα, τις εξέδρες. Ο τότε παπαρίδης είχε περίσσευμα από τα δανεικά κι αγύριστα να κάνει εξαγγελία παροχών. Σήμερα το μόνο που μπορούν είναι παραδοχές ή να πάνε από μόνοι τους να παραδοθούν. Και γω βγάζω τα ψιλά από την τσέπη και τα μετράω μπας και βγουν παραπάνω αυτή την φόρα. Εσύ που ήσουν τότε;
- Είχα πάει στο σπίτι της τρελής, κοντά στο Ιπποκράτειο, να δω τι κάνει. Μου είπε ότι θα μαγειρέψει. Δεν μαγείρεψε και έτσι με έστειλε να της πάρω μπύρες. Βρήκα τις πιο φτηνές και κράτησα τα ρέστα για μένα αλλά η ρουφιάνα δεν μου έδωσε ούτε μια και έτσι κάθισα και την χαζεύα να κουνιέται και να μιλάει. Έλεγε έξυπνα πράγματα πότε πότε και εγώ σκεφτόμουν ΄΄Τι έξυπνα πράγματα λέει όταν θέλει αλλά μια μπύρα δεν δίνει η ρουφιάνα. . .΄΄. Ίσως αυτά να πηγαίνουνε μαζί. Μετά βρήκα κάτι παξιμάδια στην κουζίνα και της τα σερβίρισα με κάτι πικάντικες αλοιφές που είχε στο ψυγείο. Την ώρα που θα της έλεγα, για δεύτερη ή τρίτη φορά, να παντρευτούμε, μου τηλεφώνησες να ρθω στην Έκθεση, να κουβαλήσουμε κάτι πραγματάκια. Ήρθα κατευθείαν και μου έδωσες σακούλες γεμάτες μπουκάλια με ουίσκι, βότκα και χυμούς. Τα φόρτωσα στο αμάξι και σε περίμενα να φύγουμε. Στην επιστροφή μου είπες ότι κάποτε θα ανατίναζες το Πολύκαστρο.
- Ναι. . . Παραλίγο. Σε μια άσκηση στο στρατό. Ρίχναμε με κάτι παμπάλαια μπαζούκα. Σαν μπουριά σόμπας ήταν. . . Ποιος μαλάκας κατατακτητής να τα κλαίει; Είχαν βάλει σε ένα ψηλό λόφο σε κύκλο άσπρες κοτρόνες  για να φτιάξουν στόχο. Όταν έριξα εγώ με το μπαζούκα, σηκώθηκε,δεν ξέρω πως το γαμήδι και το βλήμα πήγε ψηλότερα από τους στόχους και έσκασε στην κορυφή του λόφου. Αυτό που δεν μας είπαν αλλά το μάθαμε μετά  ήταν ότι πίσω από το λόφο ήταν το Πολύκαστρο. Σκέψου. . . Πεδίο βολής πίσω από την πόλη. Αν έφευγε το βλήμα και έσκαγε στην πόλη, ακόμα εκεί θα ήμουν και εσύ δεν θα  υπήρχες.
- Μαζί με κάμποσους από το Πολύκαστρο.
- Ένα λεπτό να ξαναδώ τα ψιλά. Να, να. . . Έλα, πάρε τα μισά να πας Αθήνα.
- Κάτσε να τα ξαναμετρήσουμε.

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

06:42


- Όταν ήσουν μικρός, τι ήθελες να γίνεις όταν μεγάλωνες;

- Αν μεγάλωνα; Ήθελα να έχω ένα πάγκο γεμάτο κολάρα για τον λαιμό και να τα πουλάω. . . Να φωνάζω ΠΑΡΤΕ ΚΟΛΑΡΑ, ΕΔΩ ΤΑ ΚΑΛΑ ΚΟΛΑΡΑ, ΠΑΡΤΕ ΚΟΛΑΡΑ. . .

 -  Η πραγματικότητα και η μέση σου γαμήθηκε σήμερα και λες ό,τι θες / πάνε για εκλογές, λένε / κανίβαλοι με καρνάβαλους /  σε μια στιγμή γίνεται το παλαμάκι, φάπα ξεγυρισμένη. . .  Πύρρειος νίκη; Τρία δάχτυλα, δυο χαμηλωμένα και ένα ως έμβολο / είδες ποτέ κανένα παράσιτο να λέει στο ξενιστή, Ευχαριστώ; / εσύ που θα πας; 

-  Μουριές, Γαλατινή, Γρανάδα, Πάτρα, Μπραχάμι, κατηφόρα Γολγοθά, Κρανίου Τόπος γωνία / και πάλι πίσω / αστεία μεσοπολεμικά / σαν τώρα / σεξ και κουτουλιές με σήματα μορς, στις ράγες, στις ραγάδες, στις αλάνες, στις πουτάνες, στους νέους Μπουραντάδες με λογάκια και άποψη από προκαταβολής / έτσι, έτσι, μίσος για να ξεχνιόμαστε / τα λαρύγγια μεζές και οι αστραγγάλιστοι αγκαλιασμένοι πάντα, σφιγμένοι σαν γροθιά που ανεβοκατεβαίνει με ρυθμό /  κάτι άλλο, όμως / κεφάλι δεν μπορούμε να αλλάξουμε οπότε ας αλλάξουμε συζήτηση / ναι, άκου αυτό, μου το είπανε ενώ ήμουν ξαπλωμένος με το σφυρί και το σκαρπέλο και έστρωνα πατώματα / ήταν λέει μια αλεπού που την είχαν στριμώξει σε μια γωνιά και τις τσάκιζαν τα παΐδια / εκεί κοντά περνούσε μια τσογλανοπαρέα και την ρώτησε τάχα από ενδιαφέρον - Πως πάει, αλεπού; - Από τους σώγαμπρους καλύτερα. . . και συνέχισε να τις τρώει / τι; / ξώγαμπρος, ξώγαμπρος / εδώ να σου τρώω τα κέφια / τι θες μωρέ τώρα; / σαπίσανε τα δόντια μου να τα λέω / τα ίδια και τα ίδια. . .

- Σκατολοΐδια.

- Επαναληπτικά.

- Σαν καραμπίνες. . .

- . . . στις εκπτώσεις.



Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

μ.

έφαγα το κεφάλι μου
τρελή
για να χορτάσεις.

μ.

με ψύχη γλυκιά
ξεχρεωμένη πιά
επιστρέφω.

μ.

μη τρέχεις τόσο στον αγύριστο
ζαλίζομαι
και ξεχνώ τα αζήτητα.

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

Τίποτα. . . Τίποτα. . .Τίποτα κακό.



Μαρία Τ.






   - Στις πληροφορίες, κύριε. . .
- Ρουφιάνοι με κουβούκλιο, ε;
-Ε; Μα τι λέτε;
- Σε έπιασα, ασε αυτά που ξέρεις.

  Στην γη των παραδόπιστων - ας είναι καλά ο Ντίνος, φίλος και χορηγός - που σαν αυτή δεν έχει - αλλά δεν έχει και φώτα στους σάπιους δρόμους. Λεπτομέρειες, λεπτομέρειες. Όπως κάνουν τους νεκρούς σούμα - έτσι χωρίς όνομα και άλλα στοιχεία, ένα αριθμός και τέλος. Το κάνουν συχνά και μάλλον συμφέρει. Ο ήλιος και η θάλασσα, να χαζεύουμε δυο φορές το χρόνο. Κολύμπι; Θυμάμαι αυτό που κάπου είπε ο καλός Αμερικάνος George Carlin που έβαζε τις λέξεις σωστά στην σειρά. Swimming is not a sport. Swimming is a way to keep from drowning. That’s just common sense! . Κάπως έτσι και το μικρό και φρέσκο ζευγάρι μου χαρίζει με χαμόγελο μια εξάδα μια εξάδα μπύρες. Μετά τους παρακολουθώ να ανταλλάσσουν χαριτωμένες εξυπνάδες. Που και που επεμβαίνω με κάποιες, λιγότερο χαριτωμένες. Γελούν και συνεχίζουν. Ο Ντίνος απολαμβάνει τον ήλιο, τον τραβάει όλο πάνω του και χαμογελά.
   Μπύρες και κρύα νερά. Ένα βιβλίο με ποιήματα και άλλα δικά του, του Πεντζίκη και όλα καλά, καλύτερα.
  Μετά τρεις μέρες, επιστρέφουμε το ξημέρωμα.


. . .

    Ήρθες στην πόλη με τα φαγάδικα, τις εκκλησίες και τις πολιτικές δολοφονίες.
    Με τους ποιητές της - μην σώσουν και φύγουν από εδώ και γκρεμίσει η σκηνή.
    Ήρθες και σε είδα από κοντά, παραμονή της μέρας του ΜΠΑΜ στην Πρέβεζα.
    Εκείνος ήξερε κολύμπι μα ήξερε καλύτερο σημάδι. Έτσι την έκανε. ( Είχανε τότε κρίση; Βουλευτική ασυλία; Χαρτί υγείας; ) Εκείνος, όπως γράφει ο Άγρας, ερχόταν από άλλου, μονάχος και όταν την έκανε αυτοί που δεν ήταν μονάχοι αλλά χεράκι χεράκι, λυσσάξανε - γράψανε όμως κάτι ποιήματα ΝΑ, να στα κοτσάρουνε οι μύγες γύρω από την προτομή τους ( από μάρμαρο; Δόξα και Καπάκι Θανάτου - απλό, απλούστατο. . .). Στα έλεγα αυτά ενώ ανεβαίναμε στα κάστρα. Δεν είχαμε τα κλειδιά από το φρούριο - δεν χρειαζόντουσαν, όλη η πόλη είναι δική μας. Από εκεί κατρακυλώντας βρήκαμε προικιά και ξαπλώσαμε. Φώτα μερικά ανάψανε. Καθαρματάκι Ντιέγκο, ψιθύρισες. Φρίντα χωρίς κάλο, απάντησα και σε είδα.
  Συνεχίζοντας την κατρακύλα, βρήκαμε ένα τραπεζάκι, μεταμφιεσμένο σκάκι και πιάνο ( υπήρξε παλιότερα μια ιδέα, κινήσεις σκακιού να γίνουν νότες. . .) και την ακτινογραφία ενός, ίσως, μελλοθάνατου του εικοστού πρώτου αιώνα. Το τραπέζι πήγε δώρο στην Debbie Tourbo. . .


χορέψαμε μελωδίες 
εκείνου του Καπετάνιου που δεν είχε ούτε βάρκα

και είδες κόσμο
κατοίκους που φεύγουν και γυρίζουν
άλλοι που παίζουν με εικόνες και άλλοι με ήχους
όλοι να βράζουν στο ίδιο καζάνι της πόλης.


και έγιναν και άλλα
και τίποτα κακό.


   Ας αρχίσει η μουσική ξανά. . . Ας ρίξουμε μια ματιά και πάλι σε ό,τι έμεινε από τάματα, πιόματα και στοιχήματα. Ο ξεφτιλισμένος, ο άθλιος χορός των καβουριών σταμάτησε ξανά - ο κόσμος γυρίζει, καίγεται, οι ρυθμοί και τα ρούχα αλλάζουν, μόνο δίπλα μου, τα μάτια σου να με φιλάνε και να μην είσαι λυπημένη προφίλ και ανφάς. Τα σκοτάδια σου; Ένας ίσκιος να πιαστούμε μαζί, να αυτοσχεδιάζω με ό,τι καλό, κακό, φτηνό, ταπεινωμένο, με αυτοπεποίθηση, ένα κάρο βεβαιότητες ή ένα κουβά ανασφάλειες, ακριβά ρούχα και απόλυτο καθεστώς στο κεφάλι. Ένα ποτήρι κρύο νερό να συνοδεύει τα χάπια που ηρεμούν - και ησυχάζουν και τους άλλους, ανάθεμα τους - και πριν φτάσει στα χείλη, να χώνω μια πρόποση και να γελάς και ο στίχος, εκείνου που τον βλέπω σήμερα σαν Άι Βασίλη για μια φωτογραφία ένα τάλιρο και χο χο χο νοσταλγίας - σαν θαλάσσιος ελέφας θα σε αγαπώ - και έκανα συγκεκριμένο ένα άλλο σ΄ αγαπώ - σαν σώμα που το ξέρεις και χαράζεις πάνω του, δυνατή και όμορφη, τις νύχτες.

 Να αυτοσχεδιάζω, να ζεις και να γελάς.

 Θα τα πούμε.

 Ξανά.


Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Στα




ό,τι σημαδέψαμε



μας πέτυχε.




- Ποιόν νομίζεις ότι κοροϊδευεις;
- Δεν ξέρω. . . Άλλοι τα λένε αυτά. . . Κι αν τους απογοήτεψα - δεν πειράζει - θα αυτοσχεδιάζω και θα κάνω τα δικά μου. . . Μαζί τους είμαι αλλά με τον τρόπο μου. . . Χαζός, μεθυσμένος πότε πότε. . Αλλά είναι ο τρόπος μου. . . Δεν θα αφήσω τις πληγές να γίνουνε πηγές, να πνιγούμε όλοι. . . Προχωράμε;


- Γιατί κουνάει το δάχτυλο;
- Γιατι δεν ξέρει που να το βάλει. . . Παλιά δείχνανε, τώρα το κουνάνε. . . Μεγάλες εκπτώσεις στους σιγαστήρες. . . Να πάμε να πάρουμε. . .


- Κατεβαινε φορτσάτος από Αγίας Σοφίας να βγει στην Τσιμισκή και έπεσε πάνω του. Ο άλλος του ζήτησε συγνώμη αλλά δεν άκουγε τίποτα. Έχω μαύρη ζώνη ρε. . . Θα σε τουλουμιάσω. . . 
- Τον έδειρε;
- Προσπάθησε . .  Ο άλλος που ζήτησε συγνώμη ήταν πιο σβέλτος. . . Του έριξε μια κουτουλιά, τον ξάπλωσε και συνέχισε τον δρόμο του. . . Αμέσως δυο τρεις περιστικοί σήκωσαν ενώ ψέλλιζε ΄΄Εχω μαύρη ζώνη. . . Έχω μαύρη ζώνη. . .΄΄. Μαζί με την μαύρη ζώνη, τώρα είχε και ένα κόκκινο σημάδι στα μούτρα του. . .




για τον Γιωργο Σαββίδη
που ρωτάει.


  Το ένα της φτερό ήταν μικρότερο από το άλλο. Ήθελε να κάνει τέλειους κύκλους όταν πετούσε. Μόνο αυτό. Έσκασε μέσα στο σπίτι μου από το παράθυρο. Προσγειώθηκε μπροστά μου. Με κοίταξε και άρχισε να ουρλιάζει. Τα έπιπλα, τα ποτήρια σπάσανε και τα κομμάτια τους σκορπίσανε παντού. Μερικά με βρήκαν στο πρόσωπο. Ξαπλώθηκα κάτω. Καθρέπτες δεν υπήρχαν.  Συνέχισε να ουρλιάζει. Με θυμόταν. Ολόκληρο και ό,τι έσερνα, ό,τι της είπα και της έκλεψα. Ένα ένα όλα μπροστά μου. Τα θυμόταν καλύτερα από εμένα. Προσπάθησα, έπρεπε να σηκωθώ. Τα κατάφερα και σκούπισα τα αίματα. Αυτό την νευρίασε πιο πολύ. - Είμαι ανυπόφορη, ε; Είμαι, ναι, είμαι. . . Εσύ όμως θα υποφέρεις. . . . Ναι, σίγουρο αυτό. . . Τώρα αρχίζουμε. . .
  Την κοίταξα σαν να μην είχα τίποτα πια να χάσω, έτσι την κοιτούσα πάντα. . . Έτσι την ήθελα. . . Το καταλάβαινε και χανόταν από μπροστά μου. Αυτή την φορά όμως της συμπλήρωσα  Έχω ακόμα ανάσες και κάποια κόλπα ακόμα. Όχι στολίδια. Ανάσες. . . Η σιγουριά σου θα με φάει. . .
  Ηρέμησε. Μου είπε ικανοποιημένη΄ τελειώνει και αρχίζει ο χορός των καβουριών, ρημάδι. Τα είπες, τα ξαναείπες. . . Σαν κασέτα. . . Τρώγεται σιγά σιγά. . . Έβαλες και άλλες λεπτομέρειες, φωνές, μούτες και μελωδίες κακόψυχων σωμάτων. . .  Σκίτσα κάπως ατσούμπαλα και ατάκες καρφωτές. . . Κοροϊδίες, ρημάδι;
 - Όχι κοροϊδιες. Παρεξηγήσεις. . . Θα λυθούν όλα - όσο προλάβω θα τα απλώσω - όχι τεντώματα και αηδίες.
 - Σαν τι μη αηδίες;
 - Τα Δισέγγονα της Αντιπαροχής. . . Ο Ξεναγός. . . Ο Θρίαμβος των Αχρείαστων. . . Βερεσέδια και Λιπάσματα. . .  Σπουδή σε ρητορεία και τουμπεκί.
- Στρώσου. . .
- Φύγε. . . Όλα θα γίνουν. . .
- Θα τα δω;
- Θα τα δεις. . . Μέσα τους θα μπαινοβγαίνεις. . .
- Δικά μου κι αυτά;
- Φύγε.
- Φεύγω. . . Α, και σταμάτησε να ρωτάς τις Γαλλίδες αν ξέρουν τον L.F.Celine.
- Zut alors.
- Ε;
- Zoot Allures.
- Άι σιχτίρ. . . Φεύγω, θα τα ξαναπούμε.


  Και πέταξε και γω για πέταμα και άλλα λόγια και δεν αγαπιόμαστε άλλο - τουλάχιστον με τα ίδια λόγια


Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

πριν την επίθεση



με τους αγκώνες και τα γόνατα
να ζεματάνε ρημάδια
με χέρια που δεν
πνίγουν και κεφάλι προσφορά


τα δώρα θα σκοτωθούν
να τρέξουν πλάι μου
άλλα καβαλημένα στο σβέρκο
κι άλλα δεμένα στην καρδιά


θα φοράω μαύρα αλλά θα λάμπω
σαν στόχος σαν εσένα όταν βγάζεις τον σκασμό ή
όταν εξαφανίζομαι για χατίρι σου
και βροντάς τις πόρτες


αλλά δεν θα με ξεκάνω

δεν θα αργήσω άλλο πια


δεν θα σου πω εγώ, τότε.




Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

όλα στην φόδρα


Ένας δυσκοίλιος κεκές
απόψε σηκώνει τα μανίκια
να γίνει πάλι
κουδουνίστρα / μονόπρακτος άνθρωπος / κάτι περισσότερο
από αυτόν που ξαπλώνεις και ξυπνάς πριν σηκωθεί / κολλάει στην κασετίνα με τα τσιγάρα του, δόντια, να την κάνει μασέλα / και τα πλήθη στην λήθη, οι πατούσες στον αέρα / νύχτα και πάλι μέρα
 / οι φανατικοί νοικοκύρηδες και ιστορίες σε στιλ ΄΄ Ένας τάφος μας χωρίζει΄΄ / αξιοθεατρικά πράγματα / ένας ρόλος γύρω γύρω από την κοιλιά / φαγωμάρα ημίπαρακρατική και φαγούρα εθνική / ( - Η καύλα είναι μια απλή φαγούρα, μην το ξεχνάς. . . ) / Ψυχαγωγικό βιβλίο εσόδων - εξόδων με ποιήματα και οδηγίες χρήσεως - Πρέπει να σκύψεις, να σκύψεις, να κυλήσεις, να πιστέψεις, όχι τις λέξεις, όχι τις ημερομηνίες - συνταγές μαγειρικής και τρόμου, παραμυθάκια και χαπάκια / τα ίδια και τα ίδια, μακρύς κατάλογος γραμμένος στα αρχίδια / δεν θυμάσαι σημαίνει δεν χρωστάς. Δεν σε ζηλεύω, σημαίνει πέρασα και εγώ από τα δικά σου, ιδιοφυία δεν απάντησα πουθενά, μόνο χαμόγελα και αμηχανία - Θυμάμαι την νοσοκόμα να μην μου απαντάει. Την είχα ρωτήσει με ύφος ασθενούς που το τρώει το φαί του αδιαμαρτύρητα, τι γίνεται στην περίπτωση που κάποιος πάθει τροφική δηλητηρίαση μέσα στο νοσοκομείο. Τον μεταφέρουν σε άλλο νοσοκομείο; Τον γιατρό να λέει μετά κοιτάζοντας τις εξετάσεις ΄΄Δεν βλέπω κάτι το αρνητικό. . . Ούτε όμως και θετικό΄΄. Ψυχολόγος πρέπει να ήταν. Θυμάμαι να δείχνω σαν ρουφιάνος, μισή ποιήτρια, σαν αξιοθέατο, στην Κοζάνη και τον Βότση να με κουβαλάει μετά από μια κρίση, από την Ναβαρίνου μέχρι την πιάτσα των ταξί στην Καμάρα, για να γυρίσουμε στην Άγρια Μολυσμένη Δύση και άλλα πολλά τσουβαλιασμένα, το ένα πάντα πάνω στο άλλο, έτσι, χωρίς απόψεις - σερβιρισμένα σαν μεζέδες στο μπουφέ / δείγμα δωρεάν από μια ζωή.

 Με πόσα κομμένα, αφίλητα δάχτυλα δείχνουμε μια πύρρειο νίκη;



  Σου γράφω.

Decoration


ηλιοβασιλέματα μωβ
και κεραυνοί τραπεζωμένοι

ηλιθιότητα απελπισία μοναξιά
φίρμες μου αδιάβροχες μοναδικές

όλες οι χαραμάδες μπουκωμενές
από χρέη και μνήμη

μασέλες να χειροκροτούν
εσώρουχα διαβασμένα

η θηλιά στο πέτο
τα ένσημα στα δόντια

στα πιάτα καθρεπτίζεται η όρεξη μας
και στο κομοδίνο αφημένα τα ρέστα


η αγάπη μας η απλοπρόσωπη συμμαζεύει τα κουμπιά της
με τα χάπια που ξεγελάνε την θλίψη.


άδειοι απ΄ έξω


απόψε δεν θα πιούμε


- Ούτε το σπίτι σου δεν θέλει να σε πλακώσει.


μόνο ψέματα πια, από εκείνα
που δεν φανερώθηκαν μπροστά μας
ακόμα


- Καθρέφτη πσεύτη, καθρέφτη  άχρηστε και κλέφτη



να βρούμε ένα λόγο να γκρινιάζουμε
μια σκάλα να πετάξουμε
όπως εδώ και όπως εκεί
να υπάρχουμε



- Ο Θρίαμβος των Αχρειάστων


να εξαγοράσουμε μια κουβέντα με ΄μας μέσα
από την σπασμένη κοπέλα




- Βουλιάζει με εμάς η σκηνή μα θα σκεπαστούμε με την Αυλαία
.

να μας κοιμίσει μια μελωδία αμάσητη
κάποιου με τρύπια δάχτυλά
για μπαλωμένες ψυχές
με μούρες κολοβές



- Βερεσέδια, Λιπασμάτα και Φαντασία, να η Ιστορία 


να κλειδώσουμε στιγμές
κάπου που κανείς δεν μπορεί να τις χαλάσει

μόνο, χαζός, να κρυφοκοιτάζει


σου ζητάω να γίνουμε κάποιοι άλλοι
και δεν τολμώ ούτε το όνομα σου να πω 


Απόψε βραχνούλα μου




Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

προχώρει. . .


 Πυγμάχος ή Μαέστρος να γίνει ο Πολυβάκης ο Γ΄. . . Κουνάει τα χεράκια του εμπνευσμένα. . . Σαν να θέλει να ρημάξει, σαν να θέλει να διοικήσει ομορφιές. . .  - Ό,τι και σκατό να γίνει, οι ομορφιές βρίσκονται - οι ομορφιές πάντα βρίσκονται. . . Ανέκαθεν. . . Χωρίς ταξινόμηση, χωρίς κανόνα. . . Βρίσκονται. . . Άλλες ρημάζουν στο περίμενε για να βρεθούν και άλλες νωρίτερα τις σερβίρουν. . . Αυτό, Παναγιώτη μου. . . Γελάει όλη μέρα και δεν φοβάται τίποτα. . . . Και είναι μια σταλιά.  . . Βαριά σταλιά και όλος ο κόσμος, δικός του. . . Δεν θα τον χαλάσει ο κόσμος. . . Είμαι σίγουρος, σαν ηλίθιος. . . Χα.

  Τραγουδάει / ψιθυρίζει με ένταση και παραμυθολογία / γαβγίζει γεμάτα ο Tom Waits

and I wish I Had some whiskey and a gun
My dear, I wish I had some
Whiskey and a gun my dear


ενώ ο πρόδρομος του, Captain Beefheart, την ώρα που οι Mothers κοπανάνε το εύγευστο Louie Louie, ουρλιάζει με το δίκιο του

I wish I had a pair ‘o bongos!
Bongo Fury! Bongo Fury!
Oowwwww! Bongo Fury!
 Bongos από τομάρια ερωτευμένων, bongos από τομάρια ανειδίκευτων χωρίς έπαρση. . . Θα αυτοσχεδιάζουμε, λίγο να μοιάσουμε σε όσους ζούνε / θα αυτοσχεδιάζουμε για να ζήσουμε, λίγα χρόνια πάνω από το μέσο όρο ηλικίας και οι ημερομηνίες λήξεως. . . Δείγματα Ιστορίας. . .

 Δίκια ουρλιαγμένα και δίκια σε σάπια δόντια. . .

 Ονόματα σαν ξόρκια - διώχνουν ή φέρνουν κακό στα περίσσια. . . Επιστρέφουν με μνήμες-δείγματα δωρεάν, που δεν θέλει κανείς. . .

  - Μια ερωτική ιστορία;
  - O King Kong. . . Με τέσσερις πατούσες να τα βάζει με το σύμπαν και να καταλήγει σε ένα κρατήρα στην άσφαλτο, για μια μικροκαμωμένη που αγάπησε. . .  Λίγοι συνθέτες το εκτίμησαν αυτό. . . Ή ο Βέγγος. . . Στις ταινίες του όταν αγαπάει, το δείχνει. . . Δεν πουλάει μούρη. . . Όλο το σύμπαν το καταλαβαίνει όταν αγαπάει ο Βέγγος.  . . Μπορεί, στο τέλος, η κοπέλα να μην τον θέλει, να θέλει - όχι προτιμάει - έναν πιο ομορφούλη. . . Εκείνος τότε προχωράει και συνεχίζει, χωρίς να μαθαίνουμε την συνέχεια. . . Αλλά προχωράει. . . 

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

περίπατος

Και τον Άι Γιώργη άκουσα να ψάλλει
με κόκκινη κορδέλα, δεμένη στο καρπό,
απ΄ την ψυχή του να κερνάει.

  Μου αρέσει η γιορτή του Άι Γιώργη. Για τον απλό λόγο ότι εκείνη την ημέρα - και παραμονή αυτής - το 19, το λεωφορείο που μας έφαγε τα νιάτα, αντί για την Καραμανλή, πάει από την Κατσαντώνη και με αφήνει μια δίπλα στο σπίτι μου. Τι πιο όμορφο; Αλλά είναι ένα κάρο ωραίες σκέψεις και στιγμές που επιστρέφουν, σαν καλοί - όχι μεγάλοι, δηλαδή πρησμένοι - ποιητές, πότε πότε.

 Είναι το καρφωτό Thank you, στο Bamboolazed by love - ΄΄το σκατό χτυπάει τον ανεμιστήρα΄΄ -  και το solo της κιθάρας στο Carolina Hardcore Ecstasy, του F.Z.

Είναι ο Αχιλλέας από την Αθήνα. Την Τσικνοπέμπτη, ξημέρωμα Παρασκευής, με πέτυχε να φοράω τα ρούχα του παππού και να περιμένω το πρώτο λεωφορείο στην Αντιγονιδών, να γυρίσω στα δυτικά.

- Σκορδά, ρε Σκορδά, τι είναι αυτά που φοράς;

 Είχε μια ξανθιά, δυο μέτρα και δυο στρέμματα δίπλα του να τον κοιτάζει στα μάτια. Έβγαλε ένα εικοσάρικο, της το έδωσε και της είπε - Τράβα και πάρε ένα καρέλια χρυσή. Ή μάλλον δυο, γιατί αυτός καπνίζει πολύ. Μετά με ρώτησε - Που έχει ωραία θέα, εδώ πέρα; Του είπα - Στα κάστρα. Ωραία θα είναι. Μας έβαλε στην Mercedes του. Στο πίσω κάθισμα όπου έκατσα βρήκα ένα μπουκάλι βότκα και ένα μπουκάλι ουίσκι. Να τα. . . λέω αλλά με προλαβαίνει ο Αχιλλέας, φωνάζωντας - Βούτα τα. . . Μανάρι μου, θες λίγο; Το μανάρι του, τραβάει γερές και μου δίνει. Πάσα το μπουκάλι - σαν διάλογος σε έργο που μπήκα τζάμπα να το δω.
  Στα κάστρα ξεδιπλώνουμε όλη την παραμύθα της στρατιωτικής θητείας στην Θήβα. Άνοιγα το πακέτο με τα καρέλια τα χρυσά και ορμούσαν όλοι. ΄΄Το καλύτερο τσιγάρο, το καλύτερο. . .΄΄. Μαζί τους και ο Αχιλλέας. Έτσι γνωριστήκαμε.
  Η δίμετρη / δυο στρέμματα, είναι όλο ερωτήσεις. Της εξηγώ και γελάει περισσότερο. Πίνουμε, γελάμε. . . Εκείνη πότε πότε σηκώνει την φούστα της και ο Αχιλλέας την θυμάται και την πασπατεύει λιγάκι. Γελάει.
  Έχει ξημερώσει και ο Αχιλλέας με ρωτάει αν έχει κάνα καλό πατσατζίδικο στην ΄΄ρημάδα΄΄ την Θεσσαλονίκη. Τραβάμε για του Τσαρουχά. Εκείνος παραγγέλνει ένα πατσά΄΄άνευ, άνευ΄΄ - μου άρεσε αυτό, έτσι τον έτρωγε και ο παππούς ο Σκορδάς - εγώ μια κοτόσουπα και η δίμετρη μια μερίδα πατάτες φουρνιστές. Στο τέλος, τα πληρώνει όλα ο Αχιλλέας και με γυρίζει στο Κορδελιό. - Θα τα ξαναπούμε, Σκορδά και μου δίνει τα δυο μπουκάλια - όσο περίσσεψε.



 Είναι το τραγούδι του Μπακιρτζή, στο οποίο μας λέει - Ο Παναγιώτης χαμογελάστος. Μου θυμίζει τον αδερφό μου και τον συμπολεμιστή Μπούργκ Γκαζάν στο Πολύκαστρο.


 Είναι ο Βότσης, με το γέλιο του, γεμάτο παράσιτα.


 Κινήσεις σκακιού, αποκωδικοποιημένες σε νότες. Αγίου Δημητρίου. 4Γ.

 Είναι ο Σούλης Νταλέσκου, αυτοεξόριστος όπου υπάρχει φτηνό αλκοόλ και φθηνή κατοικία, με την γυναίκα του να μαζεύει όλα της τα δίκια και να του τα πετάει με πυροβόλο. Από την Ιταλική στην Ιβηρική χερσόνησο. Και εκείνος, καρδιά αγάπη, καρδιά απάτη.


 Είναι ο Γιώργος ο -όχι - Ροδίτης με την Μαριλού, χωρίς το ακορντεόν της. Έχει όμως το χειρόγραφο του ΄΄Μοντάζ΄΄ - την πρώτη μορφή. Τους συναντώ τυχαία. Χαμογελούν και μου εύχονται.


 Είναι η Γιουδήθ Φρυν.η με της αντιδιαμετρικές της ανταποκρίσεις. Δεν της στέλνω περισσεύματα. Της στέλνω ό,τι μου απέμεινε και εκείνη ανταποκρίνεται με την χαμηλόφωνη φωνή της. Γεμάτη ένταση, γεμάτη μυστήριο κέφι. Θα ανταμωθούμε κάποια στιγμή από κοντά, να την σηκώσω στους ώμους μου, το γέλιο της να ακούσω.


 Είναι η Δέσπω- Σπούλα, φρέσκια Debra, που δεν είναι λυπημένη, βαριέται μόνο εύκολα. Στην Ζωοδόχου Πηγής, κοντά στο σπίτι της, τραγουδούσαμε το ΄΄Πολλαπλό σου Είδωλο΄΄. Χαρούμενοι, σατιρίζοντας το κάθε καθυστερημένο μας αντάμωμα.


 Είναι ο τύπος που πουλάει επιγονατίδες σε προσκυνητές και όσοι με κούρσα με γύρισαν σπίτι.


 Είναι η Αντιγονάρα, παλιά Debra, αθάνατη - δηλαδή να την σκοτώσεις θες αλλά δεν μπορείς - που μου τηλεφωνεί συχνά και με στέλνει στο διάολο. Έτσι μου κανονίζει ένα ραντεβού μαζί της.


 Είναι ο Βασίλης, που το δερματάκι του σκίζει και εκτίθεται για μένα.


 Και η Αφροδίτη από την Πρέβεζα. Μου είχε πει ΄΄Άντε πνίξου΄΄ και έφυγα σφαίρα  - αφού έβγαλα τα παπούτσια - για τον Αμβρακικό κόλπο. Το χάρηκε. Είπε σε πολλούς να πάνε να πνιγούν, μόνο εγώ τράβηξα για αυτή την δουλειά.

 Και ο Ντινάκος που μου γράφει Θέλω να σου πω ένα σκηνικό στο δρόμο για το αεροδρόμιο της Σεβίλης και να μου γράψεις (αν σου αρέσει η ιδέα και σου βγει) έναν διάλογο.... Νομίζω πως αν ήσουν εκεί θα γελούσες. Αυτό που δεν ξέρει, είναι ότι ήμουν εκεί. Χα.

 Αυτός ο περίπατος.



Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

h.

- Τι διάολο; Σε σαλούν παίζανε;
- Σοφόν το σαφές.
- Και λίπασμα το νεκρό που δίνει ζωή - το σκατό που δίνει ζωή. Θες;  Αλλά τι ήθελες να πεις;
- Ό,τι δεν είναι όλα ένα. . .Ας μην είμαστε απόλυτοι.
- Απόλυτοι; Εδώ ολόκληροι δεν μπορούμε να είμαστε, θα πάμε και αλλού να ρημάξουμε;
-  Καμιά βόλτα ίσως. . . Νοερά.
- Νοερά, όλα είναι απ΄ όλα. Κατουρημένες γυναίκες, άνδρες ανταλλακτικοί, παιδιά που δεν πήραν χαμπάρι τίποτα ακόμα για να τα κάνουν λίμπα, να φάνε λαρύγγια παραδόπιστα. . .
- . . . νύχτες ήσυχες, θα έλεγα, ζεστές κάπως και από το πουθενά, από το τίποτα, ένα αεράκι να ορμάει πάνω σου και να σε γλυκαίνει ολόκληρο. Δέρμα και ψυχή.
- Τσουβάλι και τεφτέρι δηλαδή. Ναι, μπορεί. . . Είχε γυρίσει ο άλλος στην καλή του, με τα παπάρια του φρεσκοξυρισμένα, να του τα χαϊδευει το αεράκι και της είπε Μακάρι να είχες αρχίδια να νιώσεις αυτή την αίσθηση.
- Και εκείνη του είπε;
- Ανάθεμα με κι αν ξέρω.
- Τότε γιατί μου το λές αυτό, αν δεν ξέρεις το τέλος;
- Στο είπα, δεν είμαστε απόλυτοι. . . Ούτε καν ολόκληροι.
- . . . 
- Έχω όμως μια συνταγή για παστέλι. Από Γρεβενά.
- Από Γρανάδα θέλεις να πεις. . .
-  Πάντα τα μπερδεύω αυτά.
- Κι άλλα μπερδεύεις.
- Ναι.
- Για πες την συνταγή.
- Άκου. . .Πήρα ο χαμένος και να το φτιάξω και μου ήρθε η έμπνευση. . . Άκου. . .Η μαγκιά έχει ως εξής: σκέφτηκα πως θέλω να χει αυτήν την καραμελένια και τραγανιστή γεύση και έριξα σ΄ ένα τηγάνι ζάχαρη στο οποίο σε χαμηλή φωτιά άρχισε σιγά σιγά να γίνεται καραμέλα και μετά την έσβησα με μέλι, Αυτό ήταν. Μετά έριξα το σουσάμι που το καβούρδισα σε ένα άλλο τηγάνι. Το άπλωσα και έγινε πιο νόστιμο.
- Δεν μου αρέσει το παστέλι.
- Και τι με αφήνεις να μιλάω σαν μαλάκας;
- Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να μιλάς. Δεν με ενοχλεί.
- Για αυτό σε χαίρομαι. Ενώ δεν θέλεις να με βλέπεις, σου αρέσει να με ακούς.
- Όχι ακριβώς έτσι. . .
- Τίποτα δεν είναι ακριβώς έτσι. . . Το ήξερες ότι ένας άνθρωπος γυμνός δεν έχει τσέπες;
- Έχει όμως άλλες τρύπες.
- Όχι όμως μπαλωμένες.
- Για αυτό ψάχνει πάντα κάποιον να τις μπαλώσει.
- Για μαλάκα ψάχνει;
- Όχι. Για μάστορα. Σου δίνω κάτι για να με μαστορέψεις. Βέβαια, αν πέσεις σε μάστορες. . .
- Σε γδέρνουν, έ;
- Ποντάρουν στην άγνοια σου και σου πίνουν το αίμα.
- Μάστορες, πολιτικοί, εραστές. . .
- Όλοι δουλεύουν.
- Σωστά.
- Σαν ζόμπι ντέφια.
- Τι είναι αυτα;
- Σαν ντέφια αλλά αναστημένα.
- Πως είναι ένα αναστημένο ντέφι;
- Όπως ένα κανονικό. . . Απλώς είναι πιο ξεκούραστο. Και ίσως βγάζει κάτι παραπάνω από τα άλλα.
- Εγώ στα ζόμπι δεν πιστεύω και τόσο. Θα επιστρέψουν μόνο αν η ζωή τους ήτανε καλή. Αν ήταν άστα να πάνε, γιατί; Γυρίζουν το πλευρό τους το σαπισμένο και τραβάνε για άλλα όνειρα. Ξεγυρισμένοι ύπνοι. . .
- Είναι η πίστ. . .
- Πίστη είναι, σαν να είσαι ο ηθικός αυτουργός σε κάποια μαλακία - χόντρη, λεπτή, χωνευμένη, κουκουλωμένη με τα χρόνια - και μετά από αυτή να σφυρίζεις αδιάφορα και να λες παραμυθάκια. Ούστ.
- Θα την χρειαστείς κάποια στιγμή. . . Με την ζωή που κάνεις. . .
- Με την ζωή που κάνω - όπως λές - το μόνο που θα χρειαστώ είναι έναν άνθρωπο πλάι μου, να με ανέχεται. Άντε δύο - αν είμαι τυχερός.
- Ποτέ δεν ήσουν τυχερός.
- Οπότε, πάμε στον έναν.
- Και σου φτάνει;
- Στο είπα και στην αρχή, βλάκα. . . Δεν είμαι απόλυτος, δεν είμαι ολόκληρος. . . . Οπότε, ένας και φτάνει. Το ένα ίσον κανένα, είναι για τους διψασμένους και τους νοσταλγούς. Τα περίσσια να πάνε στα τεφτέρια με τα γαμήσια και τα χρέη.
- Και η φύση;
- Που κολλάει η φύση; Η φύση ό,τι σκατιά και να της κάνουμε, γελάει. Εδώ οι δεινόσαυροι εξαφανίστηκαν - που ήταν και πιο έξυπνοι από εμάς - και εκείνη ντούρα, σκηνικό που δεν χαμπαριάζει από απόψεις. Το φύσημα θα το δώσουμε από μόνοι μας, σε εμάς. Διακοσμητικό το ανθρώπινο είδος. Δεν το καταλαβαίνουν όμως οι άνθρωποι.
- Κι η μουσική;
- Μουσική τα πάντα. Από πάντα. Από το χτύπο της καρδιάς, το ξυπνητήρι, το καζανάκι, τα καρφιά που χώνονται, ό,τι χωνεύεται και γίνεται σιωπή, όλα, όλα μουσική. Απλώς δεν θα υπάρχει κάποιος να την ακούσει.
- Χα.
- Χάραμα, χαραμάδα. . .
- Επαναλαμβάνεσαι.
- Όπως εσύ. . . Όπως όλοι. Ξυπνάνε και ορμάνε στην επανάληψη. . . Με ρυθμό που πότε πότε αλλάζει.
- Αλήθεια;
- Όχι. Τα λέω αυτά επειδή δεν έχω τίποτα. Μόνο εσένα να με ακούς. Σου αρέσει να με ακούς. Δεν σου αρέσει να με βλέπεις. Το έχω ξαναπεί αυτό;


Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

T.S.A.T.L.T.S.T.D.W.


για την Μαργκώ Γκροτέσκα


Μπουμ από εδώ και μπουμ από εκεί


περασμένες, τριάντα χέρια, αγάπες, όχι κουβέντες και βουλωμένες οι μητέρες.

Τα αναγκαία
τα αναγκαία ήταν τα προβλεπόμενα
τα αναγκαία ήταν υπερκοστολογημένα
τα αναγκαία ήταν μόνο μιλημένα
σε καιρούς για ανοιχτά μυαλά
και κεφάλια ανοιγμένα.


Δαρμένος, αυτόματος, μονόπρακτος και χαζός, χωρίς άλλες σφαίρες
και η άλλη λυσσασμένη και μπερδεμένη - με όλες της τις μέρες
με όλα της τα σκοτάδια άτακτα. Με παραπάνω λέξεις. Σπασμένες, χτυπημένες,
άλλες λέξεις, άλλα λόγια και δεν σκοτωνόμαστε.
Μπορούν να σηκώσουν τα πάντα, ο εαυτός τους μόνο, με αυτόν πλακώνονται,
με αυτόν σκεπάζονται.

- Δεινόσαυροι καταντήσαμε.
- Έτσι ακριβώς θα μας βρούνε. Εσύ θα γκρινιάζεις, εγώ θα ακούω τα μισά και θα ελπίζω στις λιγότερες απώλειες. Άπαντα μαλακισμένα - και θα γελάς. Θα θυμάμαι λεπτομέρειες του κερατά, ασήμαντες κι άχρηστες - μέχρι να τις θυμηθώ - και θα απορείς. Είναι αυτός ο πούστης ακόμα βαρύς; Όλα αυτά τα κέρατα που θυμάται, είναι ένας ακόμα πρόλογος; Πλάνη πουλάει για να χουφτώσει; Έκπληξη για προφήτες σκασμένους στην σιγουριά;  Πότε θα ξεχρεώσει;
Πότε θα μάθει;

. . . 

διάλειμμα


  Στο νοσοκομείο προχωρούσα. Οι διάδρομοι δεν τελείωναν. Θάλαμος 245, εκεί ταμπουρωθήκαμε. Οι γιατροί ξέρανε τον Mengele καλά. Οι νοσοκόμες ουρλιάζανε - Να πάτε να ψηφίσετε τους άλλους αν δεν σας αρέσει εδώ. . . κτλπ κτλπ. Μπέρδεψαν την ψήφο με τον ψόφο. Νταβραντωμένες οι νοσοκόμες. Αλλοιωμένες από την ορθοστασία, την αϋπνία και το νταλαβέρι με τους πονεμένους. Δύσκολα να τις κάνεις ζάφτι. Νοερά - γυροβολιά στο κεφάλι μου - οι ασθενείς παίζανε υπερατού με τους φακέλους, βελάκια με τις σύριγγες. Όλοι ήταν κερδισμένοι. Η ώρα θα περνούσε. Ο καθηγητής με την βουβή - σαν χαμένη - ακολουθία του, οι τραπεζοκόμοι, οι νυχτερινές νοσοκόμες, οι εφημερεύοντες, πομπή ολόκληρη. 
 
 . . .

Θα γελάω τότε. Ο κόσμος καίγεται, εκείνος στέκεται. Προφίλ ξεφτιλισμένο χωρίς πόζα. Ψυχή χωρίς τσιγκέλι για αξεσουάρ. Δεινόσαυροι αγκαζέ. Αφάγωτοι, ατελείωτοι, ανιστόρητοι χωρίς μούχλα και απόψεις.


Αγκαλιασμένοι αλλά όχι αλεξίσφαιροι. Από τα αζήτητα με κέφι και φόρα.

Αμνησία στο φιλί, καυτός αέρας στα πνευμόνια - και ΄΄να με λες Debra.΄΄ -
είσαι εσύ, είσαι εσύ ακόμα.

Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

Debra

Debra οι χοροπηδηχτάδες σου τρανοί

Debra δεν θα σε σκοτώσουν απόψε οι τρελοί

Θα τους μπερδέψεις

κόκκινοι και ασβεστωμένοι

αντί για βαλς αναστενάρια σε τσιγαρόβηχα μινόρε

απόψε Debra, γαμώτο - μου πήρες το μπουκάλι από το χέρι και μου το κοπάνησες στο κεφάλι, σαν βαφτίσια πλοίου και καθέλκυση. Ζαλισμένος, μάζεψα τα γυαλιά από το πάτωμα ενώ με πασπάτευες να βρεις τα τσιγάρα μου. Άναβες τον αναπτήρα και φύσουσες  να σβήσεις την φλόγα - Αν δεν πιάσουν οι ευχές, εσύ θα φταις . Ναι, Debra, κι αν πιάσουν, αλίμονο μου πάλι. Ηρέμησε, μην στεναχωριέσαι. Μικρό το κακό πάντα, λιγότερο το κακό, κι ας βρίσκει το πούστικο τρύπα να χώνεται. . . Θα τα μαζέψω όλα, θα καθαρίσω το σπίτι, όλες οι γωνιές θα είναι δικές σου, Debra. Δεν θα πω τίποτα κακό, δεν θα ειρωνευτώ, θα τα εννοώ όλα - τα αστεία μου δεν θα ενοχλούν κανέναν. Σαν αεράκι θα περνάω, λογάκια θα είναι όλα και θα κυλάνε. Τίποτα βαρύ - άσε τα ασήκωτα σε εμένα. Εκείνοι κομπάρσοι που λέγανε ΄΄Φυγέτε ηλίθιοι, θα τους καθυστερήσω εγώ΄΄ και σου άρεσαν πολύ. Με αυτούς θα πάω και θα καθυστερήσω τους άλλους κάμποσο. Στο ίδιο σημείο θα είμαι, με νύχια, δόντια και ό,τι άλλο βρω, Debra. Με ό,τι έχω και δεν έχω θα αυτοσχεδιάσω. Θα ζήσω, Debra και εσύ παίξε όσο θες. Θα τα γράψω όλα κι ας φτάνουν τα μισά. Όλα. . . Με ονόματα και τις βλακείες που σέρνουν. . . Ολα , όλα Debra, ακούς. . . Μόνο, αυτό, να θυμάσαι το όνομα μου και να το ακούω πότε πότε από το στοματάκι σου. Ξέρω, ο κερατάς δίπλα σου, κάθε πρωί είναι βαρύτερος και απαιτεί, μα εγώ έχω δυο, τρία αστεία καβάτζα - αυτά με σώσανε - και αυτός με σπασμένο το χέρι, δεν μπορεί να μου κάνει πολλά, Debra. . . Εσένα σε έχει τσακίσει, ξέρω, δεν σε έκανε δικιά του, μου το είπες - Ήμουνα δικιά του. . . Ναι Debra, το μουνί σου χόρτασε περιπέτεια και ο σβέρκος σου κοπάνημα, το μυαλό σου το γαμημένο. . .  Και ούτε μια φορά δεν σε είδα να κλαις ενώ εσύ. . . Ντάξει, θα σταματήσω, όχι τα παλιά, ναι δεν. . . Ακίνδυνος θα είμαι, Debra. . . Κακό μόνο σε εμένα μπορώ να κάνω - το είδες πολλές φορές - αλλά θα ζήσω. Θα ανταμώσουμε κι άλλες φορές και θα είσαι η ίδια και εγώ θα φοράω μαύρα αλλά θα λάμπω, όπως μια φορά φαρμακερή και ένα καιρό χαμένο.


Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

μ.

 από τον Κ.

καλή καρδιά χαζή καρδιά
       ανάποδα χτυπάει
ματώνει από τα μέσα 
δεν ξέρει πότε να σταματήσει
δεν ξέρει πως θα γυρίσει.
         



v.

τα πράγματα ξεκίνησαν απότομα να γελάνε

- αγκαλιές, λεφτά, ψίχουλα, ψυχούλα, καφέδες, οικογένειες, επιφάνειες, αντάμωμα, ανάθεμα, σιωπή, μια καλύτερη ζωή πάνω, μια καλύτερη ζωή κάτω, σχεδόν άνθρωπος, ψέματα, κοπάνημα, σκατοψυχιά,
κάβες, καβάτζες, μισό δάχτυλο νίκης, βασανιστήρια, υπομονή, ξεκλήρισμα, εχθροί,
μούτρα που δεν τα λένε όλα, τρέλα εδώ και εκεί, μηδενικά που κυλάνε όμορφα, πίστη συνθηματική, παιχνίδια από φυσικού τους -

υπήρξαν τα πράγματα και τώρα με την σειρά τους, γελάνε.


j.



δεν κλαιγόταν

ήταν πια πόνος ολόκληρος

με ξεφτιλισμένο προφίλ

με το βάδισμα τους πάνω του

και τα χέρια του ξένα

να χαιρετάνε, να σερβίρουν, να πασπατεύουν

για να μαθαίνουν


να τον πνίγουν
για να μάθει.

Β.

  Ήταν πριν τα χακί, πριν τα χρυσά καρέλια και την Σπούλα. Η Α. ακόμα γυρνοβολούσε στο κεφάλι μου. Το κεφάλι μου ακόμα δεν είχε κουρκουτιάνει. - Για να φουσκώσει το κουρκούτι, ρίχνεις μπύρα στο μίγμα. . . Μπορείς για την ίδια δουλειά, να βάλεις αντί για μπύρα, σόδα. . .- Πρέπει να ήταν Σεπτέμβριος γιατί εκείνη το απόγευμα κουβάλησα κάτι καρέκλες στην διεθνή έκθεση και πήρα λίγα λεφτά. Δεν πρέπει να ήπια. . . Όχι. Τράβηξα κατα την Ναβαρίνου και σου αγόρασα ένα βιβλίο. Το είδα και σκέφτηκα ότι θα σου άρεσε. Ήταν φτηνό. Ήταν η Μουσική του Έριχ Ζαν, μια μικρή ιστορία του H.P.Lovecraft, γραμμένη τον Δεκέμβρη του 1921. Μικρή, απλή έκδοση με πρόλογο μεγαλύτερο από το ίδιο το κείμενο. - Να γράψεις ένα ποίημα που ο τίτλος θα είναι μεγαλύτερο από το ίδιο το ποίημα. . . Μπορείς; - ( Τότε άκουγες Thrash Metal; Λογικά θα κορόιδευα, θα σε πείραζα για τα φωνητικά. Η μουσική πάντως μου άρεσε. Οι μεταλάδες τον αγαπούν τον H.P.L.) Ο Έριχ Ζαν έπαιζε τσέλο και ήταν μουγκός. Ναι, τα θυμάμαι σιγά σιγά όλα. Όταν έφτασα σπίτι σου, έριχνε χιονόνερο. Σου τηλεφώνησα ότι έφτασα και κατέβηκες με τις πιτζάμες. Μόλις είδες το βιβλίο άρχισες να χοροπηδάς, με αγκάλιασες. Έφυγα χαρούμενος. Έφυγα καλύτερα. Αργότερα το διάβασε και ο Ντίνος. Την ίδια εποχή πάνω κάτω, αγόρασε ένα τσέλο.

 - η φωνή ακουγόταν αβέβαιη αλλά δυνατή. . . Να σταματήσουν οι βλακείες. . . Να σταματήσουν οι βλακείες. . . Μην πιεις άλλο. . . Μην μιλήσεις άλλο. . . Μετά θα τρέχεις, θα μετανιώνεις και δεν θα σου φτάνει ο αέρας να απολογηθείς. . . Οι πληγές δεν έχουν φερμουάρ. . . Το ξέρεις, ρε. . . Από πάντα. . .-

  Χθες τα έκανα όλα ανάποδα. Όλα εναντίον μου. Όμως βρήκα πάλι και σου αγόρασα ένα βιβλίο. Το έχω πλάι μου τώρα που σου γράφω. Να έρθεις το απόγευμα να το πάρεις. Δεν μπορώ να ΄ρθω, δυστυχώς. Άνοιξα πάλι μέτωπα μέσα μου. Κάποια στιγμή θα πιάσω όλα - πριν με πιάσουν για τα καλά αυτά - και θα στείλω στον αγύριστο. Χωρίς χαιρετούρες. Μια κι έξω. Μέχρι τότε όμως. . . Πρέπει να ανασυνταχτώ - Έρωτες, μάχες, γωνιές - να ηρεμήσω. . .
  Θα τα πούμε.

   Για να φουσκώσει το κουρκούτι, ρίχνεις μπύρα στο μίγμα. . . Μπορείς για την ίδια δουλειά, να βάλεις αντί για μπύρα, σόδα. . . 

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

287


  Δεν ήταν πριγκίπισσα του σκότους, το πολύ πολύ θυρωρίνα να την βάζανε αλλά έφυγε τώρα, βρέχει όλη μέρα και οι ανταποκρίσεις από τα πιο μακριά από εδώ πάνε και έρχονται. Ο άλλος αδειούχος ντεμπουτάρει κάθε μέρα στο μεγαλείο του. Τραγούδια με μπλιμπλίκια που δεν καταλαβαίνω αλλά μου αρέσουν - ίσα ίσα να φτιάξει η διάθεση και ούτε μια απώλεια.

- Τάισες τους χουλιγκάνους; Ο ανιψιός σου είναι 8 μηνών και από τώρα ποζάρει. . . Ο δικός μου έφτασε εικοσιέφτα χρονών και ακόμα μια κουβέντα της προκοπής δεν είπε. . .  Ποιος ξέρει;

- Οι ρουφιάνοι ξέρουν. . . Οι αυτόχειρες το συνιστούν. . . Κάνας σωσίας περισσεύει να κάνει την σκατοδουλειά;  Τελειώσαμε από αποτυχυμένους με χιούμορ;

. . . Στην Γρανάδα, βρέχει;  Εδώ περιμένουμε τον Νώε αλλά ζώα δεν έχουμε. . . Ούτε επιδόματα. . . Είμαστε ρεζιλίκια χωρίς εισοδήματα, με πόδια. . . Είμαστε αναλώσιμοι αλλά έχουμε γούστο πότε πότε. . . Χθες κατεβήκαμε στην υπόγα που έχει τα πάντα - από μαριονέτες και σκελετούς γυαλιών μέχρι δονητές και δίτομο το ΄΄Μαίτρ και Μαργαρίτα΄΄ του διαολεμένου του Μπουλγκάκοφ. Και Παπανούτσο. Πολύ Παπανούτσο. Αυτόν που μας κοτσάρανε τα κείμενα του και έπρεπε να τα αναλύσουμε, να γράψουμε μια περίληψη, δεν θυμάσαι;
  Είδα καμιά πενηνταριά ποιητικές συλλογές, με αφιερώσεις - αφιερώσεις να δεις, στάζανε από παντού. . . -  η μία πάνω στην άλλη, καταχωνιασμένες από δω και από εκεί. Θα πω στον πραματευτή να κρατήσει μια γωνιά και για την δική μου συλλογή, από τώρα.

- Ο τίτλος της;
- ΄΄Ο Θρίαμβος των Αχρείαστων.΄΄
- Άμα είναι δοκίμιο;
- ΄΄Δυσκοιλιοτήτα - ένας παρεξηγημένος εσωτερικός μονόλογος.΄΄.
- Πετυχημένο.
- Ναι. . . Σαν το ΄΄Η Lolita στην Disneyland΄΄.


  Αγόρασε 5 τεύχη ενός περιοδικού,με ημιεπίσημες γνώσεις, ( Ποιος είναι τόσο ηλίθιος για τα ξεράσει όλα ή να τα ξέρει όλα; ) - ευτυχώς όχι καμιά αστυνομική επιθεώρηση λογοτεχνίας -, ένα ευρώ το ένα. Εγώ πήρα πέντε μπύρες, 70 λεπτά την κάθε μία. Μετά τραβήξαμε κατά την Ναβαρίνου για λίγο. Φυσούσε πολύ, ο άλλος αναστέναζε, τσιγάρα δεν είχαμε και είπαμε να γυρίσουμε. Μέχρι να πάρουμε το λεωφορείο αλλά και μέσα σε αυτό, είπωθηκαν πολλά πράγματα. 

  Αστράφταμε και φωσφορίζαμε. Μπαινοβγαίναμε σε γελοιογραφίες. Παραμύθιασμα και Αποπαραμύθιασμα αγκαζέ. - Κάψε/Σβήσε, όπως λέει και το τραγούδι. - Εραστές, ανεργοι, ,κομίστες, ρουφιάνοι, μεταπτυχιακοί αυτοεξόριστοι, επενδυτές, νοικιασμένα δικαιώματα, η Debra Kadabra, μυαλά κουβάρια, μακαρονάδες που μας περιμένουν κάθε μέρα, ερασιτεχνικές καλές καρδιές, κάποιος καθικαράς που μας θυμήθηκε και ό,τι σημαδέψαμε, μας πέτυχε. Τάκα τάκα η ατάκα μπροστά μας μαζί με τον κόσμο που ήταν από πάντα εκεί. . . Όλο και πιο πρησμένος.

 Ρίχναμε κυβερνήσεις και σηκώναμε. . . Τίποτα δεν σηκώναμε. . . Μας έφτανε που ήμασταν όρθιοι εμείς. Έστω και εναντίον μας.

- Τι ωραία κορίτσια που έχει η πόλη σας. . .
- Δεν είναι απο εδώ.
- Α. . .
- Ούτε εμείς είμαστε απο εδώ. Ανάθεμα με πως βρεθήκαμε εδώ. . .
- . . .
- Βρέχει καθόλου στην Γρανάδα;


Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

μισού μήκους

μονοπάτια, φαγωμάρα και
κρεβάτια - γυρίσαν όλα καπάκια -
έρωτες, σπουδές
τις δικιές σας ζωές
τις κάνατε σαν τα μούτρα σας
- τι άλλο; - και έπαιζα άχρηστος όλος
με το κεφάλι μου τον σκλάβο
και έβγαλα μια άκρη μικρή
για να καθίσω.
 
δεν γύρισα τον κόσμο / μόνο πλευρό

και σε είδα.

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

r.

για βούλιαγμα, για φούντο

για πέταμα ό,τι ήταν να πετάξει

τρεις ουρανούς παρακάτω

με ένα ανεμιστήρα στην πλάτη

και δαγκωματιές εκεί που το μάτι

δεν φτάνει


ο κόσμος ακόμα καίγεται
κι εκείνος ακόμα στέκεται.



Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Καζάνι

  
  Με δανεικά πάω, με δανεικά γυρίζω, τα βιβλία όλα τα ξεφορτώθηκα, τα ξαπόστειλα σε άλλα χέρια να παπαριάσουν.

-  Εμείς, βλέπεις, δεν έχουμε μουνί και έτσι βιβλίο δεν θα δούμε από ΄σένα, ούτε για δείγμα.
- Σε καμιά δεκαπενταριά χρόνια που θα βγάλω τα άπαντα, μια και έξω, θα σου στείλω δυο αντίτυπα. . . Κι ας μην έχεις από αυτό το μουνί, που λες.
- Τι τίτλο θα βάλεις;
- Του Σκορδά το Χάνι - Ο Θρίαμβος των Αχρείαστων.

 
  Κοζάνη. . . Δυο κομμουνίστριες και η βασιλική τους φιλοξενία - καμιά ειρωνεία πια. . . Τα ανέκδοτα για τον Σήφη, το τρομερό παιδί εξαντλήθηκαν προ πολλού σε μέρη όχι και τόσο φιλόξενα, κάπου στην Ιασωνίδου. . . Καμιά ειρωνεία. Ηρεμία, άνεση. Σαν να ζωγραφίζεις κάτι που δεν είδες ή δεν σε πλήρωσε ποτέ.

  Μακεδονικά χωριά και η Κοζάνη υπάρχει όπως όταν ξυπνάς και βρίσκεις αντί για δυο, οχτώ τσιγάρα στο πακέτο.

  Ο δρόμος για την Σιάτιστα δεν είναι φωταγωγημένος αλλά ο οδηγός ξέρει να ταιριάζει καλά τις λέξεις, καλύτερα από εμένα. Εγώ σημειώνω, εκείνος γράφει και φτάνουμε με ασφάλεια. Η δημοτική αρχή απουσιάζει. . .  Σχεδιάζουν να χτίσουν ένα κέντρο ΄΄φιλοξενίας΄΄ εκεί κοντά και υπάρχει κάποια ένταση, λένε.
  Ο Βασίλης διαβάζει τα ποιήματα του και ο Μπάμπης ενδιάμεσα παίζει στο πιάνο συνθέσεις του Satie. Μπροστά τους τραπέζια ενωμένα και το κοινό τρώει - δεν νηστεύουν; - και ακούει. Έπειτα ένας με φωνή στεντόρεια διαβάζει Λόρκα. Το κοινό πίνει σόδες και ακούει.
  Κάθομαι με την μπύρα μου πλάι στην Πηνελόπη που έχει μοστράρει όμορφα δεκαπέντε αντίτυπα από την συλλογή του Βασίλη, και παρακολουθούμε. Ένας κύριος με λοξοκοιτάζει την ώρα που λέω κάτι για τον Φίλιπ Ντικ και ένα κιλό αλογίσιο κιμά και μια κυρία με ρωτάει αν είμαι ο ΄΄Κάφκας΄΄. Όχι. . . Δεν είμαι ο Κάφκας. . . Ούτε Πύργος, ούτε Δίκη, ούτε Ημικρατική ασφαλιστική εταιρία. Δεν έγραψε για μένα ο Μπόρχες.
  Ο κύριος που λοξοκοίταζε, αγοράζει ένα αντίτυπο. Σκίσαμε.
  Τηλεφωνώ στον Βότση να του πω για το γκραν σουξέ. Ενθουσιάζεται με τον τρόπο του' με ρωτάει τι είχε το μενού που πλακώθηκε το κοινό.

  Επιστρέφουμε με ασφάλεια στην Κοζάνη. Συναντάω ένα παλιό συμπολεμιστή από την περεστρόικα στο Προκοπίδη. Δεν έχει αλλάξει. Εγώ μάλλον έχω μεταμορφωθεί. Με δανεικά, πάντα. Όλα, όλα όμως είναι καλύτερα. Όχι καλά. . . Καλύτερα.


  Στο λεωφορείο για την Θεσσαλονίκη, μια γκεργκέφω πλάι μου χαζεύει την Σαρκοφάγο, του Ιωάννου που κρατάω στα χέρια μου και με ρωτάει αν ο Ιωάννου ήταν αδερφή.

- Τι να σας πω, δεσποινίς μου. . . Όταν το αγόρασα δεν μου είπανε τέτοιο πράμα.
- Δεν είμαι δεσποινίς. . . 
- Είστε σίγουρη;

 Δεν απάντησε.

26/3/2012

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

μ.


όλος ο κόσμος τους
αέρας κρουστά και κρέας.



Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

ψυχούλα μου, 9 κιλά και κάτι γραμμάρια. . .


Θείο, θείο, για λίγο ήρθες στην Πάτρα. . .

Και έφυγες γρήγορα με τον παππού. Μας άφησες όμως την γιαγιά δώρο, χωρίς φιόγκο, να με προσέχει.

Θείο, ο θείος Βότσης πήρε άδεια; 

Οι σκερβελέδες τον θείο Ντινάκο τον πήρανε φέτος να διδάξει στα παιδάκια;

Θείο, τα διόδια στο γεφύρι προς Ρίο, πόσο είναι και πόσο είναι με το καραβάκι;

Θείο, κάνουνε καλό καφέ στο Κουκλέσι;

Θείο, θείο. . .Ψηλά να με κρατάς, μου αρέσει. . . Για αυτό γελάω. . . Και τα γένια σου μην τα ξυρίσεις. Έχει και ο μπαμπάς. Δεν φοβάμαι αυτούς με γένια. Δεν φοβάμαι τίποτα. . .

 - Ψυχούλα μου. . .