Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

J.G.D.



 Λίγο πριν σβήσω, μου τηλεφωνεί από τον Σταθμό Λαρίσης, μου λέει ότι αγαπάει όλο τον κόσμο και ότι έρχεται στην Θεσσαλονίκη.
 Τυχερός, λέω, ο κόσμος.
 Δυο άγγελοι - ας τους πω Κολχούν και Αβέρκη - με τριγυρίζουν από το πρωί. Βρωμάνε και σπάνε πλάκα. Φτιάχνουν ιστορίες από το τίποτα και δεν τις πουλάνε πουθενά. Μόνο σε μένα. ΄΄Έιμαστε εναντίον σου αλλά όχι φανατικά, έχεις ένα τσιγάρο; πιο κάτω οι μπύρες είναι φθηνότερες. . . Εκείνη η μουρλή δεν σου ξανατηλεφώνησε, ε; Ας αρχίσει η μουσική. . .Έναμισή μέτρο κοπέλα σπρώχνει μια μαρίμπα με ροδάκια στην ανηφορά και πιο πίσω ένας αμπλαούμπλας με ένα τούμπανο από τομάρια ερωτευμένων. . . Κοπανιστά και αδιάβαστα όλα. . . Και θαύματα που κόβουν εισιτήρια. . . Σκέψου. . . Ένας που δεν είχε ψοφήσει τελεσίδικα, πήγανε οι αχμάκηδες να τον αναστήσουν και τώρα κουβαλάει δυο ψυχές ο ταλαίπωρος. . . Δυο ψυχές και η μία να ΄ναι μαλάκας. . .Κοίτα τους, κοίτα, δεν εξαφανίζονται έτσι εύκολα, ε; Θέλει κόλπο. . .΄΄. Έτσι το πάνε μέχρι που φτάνω ψηλά στην Νεάπολη για να δω τον Σαββίδη. Ευγενίκη μορφή. . . Είναι σαν να κάνουμε ξενάγηση σε εμάς κάθε φορά που συναντιόμαστε, σαν να μοιράζουμε τον κόσμο και να περισσεύει άλλος τόσος για χάρισμα ή σιχτίρι. Τον χαζεύω, τον ακούω και ηρεμεί η ψυχή μου. Μου λέει για τα ιαπωνικά τσιφτετέλια της Debras και τις απίστευτες δυνατότητες της που ανακαλύπτει κάθε μέρα. Με τα σκοτάδια και τους ίσκιους της. Τον πιστεύω γιατί την αγαπάει και γιατί την θυμάμαι και εγώ...

- Η μνήμη μου, μου λένε συχνά, με απατάει αλλά που να δεις εγώ τι της έχω κάνει. . .Χθες είδα στον ύπνο μου τον Βότση. Ήταν διευθυντής στο Μαρακανά. Ή τραγουδούσε εκεί. Δεν ήταν πολύ ξεκάθαρο όνειρο. Τώρα μαθαίνει γερμανικά για να τραβήξει κατά κεί. Εργκασία και χαρά. Ίσως συναντήσει το είδωλο του, τον δόκτωρα Mabuze. Ίσως τους πει κάνα ανέκδοτο για το Anschluss. Ένας κόσμος στο πήγαινελα ο Βότσης και οι μούτζες που μου ρίχνει, ακούγονται. Τέτοιο ταλέντο και μεγαλείο.

 Καταλήγουμε στη Ρωμαϊκη Αγορά, έξω από το φαλαφατζίδικο της Φελίνας, της Έλενας. 'Εχει κάμποση δουλειά - άτσα ο σουξεδιάρης ρεβυθοκεφτές - αλλά βρίσκει χρόνο να τα πούμε. Μας κερνάει μπύρες και εγώ πολύβόλο, την παίρνω μονότερμα.

- Έλενα, ήμουν το πρωί στο ταχυδρομείο να πληρώσω κάτι κέρατα και είχε μια ούρα. . . Εκεί ήταν μια σκατόφατσα που σκατοψυχούσε ασύστολα. Αν τον έβλεπες θα καταλάβαινες ή ότι είχε φάει πολλές φάπες στην ζωή του ή ότι δεν έφαγε καμιά. Φώναζε, ούρλιαζε. . . Ό,τι με δανεικά σωστές δουλείες δεν γίνονται. . . Και με ξένο κώλο τον μπούστη τον κάνει και αυτός, και οι τεμπελχάναδες που κλαίγονται. . . Τα έλεγε σε μια κακομοίρα, γνωστή του μάλλον, που του έδινε δίκιο του μαντρόσκυλου κουνώντας πάνω κάτω την κεφάλα της. Σε κάποια φάση, μπήκε στο ταχυδρομείο μια τσιγγάνα με τον μπόμπιρα της αγκαλιά και πήγε στο ταμείο να κάνει μια ερώτηση για να μην περιμένει τζάμπα. Κανείς δεν είπε τίποτα, του πούστη, μια ερώτηση θα έκανε η κοπέλα. Όμως είχαμε και τον γέρο που άρχισε το κομμάτι του. Και μεις μαλάκες είμαστε που περιμένουμε; Πίσω, να πάει πίσω, κωλόγυφτοι. . . Η κοπέλα ρώτησε αύτο που ήθελε και όπως γύρισε για να βγεί από το ταχυδρομείο, πλησίασε τον γερό και με πολύ ήρεμη φωνή του είπε Εσύ πολύ μιλάς. . . Και δεν θα σου βγεί σε καλό. . . Το ξόρκι της έπιασε, Έλενα. Ο γέρος κιτρίνησε και έβγαλε τον σκασμό. Έπρεπε να τον δεις τον καριόλη. Χέστηκε πάνω του.

 Η Έλενα γελάει και φεύγει σφαίρα πίσω στο μαγαζί. Πελάτες από όλο τον κόσμο - αυτόν που όλον αγαπάει, δυο ώρες αργότερα, ο άλλος στον Σταθμό Λαρίσης - καταφθάνουν.  Από Νεάπολη μέχρι Αμέρικα.

 Στην επιστροφή ο Σαββίδης με φωτογραφίζει να στείλουμε φωτογραφίες σε μάτια όμορφα που εκείνη την στιγμή κόβανε εισιτήρια και μετρούσαν κεφάλια  ( ή το ανάποδο ) για μια παράσταση με ένα τσούρμο Μήδειες. Βγάζω τα παπούτσια μου στην Αντιγονιδών - αναστενάρικο στιλ - και φωτογραφίζει. Γελάμε και τον χαιρετάω.


- Καλό Ταξίδι στην Αθήνα.
- Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. 


  Γυρίζω με το λεωφορείο στα πυρηνικά δυτικά. Οι άγγελοι πήγανε να βρούν τον Σίμο να του γαζώσουν το κεφάλι. Πριν φύγουν μου είπανε - Εμπειρία είναι να σου μείνουν λίγα ακόμα νεύρα να σου σπάσουν. Το ξες βρε;
  Λίγο πριν σβήσω, μου τηλεφωνεί από τον Σταθμό Λαρίσης, μου λέει ότι αγαπάει όλο τον κόσμο και ότι έρχεται στην Θεσσαλονίκη.
  Τυχερός, λέω, ο κόσμος.
  Και ΄γω μαζί του.