Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

5:11

  Βαράνε τα όργανα λες και ζητάνε ομολογία από εκείνα  / και εκείνη θυμάται τον εκάστοτε παπαρίδη που την πλήγωσε /  όπως τα παιδιά αυτών που άφησαν χρέη για κληρονομιά και μια φωτογραφία με την γλώσσα απ΄ έξω.

   Στο Χαλάνδρι, στην Ζωοδόχου Πηγής / η γκρίνια και ο μπεκρής / τραγουδούσανε το πολλαπλό σου είδωλο / και όλα μοιάζανε με επιδόματα νόμιμα / με σφραγίδα πυρωμένη / με ειρωνεία / με ντροπή που - μαλάκα - θα ξεχαστεί.

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Στον Β.Κ.

 

    Ιστορίες που δεν πέθανε κανείς από ιατρικό λάθος - ένεκα η απεργία και ιστορίες με πολλά χρέη και ευχαριστίες.

    Όταν τελειώνει ο κάθε χρόνος, δεν γίνεται απολογισμός, ούτε προϋπολογισμός - που έχασα, που θα ορμήξω, τι δεν βούτηξα. Τίποτα από αυτά. . .  Δεν μετράω τι έχασα - μόνο χαζεύω τι έμεινε δίπλα μου μαζί με τα άλλα που έχουν βιδωθεί στο χώμα - όλα τα υπόλοιπα, απομνημονεύματα καρμίρικα και υποθέσεις κινηματογραφικές - ταινία με είσοδο δωρεάν και χαμόγελα χωρίς την θέα θυμάτων.

Να.

   Προχθές, μια μέρα άυπνος και γυαλιστερός, ξεκίνησα για τον Βόλο. Εκεί δεν είδα την οδό Γεωργίας Διάκου αλλά πέρασα από την οδό Γραβιάς που ένα βράδυ μια ωραία τριάδα ξεδίπλωνε έργα ποιητών - παλιότερων κάπως, από εσένα - μπροστά σε κάμποσα άτομα, ενώ εγώ επίνα την μπύρα μου και χάζευα την Δέσπω ενώ πετούσα ανεκδοτολογικά πραγματάκια. Αυτά που ενδιαφέρουν όσους δεν πάνε πάνω από είκοσι σελίδες σε οτιδήποτε. Λίγο έξω από τον Βόλο μείναμε με τον δάσκαλο, τον Ντινάκο, σε ένα ζεστό σπίτι πλάι στις ράγες του μπαμπά ντε Κίρικο. Στην Μακρινίτσα είδαμε και μια μεγάλη ζωγραφιά του Θεόφιλου ένω κοιτούσα να βρω μπούκοβο για τον Βότση και το τσίπουρο ήταν σαν να το δοκίμαζα για πρώτη φορά. Ο Ντίνος με την Κερασία πιάνανε κουβεντολόι με όλο τον κόσμο. Ανάκριση με χαμόγελο. Που πάτε; Από που έρχεστε; Έχετε πάει στην Μύκονο; Σας αρέσει εδώ; Πίνετε αίμα αδυνάτων; Πόσα βγάζετε τον μήνα; Κερδίσατε τίποτα από τα τσιμέντα εκεί πέρα; Ψηφίζετε ή πάτε για μπάνιο; Ψηφίζετε αυτούς που πάνε για μπάνιο; Κάνετε μπάνιο;  Πόσοι πνίγηκαν φέτος στα μπάνια;
    Εγώ τους έριχνα μια ματιά, χαμογελούσα και ανέβαινα τον ανήφορο.
. . .

   Ο ταξιτζής σήμερα μου είπε με χαμόγελο, Σε είδα να πλησιάζεις και νόμιζα ότι είσαι παπάς.  Χαμογέλασα και εγώ και του είπα, - Και συ απο μακριά μοιάζεις με ταξιτζή.  - Μα είμαι ταξιτζής. . . - Α. . Ωραία τότε, Αριστοτέλους πάνε με. . . Από Εγνατία.
   Με πήγε. Μου ευχήθηκε και καλές γιορτές. Εγώ αρκέστηκα σε ένα Καλή συνέχεια. Δεν το ακούνε συχνά και τους αρέσει, νομίζω.
  Τώρα έχω δίπλα μου τα Μυστήρια της Κεφαλλονιάς, του αφορεσμένου Ανδρέα Λασκαράτου και δυνατά - όχι πολύ - να παίζουν συνθέσεις του Francesco Zappa, ιταλού τσελίστα και συνθέτη του δέκατου όγδοου αιώνα που δεν μπήκε η μούρη του, φίρμα σε σοκολατάκι.

   Από το παράθυρό βλέπω κοκαλωμένες μπουγάδες. Λογικά, αυτοί που φοράνε αυτά τα ρούχα, δεν έχουν κοκαλώσει ακόμα.

   Ετοιμάζονται τραγούδια για την αιθαλομίχλη, πλάι σε εκείνα τα ερωτικά που πάνε σε όλες τις εποχές, με τους άνεργους και τους φοροφυγάδες. Όλα ένα, κατά κει πάει. Μέχρι την επόμενη μοιρασιά ή τρόπο διασκέδασης και επιβίωσης.



Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

σημειώσεις Α.Δ.


  Φόρεσε το κράνος του πατέρα του και την περίμενε. ΄΄Θα σηκώσω τα χέρια μου ψηλά και θα φωνάξω το πραγματικό όνομα μου. Οι τσέπες μου είναι άδειες, ο σβέρκος μου γεμάτος δαγκωματιές και η καρδιά μου χθες ξεχάστηκε και σταμάτησε για λίγο να χτυπάει. Επέστρεψα πάλι μισός μα ολόκληρος απ΄ ό,τι μου πήρες.''

- Για κάθε αρρώστια / εκατό θεραπείες / η μια ακριβότερη από την άλλη / μαζί μισή, δώρο.

   Παρελθόν, Παρόν και ό,τι περισσέψει.

- Τα ξένα συμφέροντα δεν χρειάζονται διαβατήριο / τα ντόπια με την βούλα / θέλουν λάδι στις κλειδώσεις / και άγνοια πολεμική.

   Πλάι πλάι τα αριστουργήματα / τοίχο τοίχο οι ζωγραφιές / καμιά δικαιολογία δεν φτάνει.

- Με άσχημα, χοντρά χέρια, που έπαιζες το κεφάλι σου / πιάνεις την γη και την πετάς σαν σβούρα / να ανακατευτούμε, να μοιραστούμε πάλι, να ξεχάσουμε από που βγαίνει ο καπνός και που είναι η φωτιά.


Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

12/4/2011


ΑΠΟΛΟΓΙΑ


   Μου είχες πει ότι ο Ρωμαίος και η καλή του ήταν τυχεροί. . . γιατί πεθάναν περίπου μαζί επειδή αγαπήθηκαν ενώ εμείς προσπαθούμε να σκοτώσουμε ο ένας τον άλλο επειδή αγαπιόμαστε. Αυτά που πιστεύω ότι στέκουν, που τα σκέφτηκα και μετά έκατσα και τα πέταξα στο χαρτί σαν να ξερνούσαμετά από σούρα υπέροχη, ήταν η αγάπη μου. Το έλεγα, το έδειχνα, έχανα κάθε μέρα κομμάτια μου - κομμάτια που δεν θα τα ξαναβρώ ο,τι και να γίνει. . . όπου και να είμαι. . . ο,τι και να κάνω ή να υποκρίνομαι πως κάνω. Εσύ ήσουν το κακό. Σαραβαλιασμένη πλάνη. Όχι πολύ όμορφή. . . Μελαχρινή. . . Μετρίου αναστήματος. . . Στην πλάτη σου είχες μερικούς αιώνες βλακείας παραπάνω από μένα. . . Ένα διαολεμένο μουνί, ένα διαολεμένο μυαλό. . . Με ένα ποτήρι πάντα στο χέρι - σιχαινόσουν να πίνεις από το μπουκάλι - με καμιά φιλοδοξία και λίγες ( πανέμορφες. . .) στιγμές ηρεμίας. μου έμοιαζες. έπινες έπινες. . . μπέρδευες ποτά, τα λόγια σου, τις ώρες. . . Όλες οι ώρες είναι ίδιες όταν ήμαστε μαζί. . . έλεγες. Μαγείρευες φριχτά αλλά με τόσο ποτό δεν ξεχωρίζαν οι γεύσεις οι στιγμές. . . Μια ηδονική ομοιομορφία που θα ζήλευε και το πιο μαστούρικο απολυταρχικό καθεστώς. Γελούσες με τις παράστασεις/περιστάσεις που έδινα κάθε βράδυ. . . Σκόρπιζα μπροστά στα πόδια σου. . . Έλεγα πολλά. . . Χοντροκομμένα και γελούσες, γελούσες. Πίναμε. . . Η πόλη καιγόταν. . . Πίναμε και κοιτούσες που και που στην τηλεόραση. . . Δεν σχολίαζες. . . Ήσουν ήρεμη όμως έβλεπα τα μάτια σου να γυαλίζουν. . . Ένταση. . . Θέλω να σπάσω το τραπέζι. . . μου είπες - Δεν είναι δικό μας, σου απάντησα. . . Με κοίταξες σαν τον φονιά της μάνας σου και έφυγες σφαίρα για το δωμάτιο σου. . . Κάτι έσπασες. . . Χαρτιά να σκίζονται. . . ΤΙΣ ΜΑΛΑΚΙΕΣ ΣΟΥ ΣΚΙΖΩ. . . ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑ ΜΟΥ. . . 
   Εφυγα από το σπίτι παίρνοντας τις τρεις τελευταίες μπύρες που είχαμε. . . Μετά κάνα πεντάλεπτο το ανακάλυψες και έσπασες το τραπέζι - που δεν ήταν δικό μας - και μου τηλεφώνησες.

- ΕΣΚΑΨΕΣ ΤΟΝ ΛΑΚΚΟ ΣΟΥ ΜΑΛΑΚΑ. . . 
-  Μαζί τον σκάβουμε, δεν το έχεις καταλάβει;

Ήταν γεγονός. . . Τρεις απόπειρες. . . Με γκρέμισες από τις σκάλες - μετά είπες ότι απλά παραπάτησα και εσύ αθώα μέχρι αποδείξεως του ηλιθίου . . Την δεύτερη φορά μου πέταξες ένα μπουκάλι βότκα. . . Άδειο. . . Αν ήταν γεμάτο δεν θα το πετούσες, έτσι δεν είναι; Το μπουκάλι όμως πέτυχε την φωτογραφία του μέλλοντα αρραβωνιαστικού σου - ήταν τόσο πετυχημένη η βολή που τώρα που το ξανασκέφτομαι πιστεύω ότι εκείνον σημάδευες. Και τον πέτυχες για πάντα - η τρίτη και τελευταία απόπειρα ήταν με την χλωρίνη αλλά δεν πιάνεται. . . Ήταν απλός εκφοβισμός . . Να κόψω τις μαλακίες. . . Να σοβαρευτώ, που σήμαινε να μην δίνω σημασία στις δικές σου μαλακίες. Ξεδιπλώθηκε πολύ δράμα. . . τώρα σκέφτομαι αυτό που έλεγε ο Lenny Βruce, ότι η κωμωδία είναι τραγωδία συν χρόνος. Πράγματι. . . Η διαφορά μας είναι ότι εσύ είχες μπει από νωρίς, είχες πνιγεί στο νόημα ενώ εγώ σημείωνα. Κι ακόμα σημειώνω. Δεν σου άρεσε αυτό. . . Κωλόχαρτα τα έλεγες. . . Μπορεί και να είναι. . .
   Υπήρξε όμως αγάπη.  Τα χείλια σου ήταν κολλημένα στο ποτήρι.

  - Μετά θα σε φιλήσω. .
  -  Πρέπει να πιεις για να με φιλήσεις; 

   Με κοιτούσες με ένα βλέμμα σαν να μου έλεγες πως αλλιώς; Το αλκοόλ. . . Δεν σου άρεσε ο Μπουκόβσκι. . .Έλεγες ότι είναι ψεύτης και άσχημος. Όταν ήθελες να με πληγώσεις έλεγες ότι πίνω επειδή τον διαβάζω. Κάποιος άλλος το είχε πει αυτό. . . Σου είπα πίνω επειδή βαριέμαι. . . Επειδή βαρέθηκα να καταριέμαι και άλλα πολλά.
   Μετά ερωτεύτηκα έναν Άγγελο. Ένιωσα λιγάκι άνθρωπος. Ξανάπιασα το παιχνίδι από την αρχή. Με κορόϊδευες επειδή δεν έπινα - και δεν έπινα. . .  Ήθελες στο ρημαδιό σου παρέα όμως ο χαμένος ήταν μιας χρήσης. . . και τώρα τα πράγματα είναι πιο ήρεμα. Τώρα μπορώ και σημειώνω, κάπως τσαπατσούλικα ένα ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.





από το Tupelo ως την Γαλατινή 


(επανάληψη)

   Δεν γράφω κάτι που δεν ξέρεις. . . ίσως δεν τα θυμάσαι. . . Μου είχες τάξει ένα νεφρό άμα χρειαζόταν / μην ξεχνιόμαστε.

   Τα πράγματα είχανε βάση την βλακεία / την υπομονή / οι γιατροί νόμιζαν θα με κάνουνε καλά / εσύ ότι θα με σκοτώσεις / η αρρώστια εφετζίδικη, να θέλει χάπια σε σχήμα μπάλας του golf / χάπια που περίσσεψαν από εγχειρήσεις που δεν έγιναν / γέλια πολλά / τέρμα η σιωπή / περιμένουμε τον Θωμά που περιμένει / περιμένουμε κάτι που δεν ξέρουμε από που θα μας έρθει / σαν κακό / σαν καμικάζι / σαν ροχάλα μετά από χρόνια ξηρασίας / και τα παιδιά φρόνιμα / τα νεύρα χορδές και ο Harpo τις χαϊδεύει / ο Chico αληταρία κουτοπόνηρη σαν τρυποκάρυδος να χτυπάει τα πλήκτρα / ο Groucho ρουφώντας μια γερή από το πούρο του ξεφυσάει πάνω σε γυναίκες ανυπόληπτες με ιδιοτελείς σκοπούς / ΚΩΜΩΔΙΑ σαν σφήνα παντού / αριστοφανικές και όχι πλατωνικές σχέσεις / o Πλάτωνας νεκρός σαν συνταξιούχος (΄΄δεν προσφέρεις; δεν μετράς΄΄) / κλείστε τις πύλες του Παραδείσου / Όχι άλλος ανταγωνισμός  / Του καθενός η ημερομηνία λήξης είναι μια γιορτή / Τα γοβάκια σου δεν είναι ποτήρια / Οι μαράκες κι μαλάκες κάνουν τον ίδιο θόρυβο / στα ορυχεία της χαμηλής αυτοεκτίμησης πολλά κάρβουνα και πολλά διαμάντια / οι σερβιτόρες, θεία πλάσματα που σε ρωτάνε αν θέλεις κάτι /   η Σιγκαπούρη και μια Ναυτική βάση στο Σκαραμαγκά. . . από το Tupelo ως τα υψίπεδα της Γαλατινής - ΚΡΑΝΙΟΥ ΤΟΠΟΣ ΓΩΝΙΑΓΡΑΦΕΙΟ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΕΛΠΙΔΑΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ / να συνασπισθούμε με τους παχουλοκομψούς, αν σταθούμε από πίσω τους οι σφαίρες μπορεί να μην μας πετύχουν / κοντάρια εραστών εμβολίζουν το άπιαστο για κάποιους άλλους / και εμείς με τα πιρούνια μας τσιμπολογάμε μεζέδες / όχι και από την καλύτερη ποιότητα / ποικιλία όμως / ποικιλία / με ένα τριαντάφυλλο στο στόμα / το τριαντάφυλλο που ανθίζει όταν ζεσταίνεσαι και μου λες ότι έχω πονηρό μυαλό και χαίρομαι γιατί τουλάχιστον κάποιος καταλαβαίνει ότι έχω μυαλό και σε ένα δίχτυ μαζεύω καβούρια και καμιά τριανταριά μυαλοκομμένες που μασάνε ψήγματα τέχνης στα μουτζούρες μου και διαβάζουν ΚΑΦΚΑ που στα κυπριακά σημαίνει γκόμενα / και όλα αυτά μια ανθρώπινη επιθεώρηση που το κοινό πετάει στην σκηνή ό,τι μπορείς ( μπορείς;) να φανταστείς / από αυτά ζούμε.





Χορωδία και Μπάντα 
Ανάθεμα τα Πάντα

   Με το γόνατο του έπαιζε μπάντζο / τα πνευμόνια του ακορντεόν / χωρίς ένα φράγκο / στο μέτωπο επιγραφή νέον / λίγη ζωντάνια και όλα έτοιμα για τις μάχες / μπορείς να διαλέξεις ανάμεσα σε ένα θάνατο και ένα διορισμό ; / Μπορείς να διαλέξεις ανάμεσα σε μια στρίγγλα που χορεύει πάνω σε πυρκαγιές και σε μια που δεν μοιράζεται ούτε τον πυρετό της; / Μπορείς να φανταστείς την απόλυτη σιωπή αλλά στο χαλάνε τα θύματα τα εξιδανικευμένα και ΄συ μετά από μια παρεξήγηση θύτης / ΄΄. . .μια παρεξήγηση είναι και αυτή θα μας αφανίσει. . .΄΄ Φ.Κ. / μου ανεμίζεις μπροστά στα μούτρα μου ένα πάκο πανάκριβα εισιτήρια / και με πιάνει άγχος και μελαγχολία / δεν έχω κάνει πολλά χιλιόμετρα / δεν ξέρω να λέω αλήθειες / θα με πάρεις μαζί σου; / θα σου αγοράσω τσιγάρα - μικρό πακέτο από τα φτηνά / και ΄ συ γελώντας θα μου λες ΄΄ Όταν άκουσα τον Waits πρώτη φορά. . .το Swordfishtrambones. . . σκέφτηκα αυτό. . . ότι η μπάντα που είχε τον εγκατέλειψε και αυτός πήγε σε ένα ρημαδιασμένο μπαρ να πιει . . και εκεί του ήρθε μια ιδέα. . . ούρλιαξε ΄΄Ει. . λεχάρια. . . ξέρει κανείς να κοπανάει κιθάρες ή να καίει ξερά φύλλα;  Ποιός μπορεί να κουβαλήσει ένα κόντρα μπάσο; Να νιώσει το παράπονο του σκύλου που δεν θυμάται που είναι το σπίτι του; Μήπως και να μπορεί. . . λέω μήπως. . . να κρατήσει μια γυναίκα στα χέρια του ενώ αυτή με τα νύχια της του κατεβάζει την μόστρα;. - κάποιοι σηκώθηκαν και τον ακολούθησαν. . . οι περισσότεροι ήταν καταζητούμενοι από τον Χάρο ή από τους γονείς τους. . . Μέσα μου είμαι βέβαια ότι έγιναν έτσι τα πράγματα και όλες οι ιστορίες απέκτησαν υπόσταση μέσω βινύλιου.




Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

΄΄Χάθηκαν για να βρεθούν΄΄


Τρεις μέρες κλεισμένος, ξάπλα, με τα πόδια σου μουδιασμένα και όλα τα άσχημα στάζουν και φεύγουν από πάνω σου. Η μνήμη όμως το ξέρεις, είναι φακέλωμα
και όσο και να τα βροντάς όλα κάτω
όσο και να τα καις
μένουν μπροστά σου.
Δεν ζητάνε πολλά, μόνο αυτόν  το χώρο μπροστά
και την ματιά σου να μην τα ξεχνά και να μην τα χάνει.

Η πορεία διαλύθηκε γρήγορα και ο καθένας μόνος του
πήγε να κλείσει τους λογαριασμούς του. Λογικό και
επόμενο. Κανείς δεν γελάει με τα ίδια
πράγματα με τον παραδίπλα του. Θα έρθει όμως και η σειρά των πραγμάτων
να γελάσουν. Και τότε η ειρωνεία θα γίνει δίκιο τελεσίδικο.


Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

απόσπασμα από μια παλιά κοροϊδία και μια φωτογράφιση


. . . .


 αντί για ταξί / ασθενοφόρο και με τα πόδια στο τέρμα
 αντί για μαλλιά / καλώδια και θηλιές 
 μισά ονόματα με διαταγές 
 δόντια σαν οροσειρές.


 αντί για ευχή / παραγγελία και κωλοτούμπα
για γυμναστική.
 

 ο βήχας, ο τσιγαρόβηχας τώρα πια τεκμήριο
 για αυτό
 μην ξεχνάς όταν σε ξεχνάνε 
 κι ας τους να πάνε να πηδάνε.

. . . .


   Είναι όλα έτοιμα για την φωτογραφία, στο κάδρο ο Βασιλιάς με τα 27 του χρόνια που τον έφαγε η μαϊμού και η Ασπασία του στην κουζίνα /  το φαΐ του μελλοθάνατου, μια τούρτα με τα κεράκια της /  δεκαεννιά κουτάκια μπύρας / οι  Stranglers - με τον μπασίστα τους και την μαύρη ζώνη του - να γυρίζουν και από πάνω το καβλιτζέκι του πικάπ / κέρατα κρουστά / αρτοσκευάσματα για τον λαό / λείπει όμως κάποιος να πατήσει το κουμπί και να βγει η φωτογραφία.
   Κατεβαίνω στο δρόμο και σταματάω περαστικούς, ζητάω εθελοντές  / όλοι έχουν δουλείες και με προσπερνούν / μια συμμορία φοιτητών με ειρωνεύεται / μια λαϊστέρα με την φίλη της μου εξηγεί ότι υπάρχει τρόπος να βγει αυτόματα η φωτογραφία / θέλω να της πω για κάποια αυτόματα πράγματα που θα της συμβούν μετά είκοσι, τριάντα χρόνια αλλά φεύγει γρήγορα /  δεν απογοητεύομαι, συνεχίζω και ένα ζευγάρι δέχεται με χαρά να θυσιάσει τρία, τέσσερα λεπτά από τον χρόνο του / κι ας τους περιμένουν κάπου για ξεσάλωμα και νταλαβέρι.
   Η φωτογραφία βγαίνει / όπως εμείς κερδισμένοι και το ζευγάρι φεύγει με μια μπύρα στο χέρι.


Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Στον Μους

  Στα χακί με τα 8,60 τον μήνα και το χρέος προς την πατρίδα. Μετά θα σε ξεχάσουν και θα τους ξεχάσεις. Κλείνουν τα τεφτέρια και τα θυμάσαι αργότερα και γελάς, όπως με κάτι μουρούνες με ισχυρές απόψεις που είχες νταλαβέρι.

   Πήρες, μου είπες, πολλά βιβλία. Εγώ είχα την Lolita του Nabokov, την Τύφλωση του Cannetti και τα πολλά του Bukowski. Τα άφηνα στο γραφείο του θαλαμοφύλακα και όποιος ήθελε διάβαζε.  

- Διεστραμμένος αυτός ο Μπουκόβσκι. . . Χθες διάβασα κάπου εκατό σελίδες.
- Αυτός είναι διεστραμμένος, που γράφει τέτοια πράγματα ή εσύ ρε που κάθεσαι  και τα διαβάζεις;
- Ε;

  Στον Χουσεϊν άρεσε ο Bukowski και πιο πολύ το διήγημα, Η ωραιότερη γυναίκα της πόλης. ΄΄Το διαβάζεις και όταν τελειώσεις, γείτονα, σου αφήνει κάτι, μέσα σου΄΄. Με έλεγε γείτονα, επειδή κοιμόταν στο πάνω κρεβάτι από μένα.

   (Θα ήταν ωραίο να διάβαζε ο Kafka το ΄΄Ταχυδρομείο΄΄ του Bukowski. Ειδικά την σκηνή λίγο πριν την πρώτη παραίτηση του Chinaski, το πάρε δώσε με τις αναφορές του προϊσταμένου του. Θα έλεγε ΄΄Κοιτά να δεις. . . Αυτός το έπιασε από την ανάποδη. . . Λύνεται ενώ πάνε να τον δέσουν.  . . Λύνει ενώ οι άλλοι δένουν΄΄.)

  Στο γραφείο του θαλαμοφύλακα ήταν και οι Ωδές του Κάλβου, έκδοση του Γ.Ε.Σ., η Ιστορία του Θουκυδίδη, ένα αφιέρωμα για τον Γιώργο Χειμωνά, από την Οδό Πανός και τα Αμυντικά Θέματα ενώ ο Τζώρτζης Τίλκις γύριζε με το Dune από την σκοπιά . Ένας μπασμένος στρατηγός, ψάχνοντας για τσόντα, βρήκε Θουκυδίδη και απογοητεύτηκε. Ο Διοικητής μας, του είπε ότι έχουν αλλάξει οι εποχές στο στρατό.( Είχαμε σε μια αποθήκη, μια παλιά βιβλιοθήκη γεμάτη βιβλία. Όταν του προτείναμε να την βάλουμε μες το κτίριο της μονάδας για να διαβάζουν οι στρατιώτες, είπε Μπα, έχουν καιρό για διάβασμα; και έτσι δεν έγινε τίποτα). Ναι, έχουν αλλάξει. Στο κέντρο, στην Θήβα, στο πρωινό ρόφημα, ένας κατσικογάμης με σκουντούσε και μου έδειχνε στο κινητό του κάτι ακροβατικά και μάχη σώμα με σώμα μιας σταρλετίτσας. ΄΄Κοίτα, κοίτα μαλάκα πως της τον φορμάρει. . . Ε, ρε κάβλες. . .΄΄. Τον ρώτησα τι ένσημα κολλάνε οι πορνοστάρ αλλά δεν μου απάντησε.


Ο Μπούρ Γκαζάν, ανθρωπολογικός κοινωνιολόγος ή κοινωνικός ανθρωπολόγος ( αν εξαφανιστεί το ανθρώπινο γένος από τον πλανήτη, θα μείνει άνεργος) από το Περιστέρι, έφευγε για την Αθήνα με άδεια και στα πράγματα του είχε τις Σημειώσεις Θαλάμου 245, μέσα σε ένα φάκελο. Στην πύλη, ψάξανε τις αποσκευές του και ρώτησαν τι έχει ο φάκελος.

- Ποιήματα.
- Γράφεις ποιήματα;
- Δεν είναι δικά μου. . Του Σκορδά είναι.
- Γράφει αυτός ο μαλάκας ποιήματα;

   Δεν έγραφα ο μαλάκας ποιήματα. Σημείωνα και σημείωνω ακόμα. Σε ενα πυροβόλο πρέπει να υπάρχει ακόμα, χαραγμένο, το όνομα Ιωάννα.
   Ο Μπουρ Γκαζάν, έφυγε μετά με απόσπαση στα ΚΑΑΥ . Του έστελνα ανταποκρίσεις, με το τι γίνεται στην μονάδα και κρατούσε αποστάσεις από το μουρλό αυτό εργοτάξιο. Ήρθε λίγες μέρες πριν μας διώξουνε. Έπραξε άριστα. Το τελευταίο βράδυ έκανα μια σούρα καλή και φώναζα μες στο λεωφορείο για την ψυχή και το μεγαλείο του Μπουρ Γκαζάν. Ένα ζευγάρι πρέπει να με κοιτούσε περίεργα και να απορούσε. Στο λεωφορείο συναντήσαμε και έναν από την σειρά μας, ψαρά στο επάγγελμα, ψηλό, σαν λελέκι και με φωνή που ξεκινούσε από τις πατούσες του για να βγει στο στόμα.

- Ήπιατε;
- Τον πάτο μας τον απολυμένο.
- Αύριο μας διώχνουν.

    Ήρθε το αύριο και μας διώξανε. Όλους μαζί, μια βδομάδα νωρίτερα επειδή θα γινόντουσαν εκλογές. Εσύ θα φύγεις ένα μήνα νωρίτερα από το κανονικό. Μην το πεις όμως σε κανέναν. Ας το για έκπληξη. Και αν μετά δεις κάπου φαντάρους, κέρνα τους κάτι.
 



Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Δ.Γ.



   Η πρέσα χάλασε και οι εργάτες βγήκαν ουρλιάζοντας χαρούμενοι έξω. Ο ήλιος ήταν εκεί που ήταν κάθε πρωί, οι επαναστάσεις είχανε γίνει διαγωνισμοί, οι κλειδαρότρυπες, τηλεσκόπια. Μια γυναίκα κομματιασμένη, σκότωσε τον άντρα της που δεν κουραζόταν ποτέ να την σακατεύει, γιατί και εκείνη ήταν άνθρωπος και κουράστηκε να πονάει χωρίς λίγο κέρδος. Οι γιατροί κατέβηκαν σε απεργία και περίσσεψαν ψυχές. Ο Θεός συνταξιοδοτήθηκε μα άλλοι τρώνε τώρα το εφάπαξ του. Οι ακροβάτες της Δημητρίου Μαργαρίτη έχουν χαθεί εδώ και καιρό και λίγο πιο πέρα στην Δημοτική Βιβλιοθήκη, μια Νίτσα ζητάει το Τάδε έφη Ζαρατούστρα. Τόσες χιλιάδες χρόνια και η εξέλιξη του ανθρώπου είναι απλώς ενδυματολογική. . . ακούγεται από κάπου με ικανοποίηση. Οι καταχραστές της δημόσιας περιουσίας, αγνοούμενοι ήρωες, στο πεδίο της ρεμούλας. Δεν θα τους δούμε ποτέ αλλά θα ξέρουμε ότι υπάρχουν, σαν μικρόβια ή άστρα  μπρος στο γυμνό μάτι. Θα τους θυμόμαστε πότε πότε και όταν βρεθεί ορεξάτο κοινό θα τους καταριόμαστε με στιλ, χωρίς να τους έχουμε δει ποτέ.  Ίσως κάποιος οραματιστής. . .

   Είσαι χρόνια στεναχωρημένη και γύρω σου όλοι κάτι γυρεύουν. Έκλαιγες τότε, κοντά στις εκλογές, χωρίς λόγο που μπαίνει στην μαρκίζα και εγώ χωρίς λόγο έβαλα το χέρι μου στο παλτό σου και συ γέλασες τότε και είπες με παράπονο και νάζι ΄΄Μην με κλέβεις. . .΄΄. Νύχτα στην σκατούπολη σου, μακριά από την δικιά μου, να σε κλέβω και μετά να χαρίζω από αυτά που δεν περισσεύουν.

   Χέρια χοντρά και άσχημα που τρέμουν πολύ άσχημα, όπως τρέμανε και του τσακισμένου από την ρετσίνα, Παπαδιάμαντη, μα αυτός ο τωρινός έχει μπροστά του ένα αόρατο πιάνο και παίζει. Ξέρει ότι η καλοσύνη είναι δείγμα δωρεάν και το γέλιο η πιο βαριά μουσική. 

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Σπαράγματα ή το νόημα που πήρες στις πλάτες σου


  Ο πατέρας σήμερα κλείνει τα 53 και τα χέρια του δεν έχουν ηρεμήσει από την δουλειά / αυτά μαζί με την πιο πικρή ποίηση, τον αυτοσαρκασμό, ήταν και είναι οι μοναδικοι του χορηγοί. /// Προχθές ένα μεροκάματο μου έκανε τζα. /// Κοντάρια ορφανά από σημαίες και η δουλειά γίνεται χωρίς μπλα μπλα /// Μετά από μένα δεν θα υπάρξει σοβαρή λογοτεχνία. . . Θα ήταν καλύτερο, έτσι - Μετά από μένα, θα υπάρξει σίγουρα σοβαρή λογοτεχνία. /// Ο Φον Ρεμούλας υπάρχει και υπάρχει όσο καλύτερα μπορεί. Τραγουδάει μέσα στο γραφείο του Εμείς θα ζήσουμε / επειδή είσαστε φτωχοί.  Το ταλέντο του - πέρα από το τραγούδι - είναι ότι πράττει και ποτέ δεν βγάζει συμπεράσματα. /// Λ. - Οι Θεοί παίζουν ντόμινο με τα νεύρα σου και συ καλαμπουρίζεις   /// Χθες στα Γρεβενά, επίσκεψη στον Μους, στο 586 ΤΠ.. Στους τοίχους του Κ.Ψ.Μ. φωτογραφίες από παλιές ελληνικές ταινίες. Νίκος Σταυρίδης, Ντίνος Ηλιόπουλος και άλλοι πολλοί. Μέσα εκεί και δυο τραπέζια για μπιλιάρδο και ένα παλιό ποδοσφαιράκι. Στις τουαλέτες κάτι σιδερένια καζανάκια, The Best New Niagara. Φαντασία στο ξαλάφρωμα. ///  ΦΙΝΑΛΕ - Σκούπισε τα χείλια της στην κουρτίνα της αυλαίας / και χαμογέλασε για να περάσει λίγο η ώρα μου.


Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

1 - σαν πρόλογος

  Πουτάνες πρέζες. . . . φώναζαν από ντουντούκες αλλά νόημα δεν έβγαινε, έμπαιναν στο μεγαλείο σαν συσκευασίες δώρου που ανοίγουν με οξυγονοκόλληση. . .  Τους στήσανε στα τέσσερα και μετά στα πέντε.  Φλυαρούσα να πιω όλη την μόλυνση και είδα για πρώτη φορά ποιήτρια, 1.82 ύψος  και μια Κύπρια  που γυρίζει ταινίες, υπερπαραγωγές με την κάμερα του κινητού της ενώ μια που τα λεφτά της είναι περισσότερα από τα δόντια της, τα δόντια σου και τα δόντια μου, την κατηγορεί για λογοκλοπές . . . Σήκωσα τα χέρια να  μουτζώσω, νομίζανε ότι παραδίνομαι και  δεν μου ρίξανε. Ύστερα μπρος στο απόσπασμα στημένοι στα τέσσερα - ή στα πέντε - έτοιμοι για μια τσαρική φωτογραφία. Το απόσπασμα όμως έριχνε σε ένα γάμο που σχόλασε νωρίς. . . Τα όπλα ήταν σκουριασμένα, το ριζικό μας τρύπιο και πουά, οι εργατοπατέρες μας ορφανοί από πραγματικότητα.

   Η δεσποινίς Φρέζα, ο Φον Ρεμούλας και η συμμορία του, η Ζυμαροπατούρα, ο Μπαμπαταράντουλος, ο Ονειρικός Ματζίρης, ο Σκοταδόψυχος και ο Σκατόψυχος, ο κύριος Μους στα χακί μαζί με λούτρινους προβοκάτορες και διανοούμενοι, ο Βέλγος δικτάτορας από τον Soho,  η μπάντα των Bovine Perspiration, η πατρίδα και η ακρίδα / ( ράγες για τον διάολο - ασανσέρ για το φεγγάρι ) / αυτός ο θίασος, κοντοζυγώνει, απλήρωτος και επαναληπτικά / μαζί με αποτυχημένες αυτοκτονίες και άλλα συμφέροντα / της αφήγησης.

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

9:00

   

   Αμόλα μαζί με δόντια, ομολογία / ο κρότος ο κόπρος ο κόπος / τριλογία κουτσή / κούραση καλή / συμμορίες με τα τσαρούχια / τα υιοθετημένα παιδιά της φύσης, κληρονόμοι εξπρές / από ποιο γκρεμό σε ρίξανε πάλι / να πετάξεις;

 - Όπου τους πετάνε, πάνε κι αγαπάνε / για να φάνε.

   Τα υπόλοιπα ονόματα / μετά / πιο μετά / στις λίστες του Ψυχοσάββατου.







Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Στον Ντίνο

  
   Βούτηξες την κουρσάρα σου, μετά ένα καράβι και τσουπ, ΄΄Όταν ήμουν δάσκαλος. . .΄΄ / και ο κόσμος εδώ μεγάλωσε πάρα πολύ / η πόλη με τα φαγάδικα και τις εκκλησίες  / τα περίπτερα δίνουν τις μπύρες πιο φτηνά από ποτέ / ΄΄Ο Βασιλάκης κάνει στάση σε κάθε περίπτερο και μέχρι να φτάσει στο επόμενο, έχει πιει την μπύρα του και αγοράζει άλλη΄΄ έλεγε η Δέσπω / η Αντιγόνη δεν το έλεγε ποτέ αυτό / γενικά δεν έλεγε αλήθειες ή κάτι που τουλάχιστον το είδε ή το έπιασε  / μια φορά είπε ένα ΄΄Σ΄ αγαπώ΄΄ και μετά ξέρασε. Το κακό ανέβηκε στο στόμα της και πέταξε παντού.

 Ένας Βότσης γυρίζει βαρύς με βιβλία από την πρακτική του / εγώ τα χάρισα όλα / όλα / ούτε ένα δεν υπάρχει και τώρα θα δώσω και την βιβλιοθήκη σε κανέναν να ταΐσει την σόμπα του. Μέχρι πριν λίγες μέρες είχαμε 90 Αυγούστου. Τώρα σιγά σιγά πιάνουν τα κρύα.

   Το κείμενο για τον Ζ., το έστειλα αδιάβαστο.  “Talking about music is like dancing about architecture”. /  Tώρα σκαλίζω τον Captain Beefheart /  με τεσσεράμισι οκτάβες φωνή / και  “Be kind, man – don't be mankind. “.

   Θα ρθω μια μέρα / από 'κει / με ο,τι μείνει από τα ρέστα / να μου πεις τι λες στα παιδάκια και τι θα πούνε αυτά μεθαύριο που θα βγούνε στην αγορά ανεργίας.

   HOOPLA.



Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

κλινκ


 
   Από τους υπονόμους ξεπετάγονται χέρια / μαζί με το Für Elise  / για μουντζώσουν.

. . .
 
   O Φον Ρεμούλας και επιστήμονες κολλητάρια του / με κάτι καταγωγές, ΝΑ / περιμένουν κάποιον να πεθάνει, για το μάθημα της ανατομίας / δεν βιάζονται / περιμένουν. 

. . .
 
   Ο Trevor Charles Howell, σε συναυλία του Frank Zappa στο Λονδίνο, την στιγμή που οι Mothers παίζανε το "I Want To Hold Your Hand" των Beatles, ανεβαίνει στην σκηνή και ρίχνει τον Zappa στο κενό. Τρεισήμισι μέτρα βάθος. Στο δικαστήριο μετά, δηλώνει ότι το έκανε επειδή η κοπέλα του, του είπε ότι αγαπάει τον Frank Zappa. Καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλάκιση. Ο Zappa έμεινε στο νοσοκομείο για έξι εβδομάδες και ήταν σε αναπηρικό αμαξίδιο για ένα χρόνο.

. . .   
 
   Φαντάρος τον Σεπτέμβρη του 1981, το σκάει από την μονάδα του στον Έβρο / για πάει στην συναυλία του Rory Gallagher στην Αθήνα / αφού κάηκε το σύμπαν εκεί, επέστρεψε στο στρατόπεδο, όπου του ρίξανε σαράντα μέρες φυλακή αλλά γλύτωσε το στρατοδικείο.

. . .

  Πληρωμένα μάρμαρα
  Πλατιά ιδρύματα
  Πιο πάνω τα Τάρταρα
  Στον τόκο τα κρίματα.

. . .

   - Μην μου σαλιώνεις το φίλτρο ρε μαλάκα / μην μου πιάνεις τον κώλο όταν ονειρεύομαι.
  - Πάσο.
  - Ηλίθιε.
  - Άι μωρή σαύρα.

   
. . .
 
   ΄΄Δεν έδωσα κώλο / μόνο ένα νεφρό. . . ΄΄ απαντάει στην ερώτηση, για το πως κατάφερε να γίνει η δουλειά του. 




Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

9:46

δεν διαφώνησα, δεν γάβγισα

ούτε το χτύπησα

το είδα πάλι γελοίο

ανθρώπινο

και το άφησα να γυρνοβολάει


τι άλλο.

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

50 - 50 δικά σου


- Άμα θέλεις εσύ και άμα έχω εγώ / όλα δικά μας / κι ανάποδα.

- Κρεμασμένα ανάποδα να στεγνώσουν / να δούνε τα πράγματα όπως είναι.

- Να καθαρίσεις τις ερπυστριές, θα βολτάρουμε απόψε.

- Την είδα, όλοκληρη ένα αφιέρωμα στον εαυτό της / ψάχνει ηλίθιο για ντουέτο.

- Έναν ηλίθιο ιδανικό για αλεξικέραυνο.

- Απλήρωτο και φιλόδοξο.

- Λιγότερο νεκρό και περισσότερο αστείο.

- Μισός ομορφιά και μισός φαρμάκι.

- Μισός από τα χρέη στους γιατρούς που δεν τον κάνανε καλά / μισός και απο σένα που πάνω του τρέχεις να αδυνατίσεις.



Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

παλιά και απλά πράγματα


το δίκιο και
το χώμα του νεκρού
αγκαζέ με
την ειλικρίνεια και την
χαρά του ρουφιάνου

με αυτά χαιρετώ
και ένα δόντι μόνο
κρυμμένο
σάπιο με κυβερνάει.

Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

check


Τις σωστές σφαίρες - πάνω από το κεφάλι σου, μέσα σου - την μουρμούρα
που χτυπάει στο ταβάνι / την γυναίκα σου την γυναίκα σου που κάθε μέρα είναι πιο πραγματική και απλωμένη / τα ποιήματα το χαρτι υγείας τις εφημερίδες / τα μεροκάματα που περιμένουν οι κληρονόμοι / οι εργατομητερούλες / η μεσογειακή διατροφή - επιδοματοφάγοι / χουντικοί και άλλοι νοσταλγοί του rock 'n' roll / ΄΄50 χρόνια πάνω κάτω. . .΄΄ σε όλα /  και ο γείτονας που χτυπάει την πόρτα μας για να πει ΄΄Να κάνετε ησυχία, βαράω τα παιδιά μου τώρα. . .΄΄


Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

4:18


Εργατικά ατυχήματα στην μουσική βιομηχανία, στον καλλιτεχνικό χώρο χωρίς μπουφέδες και αναψυκτικά.

- Του χώρου, ε; 
- Χώρος είναι το μουνί σου και εκεί που παρκάρεις παράνομα το σαράβαλο σου. . . Ούτε χρόνο να σιχαθώ δεν έχω πια και ο άλλος με δαγκώνει, να πάρει ένα μεζέ ή γελάει να για να ακούσει μουσική. . . Όλα πρέπει να περνάνε από τους ώμους μας και τίποτα μπροστά από τα μάτια μας. Καθένας και η σέλα του / μασέλες σκουλαρίκια, κάθε βράδυ, γλώσσες τιρμπουσόν, μείον ένας γυάλινος λαιμός / κάθε βράδυ.


Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

τίτλοι


Χρυσοί καπνοί / γόπα αγκαζέ

 . . .

Déjà vu 
ή 
Το ντέρτι του ζαβού

 . . .

Επιτόπου κληρονόμοι

 . . .

Του Σκορδά το Χάνι

 . . .

Παλάτια και Αντιπαροχή

 . . .

Τα υιοθετημένα παιδιά της φύσης

 . . .

Ευτυχώς, μη διαθέσιμος

 . . .

Χαμαλαρία στις πατούσες σου

 . . .

Αντί για ταξί / ασθενοφόρο

 . . .

Την ημέρα που η Νομική έγινε επιστήμη

 . . .

Θα διόριζες τον Ρασκόλνικα
διευθυντή σε γηροκομείο;


Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

19/10


   Κάποτε ένας αμπλαούμπλας με κοπανούσε κάθε φορά που με έβλεπε / ήμουν 12 13 τότε και για πρώτη φορά είπα στον αδερφό μου ότι κάποιος με πειράζει / ρώτησε ποιος είναι και μου είπε ότι δεν θα το ξανακάνει / ο αμπλαούμπλας μου ήρθε την επόμενη μέρα και με ρώτησε τι είπα στον αδερφό μου / του είπα Γιατί ρωτάς; και μου είπε ότι ο αδερφός μου έπιασε τα μεγαλύτερα του αδέρφια και τους είπε Αν ο αδερφός σας ξαναπειράξει τον δικό μου θα σας δείρω και τους τρεις / και ειδικά τον μικρό θα τον κάνω μπαλάκι. . .  Ο αδερφός μου ο καραβοκύρης.

   Κάποτε ο Σκορδάς με ρώτησε Αν πεθάνω, πόσες μέρες σου δίνουνε άδεια; Πέθανε ένα χρόνο αφού απολύθηκα / μα το εννοούσε.

   Κάποτε η Αντιγόνη αφού άδειασε ένα μπουκάλι βότκα / το κοίταξε μια στιγμή και μου το πέταξε / έσκυψα και πέτυχε την φωτογραφία του άντρα που σήμερα χαίρεται μαζί του ένα παιδάκι.

   Κάποτε ένας γιατρός στο Ιπποκράτειο με είπε / την ώρα που τάιζα τον παππού / Ο παππούς σου πρέπει να έχει μεγάλη περιούσια και κάθεσαι να τον προσέχεις. Του είπα ότι αν απεργήσει θα περισσέψουν πολλές ζωές. Δεν απάντησε, πήγε στο παρακάτω κρεββάτι, σε ένα συνταξιούχο χωροφύλακα και του υποσχέθηκε ότι θα ζήσει για πάντα.



  Χρόνια μας πολλά, Παναγιώτη.

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

δεδουλευμένα, κρατημένα


Η κακία βρήκε το σώμα του να προσγειωθεί / δεν ήταν μόνο οι δρόμοι ανώμαλοι / φώναζε - ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥΣΤΙΚΟ / ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΑΣ ΚΑΚΟΠΛΗΡΩΜΕΝΕΣ - κανείς δεν του έδινε σημασία αλλά δεν τον πείραζε αυτό. . . Βρήκανε τον λυκάνθρωπο να τους κάνει την δουλειά τους. . .  Δεν δίνανε σημασία σε τίποτα. . . Είχανε ετοιμάσει καταφύγια. . . Περιμένανε κάποιος να τους γαμήσει την πρίζα για να έχουν ρεύμα δωρεάν. . .  Όμως πόσους τόννους κουβάλησαν και πόσα χρόνια ζούσαν χωρίς ρεύμα και δημοκρατία; Χωρίς νηστείες, ανθρωποθυσίες υπερπαγωγές, βαρεμάρα, καρκίνο, συνδικαλιστές και θαύματα -  η μουσική υπήρχε και πριν τους μεγάλους και λιγότερους μεγαλύτερους παίκτες, η ποίηση πλανιόταν μέχρι που κάποιος από χώμα αμέτρητο κοίταξε ψηλά απότομα και έπαθε αυχενικό.

Η κακία βρήκε το σώμα του να προσγειωθεί / αν θέλει να πεθάνει μπορεί και μόνος του, φτηνά, χωρίς γιατρούς / αλλά δεν θέλει.

Είχατε χιούμορ / απ΄ όλα είχατε. Απλώς κάποιος, κάπου έπρεπε να πονέσει πολύ.




Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

χαρτούρα


Ο υπουργός κόβει ξύλα
στο γραφείο του ενώ
οι γραμματείς  σηκώνουν
στους ώμους τους
το φωτοτυπικό μηχάνημα

ιστορικές της ώρας 
και μεγάλες όσο
ένα νεκροταφείο
αποφάσεις. 

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

9:45


  Στις εκδόσεις ΄΄Στούμπος΄΄ / και ΄΄το φτωχό κορίτσι μου κανείς δεν θα το πάρει΄΄, τρεις αιώνες πριν που ήθελα μισή ωρίτσα να κοιμηθώ /  όταν τα μούτρα της πέφτανε κάτω κάνανε αποικία στο πάτωμα / και κανείς δεν την έκανε ζάφτι / μόνο εγώ άφηνα λογάκια και έλεγα / τα πρώτα σαράντα και τα επόμενα πενήντα χρόνια είναι τα δύσκολα / της έδειχνα μια παλιά φωτογραφία, σκισμένη στις άκρες, με τρεις κακόμοιρους να κοπανούν με τις βαριές ένα τεράστιο βράχο / κάτω από την φωτογραφία είχε μια λεζάντα με καλλιγραφικά γράμματα, ΄΄Μαθήματα Γλυπτικής΄΄ / - Ρε τους γλύπτες είπε και με ρώτησε για την υγεία μου. Ήμουν καλά και πέντε δευτερόλεπτα πάνω κάτω, πάντα μπροστά από την εποχή μου.

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Γράμμα στην Λουλ


   Σήμερα δεν με ξύπνησε ο παππούς αλλά το διάγγελμα που έβγαλε ο διευθυντής του απέναντι δημοτικού σχολείου. Γκάριζε στο μικρόφωνο κάτι για την ασφάλεια των μαθητών.  Σηκώθηκα και ο παππούς είχε ετοιμάσει ήδη καφέδες για την πρωινή περίπολο. Έκανε και σε εμένα καφέ. Γλυκό, όχι καϊμακλίδικο. Το καϊμάκι το δίνει στην περίπολο.
   Η τηλεόραση λέει για εσχάτη προδοσία. Να μας πούνε για την πρώτη προδοσία, για μια πομπή, για μια παρέλαση όπου γίνεται η προκαθορισμένη μεταβολή και οι έσχατοι γίνονται πρώτοι, οι προτελευταίοι δεύτεροι και πάει λέγοντας.
   Με τον παππού έχουμε φτάσει στο ώριμο σημείο να μην μιλάμε πια. Δεν είμαστε μαλωμένοι. Μένουμε μαζί παραπάνω από μισό χρόνο και έχουμε μάθει τις κινήσεις, τις αντιδράσεις του άλλου. Δεν υπάρχουν εκπλήξεις, δεν υπάρχει σασπένς, δεν υπάρχουν γκρίνιες και δεν θα έχει μάλλον επιτυχία η ταινία μας.
   Στο λεωφορείο που με πήγε Κοζάνη, έκατσα δίπλα σε μια μουνάρα κάπου 80 Μαΐων. Στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής μου έλεγε για τα αχάριστα και άνεργα εγγόνια της, για τα πιο αχάριστα και εργαζόμενα παιδιά της, για την σύνταξη του μακαρίτη που την διαίρεσαν με τα παλαμάκια που βαρούσε στις προεκλογικές συγκεντρώσεις και την μαύρη μας την μοίρα. Με ρώτησε αγριεμένη αν επισκέπτομαι πότε πότε τους παππούδες μου. Ένας μου έμεινε, με αυτόν μένω. . . της είπα και την φαρμάκωσα αλλά δεν πτοήθηκε. Με ρώτησε, μάλλον μου είπε, ότι ο παππούς μου πρέπει να έχει μεγάλη περιουσία. Την φαρμάκωσα πάλι. Ίσα ίσα να βγάλει το μήνα του πάει η σύνταξη, κυρούλα μου. . . Εκεί παραιτήθηκε και πήγε την συζήτηση στο πόσο βολικός είναι ο δρόμος με τα τούνελ για την Κοζάνη. Συμφώνησα και πήρα ένα βιβλίο από την τσάντα. Ευτυχώς δεν με ρώτησε, όπως την προηγούμενη φορά μια λαϊστέρα χωρίς μακαρίτη και σύνταξη, αν ο Ιωάννου ήταν αδερφή. Τώρα όμως είχα έτοιμη την απάντηση. ZOMBY-WOOF, μαντάμ.
   Στην Κοζάνη, είδα και άκουσα τον Βασίλη και την Μαρία, να διαβάζουν σε ένα μαγαζί ξεγυρισμένους συγγραφείς, για τον Έρωτα και τον Θάνατο. Μαζί τους και ο Μπάμπης με μια ηλεκτρική κιθάρα και ήχους καρφωτούς να τους πλαισιώνει. Ήταν ωραία βραδιά. Καθισμένος πλάι στην Πενέλοπε, άκουγα και γέμιζε το κεφάλι μου εικόνες, πράματα χειροπιαστά, όλα στριμωγμένα να διαμαρτύρονται. Στο τέλος της βραδιάς μοίρασα και τα σοκολατάκια του Σεφεριάδη.  Πιο μετά πήγα στο φαγάδικο-ειδών-χειρός που δουλεύει ο παλιός συν-χαμάλης, τότε στα χακί, Πλιάτσος. Θυμηθήκαμε τα χαμαλίκια που κάναμε και τις υπηρεσίες που έβγαζε. Συμφωνήσαμε ότι ήταν δίκαιος.
   Την επόμενη μέρα γύρισα στην Θεσσαλονίκη. Στο λεωφορείο έκατσε δίπλα μου μια κοπέλα που της άρεσε το παλτό μου. Μου το είπε και την ευχαρίστησα εκ μέρους του. Μετά από αυτό δεν είπαμε τίποτα άλλο. Εκείνη έπαιξε με το κινητό της και εγώ διάβασα δυο ιστορίες βάλσαμο του Ουναμούνο.
  Το καλό, το καλύτερο το νέο μου το έσκασες προχθές το βράδυ στα μούτρα και εγώ αντί να καταριέμαι ή να ξυπνήσω τον παππού και να του πω ότι ξεκίνησε ο εμφύλιος και ότι τα βουνά είναι κοντά, σου έστησα μια ωραία παράσταση. Έβαλα τον πρωταγωνιστή με το τίποτα να πετάει στο μολυσμένο αττικό ουρανό και την καλή του να ξεφλουδίζει από ευτυχία και ετεροχρονισμένες ανασφάλειες. Ντεκόρ τα ραπανάκια και οι μπανάνες. Γελούσες και κρατούσες φράσεις για την επόμενη μέρα. Αυτά όμως χάνονται και δεν θα βρεθούν, επειδή ξέρουν ότι θα έρθουν άλλα, πιο επίκαιρα και σωματικά.
  Να, μόλις ξανακούγεται το διάγγελμα του διευθυντή. Τώρα τους λέει ότι έχουν πετρέλαιο να ζεστάνουν τις αίθουσες. Τα μαθητούδια είναι έτοιμα να φωνάξουν ΑΝΑΠΤΥΞΗ αλλά δεν ακούγεται τίποτα τέτοιο.



  

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

ΒΕΡΕΣΕΔΙΑ ΚΑΙ ΛΙΠΑΣΜΑΤΑ


  - Cletus Awreetus-Awrightus.


  - ; 


   - Ήταν όμορφα εδώ / ήταν όλα χαλασμένα μα σε σωστή σειρά / περπατούσες και έβραζες αλλά φυσούσε / παγωνιά / και έλεγες ΄΄αυτοί οι άνεμοι για μένα δουλεύουν, είναι δικοί μου και με αγαπάνε γιατί τους αφήνω όπου θέλουνε να πάνε. . .΄΄



   - Το μισό άρρωστο και μουδιασμένο να παίρνει την ευθύνη του άλλου μισού, του μεθυσμένου που κυλάει / τα συμφέροντα δεν μας βρήκανε ακόμα / χρόνος υπάρχει και χωρίς εμάς / οι καρδιές μας χτυπάνε και χωρίς εμάς / όταν με κουβαλάς, πρόσεχε μην με ξυπνήσεις.


   - Θα είναι ένα μικρό βιβλίο σαν σημειωματάριο για αυτά που δεν ξεχνάς / που είναι δίπλα σου και χτυπάνε ξύλο ακριβό / που ξέρουνε το τέλος αλλά όχι τους τίτλους του / τίτλους κληρονομικούς / νέες ιδέες, όχι χαρτζιλίκι λιχουδιά μα κληρονομιά επί τόπου να πασπατεύουμε, να την μασάμε με δόντια δανεικά / κάποιοι κληρονομούν τα παιδιά τους / από τα χρόνια τα παλιά / με τις πόρτες τις ξεκλείδωτες, τους καβαλαραίους να φεύγουν από τα παράθυρα και τις γυναίκες στα πίσω δωμάτια.


  - Βερεσέδια και Λιπάσματα , αυτός θα είναι τίτλος και ο,τι διαβάσετε, θα είναι αλήθεια μα πιο πολύ ζημιά.


Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

σημείωση 247


   Στο λεωφορείο χθες, ήσουν ολόκληρος ένας πόνος. Χωρίς γκρίνιες, γκριμάτσες, ήσυχος επειδή βρήκες μια θέση να κάτσεις.  Άνοιξες την τσάντα να βρεις κάτι να διαβάσεις μέχρι να φτάσεις σπίτι σου και τότε χτύπησε το τηλέφωνο.

   - Συνταγματάρχης Μπόγος. . . λες και η άλλη το κλείνει κατευθείαν. Το έφαγε; Περίμενες να σου απαντήσει ΄΄Λοχαγός  Χατζηγρηγόρη΄΄ αλλά το έκλεισε. Η γριούλα απέναντι σου σε ρώτησε αν φοράς περούκα.
   - Όχι. . . Εσείς;
    Έβρισε. Σεβάστηκες τα παιδιά και τα εγγόνια της που περιμένουν την σύνταξη της και δεν είπες τίποτα. Βρήκες ένα βιβλίο στην τσάντα και άλλαζες την σειρά των λέξεων. Έβαλες το ΄΄σκαμπάζω΄΄ μπροστά από το ΄΄σκατά΄΄ και το ΄΄ιδιοφυής΄΄ πίσω από το ΄΄κολονοσκόπηση΄΄ . Την ΄΄Αγάπη΄΄ την άφησες στην θέση της. Όπως και τον ΄΄τσιλιβήθρα΄΄, τον ΄΄Μπαμπαταράντουλο΄΄ και την ΄΄Ζυμαροπατούρα΄΄.

   Σκεφτόσουν αν ο συνταγματάρχης Μπόγος ήταν στο πυροβολικό ή στα τεθωρακισμένα. Μπα, στο μηχανικό θα ήταν.

   Οι πόνοι συνεχίζονταν αλλά το εισιτήριο το είχες χτυπήσει.




Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Στον Νίκο Β.


δεν έχουμε και λέμε

Τριμμένος ο καβάλος, το ύφασμα εγκαταλείπει από μόνο του κι αφήνει μόνο του το σώμα / αισθήματα της ώρας / παραγγελιές και τρέλες πάνω από το κεφάλι σου / χορός συρτός πάνω σε αυτούς που σέρνονται / οι αρχαιολόγοι, οι αντί-νεκροθάφτες, οι λιπασματοποιοί  / παραγωγή, ωχρό σουξέ / επιδόματα μετά θάνατον ( ούτε πως να πεθάνουμε, δεν μάθαμε, Νίκο ) /  χορός συρτός πάνω σε αυτούς που σέρνονται, δεν έχουν που να πάνε, δεν ξέρουν και έτσι επιστρέφουν, κάθε φορά πιο γρήγορα και πιο σωστά, τσακισμένοι, πιο γνωστικοί  / ιστορίες απίστευτες με πολλούς πιστούς / ο χασάπης πουλάει το χοιρινό για μονόκερο / κουλουρτζήδες πριν το ξημέρωμα με αλκοολικούς σε νταλαβέρι / παιδική ανεργία / μη παρακρατικές οργανώσεις / εισιτήρια στα νοσοκομεία ( το λογικό και πρακτικό θα ήταν να πλήρωνε κανείς το εξιτήριο / θα έπεφτε κάπως και η θνησιμότητα ) / όλα βγαίνουν σιγά σιγά με ευγένεια εξελιγμένη / χτυπάνε αφού μπούνε / ταιριάζουν όλα γάντι  / δηλαδή δεν αφήνουν αποτυπώματα / εκ του ασφαλούς στο ύψος των παραστάσεων.



Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Φελίνα 1,57


    Στο φεστιβάλ να μοιράσουν και να μην μοιράσουν βραβεία / πίσω πίσω στην αίθουσα εκδηλώσεων φίσκα με όσους αγαπάνε τον κινηματογραφικό μπερντέ και τις λεπτομέρειες του παρασκηνίου / είμαστε φίλοι της δημιουργού που διαγωνίζεται και κάνουμε όλοι μαζί μια πολιτισμένη κερκίδα. Ανάβω τσιγάρο και ένας πιο βαρύς από μένα μου λέει να το σβήσω / πάω να το σβήσω πάνω του αλλά φεύγει / θα τον πετύχω μετά να του πω ποιος κέρδισε.
   Η ταινία παίρνει το πρώτο βραβείο αλλά εκείνη δεν είναι εκεί να το πασπατέψει στα χέρια της και να σκάσει χαμόγελα τριγύρω. Ο άντρας που την αγαπάει είναι εκεί να το παραλάβει. Λέει κάποια λόγια που έχουν σημασία.

  Θα είμαι σύντομος επειδή σε δέκα λεπτά πρέπει να είμαι στην δουλειά μου. Έχει ματς σήμερα και οι παραγγελίες θα είναι πολλές. Μόνο ένα πράμα να πω. Η καλή μου αφιερώνει το βραβείο, όχι σε μένα αλλά στο συνεργείο της ταινίας που χωρίς αυτούς δεν θα υπήρχε η ταινία. Επίσης δεν θα υπήρχε και η ίδια στην φυλακή αφού το συνεργείο την μήνυσε για τα μεροκάματα που δεν τους κατέβαλε. Για αυτό, το βραβείο αυτό, το συνεργείο να το βάλει όπου του αρέσει. Ευχαριστώ.

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Πάλι

  
  Ο παλιός μου πεθερός / συνταξιούχος γκεσταπίτης / και μετακομίσεις / πολλές μετακομίσεις / με περισσότερα πράγματα κάθε φορά και κάθε φορά ψηλότερα / πέμπτος όροφος, έκτος όροφος, με ένα ασανσέρ που χωράει μόνο τον ενοικιαστή του σπιτιού / θυμάμαι τον πατέρα να μου λέει για ένα πιάνο που ανέβασε στις δωδεκαόροφες  στην Λαγκαδά / ΄΄Ωραίο όργανο το πιάνο, αρκεί να μην το ανεβάσεις δώδεκα ορόφους΄΄ / βαριά μουσική παιδεία / δόξα και τιμή στην χαμαλαρία.

  Ο παππούς πονάει και ρίχνει πάνω του ούζο και κάνει εντριβές και σκέφτομαι τον άλλον παππού τον Σκορδά / που έλεγε ότι νερό πίνουν μόνο τα γαϊδούρια /  και έριχνε μέσα του το ούζο - μόνο ούζο, όχι τσίπουρο / για να κάνει κεφάλι και να ανεβάσει την πίεση της γιαγιάς. Ο Σκορδάς γενικά ανέβαζε την πίεση των άλλων / δεν φώναζε όμως ποτέ, δεν γελούσε ποτέ / εκτός από μια φορά που με ρώτησε κάτι και του είπα ΄΄Παιδιά είμαστε, ρε παππού;΄΄ και μια άλλη φορά που ανακάλυψα ότι δεν ήταν στην ανατίναξη της Γέφυρας του Γοργοποτάμου με τον Ζέρβα, τον Βελουχιώτη και τον Γουντχάουζ.

  Πάλι στις μετακομίσεις των άλλων / γυμναστική με ανιδιοτέλεια και καλαμπούρια / σαν σερβιτόρος χωρίς δίσκο, μπουκάλια, ποτήρια και ρέστα  / από δω, εκεί / από εκεί, πάντα πιο πέρα και πιο ψηλά.

  Μια μέρα θα τα βάλω στην σειρά αυτά τα πράγματα  - ένα τσέλο, πίνακες ζωγραφισμένους με κέφι, πενηντάρια οπλοπολυβόλα, την νεκρή νύφη του Burton, ένα υπέρδιπλο στρώμα για μάχες σώμα με σώμα και νταλαβέρι μπες - βγες συμβατικό με προοπτικές 70 τ.μ., με λογάκια και ρόλους ( από την Τριανδρία μέχρι την Μελενίκου με άλλους πέντε, πάνω στους ώμους μας, σαν επιτάφιος και οι οδηγοί δίπλα μας να κορνάρουν και να φωνάζουν στην πομπή μας), ψυγεία,  χαλιά, πλυντήρια,  κολώνες αλουμινίου, μπουκάλια γεμάτα και μπουκάλια πιο άδεια, βαλίτσες φίσκα στα χειρόγραφα και ανθρώπους χειρόγραφους στα τέτοια αυτών που βγάζουν νόημα, συμπεράσματα και ψυχές - όλα σε μια σειρά, να φτάνουν ως την πόρτα σου / θα είναι όλα εκεί /  η μέση μου θα ξέρει ακριβώς πόσο ζυγίζει το καθένα / και αυτό θα είναι το μόνο που θα ξέρω.


Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

μισή εξορία


 απολύεστε

 να πάτε αλλού

 να πεθάνετε

 αν μπορείτε.


Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

σημείωση 244


 Δεν είχαμε θέμα και βγάζαμε ατάκες τάκα τάκα / στίχους σαν στραβωμένα καρφιά ματωμένα, να τα ισιώσεις δεν συμφέρει / υποθέσεις  / π.χ. Ο Ρίτσος στο ΄΄Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας΄΄, εννοούσε λάκκους; Τάφους; Αυθαίρετα πλάι στο κύμα; / Ποιος ξέρει; Ποιος φταίει; / Όλα θα βρεθούν αρκεί τα θύματα να μην λιγοστεύουν / Ροζ γραμμή παραγωγής θυμάτων / Τρελοί που δεν τους μαζέψανε άλλοι τρελοί ακόμα - ο λιγότερος τρελός μαζεύει και όσοι νικούν / θα μας δουν / εμείς δεν θα τους δούμε / θα τους διαβάσουμε πάλι / γραμμένους στα μαρμάρινα σκαλιστά αρχίδια της ιστορίας / πλάι στους κομπάρσους που κάνουν τα μπαχάρια σε όλη την υπόθεση / εκείνους που περνούσαν τυχαία και είπαν να φάνε το κεφάλι τους / εκείνους που οι σύντροφοι τους / δεν τους ξυπνούσαν να πάνε στην δουλειά / γιατί ήταν άνεργοι / όταν η ανεργία δεν ήταν στην μόδα / και οι κανίβαλοι δεν είχαν βγάλει ακόμα βιβλίο με συνταγές μαγειρικής και τρόμου.

ορίστε;

πολιτισμός είναι

το χαρτί υγείας

είναι να δίνεις την σειρά σου

μπροστά στην καρμανιόλα

είναι συμμαχία μπροστά

στο θύμα στο λίπασμα το ανθρώπινο
 
να βγάλει η μαλακία ανθό

είναι να έχεις βρύση σπίτι σου

να πλένεις τα ματωμένα σου χεράκια

να μιλάς να μιλάς και όλοι

να σε ακούνε με γεμάτο το στόμα
 
είναι ΄΄είσοδος ελεύθερη΄΄

και έξοδος από τα παράθυρα

τόκος 10% στην καλύτερη ζωή.





Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

βερεσέδια



από τα πόδια κρεμασμένος
περιμένει
τον κόσμο να γυρίσει ανάποδα

ο άνθρωπος ανάμεσα σε δυο
περιόδους ειρήνης, σε δυο
μεροκάματα, σε δυο
βασανιστές - ο ένας πιο σπουδαγμένος από
τον επόμενο  τα πτώματα, αρωματικά
ιστορίας και χώρου, το τομάρι, τύμπανο για τραγούδια
πιο ερωτικά
από παράπονα και δικαιώματα - με τα
σπασμένα πρώτη φορά να πληρώνουν τα ίδια
για εκείνα.


. . .


ο,τι ήταν να μάθουν το έφαγαν
πριν έρθει
και τώρα με μια κωλοτούμπα
τιμούν τα ξεπερασμένα της ώρας
που βρήκαν πάνω τους
να ταξιδεύουν.


Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

π.

τα αίτια ήταν φυσικά
για να ΄χουμε  την αιτία στο τσεπάκι
κάθε στιγμή

τη γυναίκα σου
με τα φώτα της βολική
λιγότερο ηλίθια
από αυτούς που μετρούσε
- μέχρι εκατό -
και αγαπούσε μετρημένα

διαιρώντας

να γελάμε για δεκαπέντε χρόνια
ή στον επόμενο αγώνα.



Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Χελώνες

Ένα καρπούζι κυλάει δίπλα από την Αρχαία Ρωμαϊκή αγορά - το πιάνω το σηκώνω και το δίνω στον Παππουλάκο που ρουφάει κιμπάρης τον καφέ του. Σαν ρολόι μου λέει με ένα σπάνιο ρυθμό, Ευχαριστώ, Ευχαριστώ. . . Συνεχίζω την ανηφόρα, δυο βαριά βυζιά  κατεβαίνουν εναντίον μου και εγώ κοιτάω σαν να χαζεύω τα αρχαία που δεν πρόλαβαν να πουλήσουν. Δεν περιμένω πολλά από τον περίγυρο αλλά δυο χελώνες περιμένουν να της ταΐσω και της αλλάξω νερό. Δεν είμαι ο Δαρβίνος ή ο Aqua-man αλλά τα καταφέρνω. . . . Στην Αγίου Δημητρίου. . . . Εκεί, στον πρώτο όροφο, ανοίγω όλα τα παράθυρα να αεριστεί το σπίτι, σφουγγαρίζω και μου τρέχουν τα σάλια μπρος την βιβλιοθήκη του συνθέτη. Κατεβάζω σαν τρελός βιβλία και ευλαβικά μπύρες που κοστίζουν λιγότερο από ένα μπουκάλι καθαρό οινόπνευμα ή μια πράξη φιλανθρωπική, φορολογημένη.

Μια στιγμή πριν τσιγαρίσει ο Σκορδάς, να τον βάλεις δίπλα σε ανθρώπους, να πάρουν γεύση, να τους κατέβει η πίεση και να φύγουν τα βαμπίρ ή αυτοί που δεν θέλουν να μοιάζουν με ότι νοιάζεται ή με ότι ξυπνάει πριν τις δώδεκα ή αφού σταθεί στα δυο του πόδια.

Τα χελωνάκια με φωνάζουν με το όνομα μου. . . Δεν απαιτούν επειδή τα φροντίζω. . . Δεν φεύγουν τρέχοντας επειδή η κούτα με το νερό είναι πιο πέρα από τις δυνατότητες τους. . . Αυτά είναι απ΄ έξω ή εγώ; Το δεύτερο βέβαια, επειδή κρατάω την τροφή τους μέσα στον κύλινδρο και η γυναίκα μου ξέρει σε μιάμιση γλώσσα το όνομα μου, χώρια τα σάλια και ο λίβας να γλιστράνε τα λογάκια.

Η γυναίκα μου η ζυμαροπατούρα.






κ.



η κοιλιά σου μόνο μένει
και επιπλέει
μου γκρινιάζεις
να θυμάμαι ότι υπάρχεις
να θυμάμαι τι δεν φάω
και
τι θα πω σε αυτόν που δεν θα στρώσει
για να με ξαπλώσει.

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

γ.


ανοίγεις το στόμα σου, το σάπιο τούνελ σου
αντί για τραγούδια βγαίνουν βερεσέδια
παρελαύνουν ρουφιάνοι που ζητάνε δίκιο
σε γεύσεις πολλές / τους στέλνουν στον Άδη
από τον δρόμο τον καινούργιο
τον καλό.

τα εισιτήρια στα δόντια
τα ένσημα στην φαντασία

ένα κιλό γαλόνια
χώρια η μαλακία

 - μας είπε ένα πουλάκι πριν το πυροβολήσουν
και το κάνουν τοιχογραφία στον τοίχο που
δεν λέει να πέσει να μας πλακώσει.

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

μεταξύ

- Η παλιά μου γειτονιά.
- Ακόμα εδώ μένεις, ρε.
- Εννοώ τους γείτονες μου τους παλιούς. 
- Μπορείς να μην εννοείς; Είμαι κουρασμένος, είναι και αργά. . . Ποιοι παλιοί γείτονες, ρε; Όλοι εδώ είναι, όπως και εσύ και καμαρώνουν, ανάθεμα με γιατί.
- Ίσως που μείνανε σταθεροί στις απόψεις τους.
- Στην ζωή τους μείνανε σταθεροί. . . Όταν κλείνουν οι πόρτες κοπανιούνται ή βλέπουν τηλεόραση.
- Θα πάω να ξηλώσω τις κεραίες όλες το βράδυ. 
- Καλή ιδέα. . . Αλλά θα βρουν κάτι άλλο. . . Μπορεί και να σκοτωθούν. . . Να αραιώνουμε λιγάκι.
- Καλοί είμαστε. . . Όταν γίνουμε περισσότεροι, θα γίνουμε καλύτεροι. Θα θέσουμε βάσεις για κάτι καλύτερο, βελούδινο και καθημερινό, οι κόποι μας θα είναι θεμέλια, τα λόγια μας τρόφιμα, στολίδια. . .
- Και τα αρχίδια μας, σημειωματάρια και οι γυναίκες μας αποθήκες φίσκα από χαμάληδες και εκρηκτικά. Άντε βρε, χαζέ. . . Στρώσε να κοιμηθώ και φώναξε μου την καλή σου να μου κάνει αέρα, να την ρωτήσω για χιλιοστή φορά τι σου βρήκε και σε ταϊζει. . .

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Σούλης Ντάλης

   Δεν υπήρξε ηγεσία να μας σουλουπώσει, ζυμάρι άνοστο ήμασταν και έτσι κάναμε τα δικά μας, αυτοσχεδιάζαμε μες την βλακεία και όση αφέλεια αφήνουν οι γονείς, τα φροντιστήρια και το τζαμπατζίδικο πορνό. Δεκαεφτά, δεκαοχτώ χρονών παιδιά, στην κατρακύλα της Γούναρη, δίπλα στο τελευταίο περίπτερο.
   Καλοκαιράκι, με μικρούς σεισμούς. Σε κάθε δόνηση, η ερώτηση ΄΄Ποιος εφετζής γαμάει;΄΄. Έτρεχα να πάρω κρέπες, ένα ευρώ τη μία. Μπουκωμένη με μερέντα και στην πρώτη μπουκιά, ένιωθες την φέτα, την τυρίλα να σου καβαλάει τον ουρανίσκο. Κάθε προσφορά και μια παγίδα.
   Δίπλα μου ο Σούλης Ντάλης, με ένα μέτρο μαλλί, ίσιο και βαρετό. Απο μακριά μοιάζει με κορίτσι, από κοντά με διάολο σαράντα κιλών. Εχώ τα διπλά και παραπάνω κιλά απο εκείνον, μαλλούρα σγουρή και μια γυναίκα να μου ετοιμάζει προσφορές. Δεν με ενοχλούν πολλά. . . Μόνο τα δικά μου. Ανάποδος εγωισμός, αυτοεκτίμηση στα υπόγεια και οι μπύρες φτηνές, πιο φτηνές από ένα πακέτο προφυλακτικά ή μια έκτρωση. Έχω βγάλει και ένα βιβλιαράκι με σημειώσεις μέσα σε ένα θάλαμο, με τον παππού χωρίς λαρύγγι και μια πρώην σοβιετική νοσοκόμα που στις εφημερίες της παίζαμε ξύλο.
  Ο Νταλης με χαμηλωμένο το κεφάλι και το μαλλί σαν κουρτίνα να του κρύβει το πρόσωπο. . . Πονάει, φωνάζει, γκρινιάζει. . . Μια νταρντάνα, που λιώνει για εκείνη, από τις δυτικές συνοικίες με τα πυρηνικά και τα άλλα ωραία, του τηλεφώνησε και του ξεδίπλωσε το βαρύ της δράμα. . . Ότι είναι πολύ καλός. . . Ότι την πιέζει. . . Ότι έχει και άλλα πράματα να κάνει. . . Μόνο που δεν του είπε ότι η ζωή είναι μικρή και ο,τι προλάβουμε. . . Δεκαοχτώ χρονών και εκείνη. . . Την είδα και εγώ μια φορά σε ένα τραπέζι, πρωτοχρονιά με μια ποδοσφαιρική ομάδα πίσω της, έτοιμη να σκοράρει. . . Μες το χαμόγελο και την βεβαιότητα. . . Την ζήλεψα, τότε λίγο. . .
   Τον έχω δίπλα μου τον Ντάλη, να πονάει, να έχει κόψει την ομιλία και να κοιτάει τίποτα. . . Με σκοτώνει και του λέω μεθυσμένος, νιώθοντας τον πόνο του και νιώθοντας τα πόδια μου γερά ακόμα, τι θέλει για να χαρεί, λίγο να χαμογελάσει, να ανοίξει το στόμα του να πούμε κάτι, να προχωρήσουμε το πράμα και όχι κάθετα.
  Τότε μου δείχνει μια κοπέλα που περνούσε από εκεί με την φίλη της.

- Να μου την φέρεις.
- Να στην φέρω;
- Ναι, εδώ, την θέλω. . .
- Εντάξει. . . .

  Πήγα τρέχοντας. . . Έσκασα ευγενικά μπροστά στις δυο κοπέλες και είπα ΄΄ Καλησπέρα σας. . . Μην φοβάστε. . . Τον βλέπεις εκείνο τον ξέμαλλο εκεί; Ε, θέλει να σου πει κάτι. . . Αν μπορείς πάνε να τον ακούσεις και μετά κάνε ό,τι θες. . . Χτύπα τον, χλεύασε τον. . . Φτύστον αν θες και για βοήθεια έρχομαι εγώ και τον φτύνουμε μαζί παρέα μέχρι να πνιγεί. . .΄΄

 Πέτυχε. Γέλασε και πήγε με την φίλη της δίπλα του. Συστήθηκαν, πιάσανε κουβέντα και μέσα σε ένα εικοσάλεπτο την πήγε στην Ιπποδρομίου για μάχη σώμα με σώμα. Γύρισαν μετά από λίγο. Εκείνη μας χαιρέτησε, πήρε την φίλη της και έφυγαν με το τελευταίο τρένο για Κατερίνη.

   Τον είδα να χαμογελά και χάρηκα μα ο κερατάς γλυκάθηκε με την τύχη που μας έδερνε και μου είπε ΄΄Να πας πιο πάνω, κοντά στην Βιβλιοβάρδια, είναι εκεί μια ξανθούλα, παρέα με πάνκηδες. . . Όταν κατέβαίναμε με κοίταξε. . .Πάνε να την φέρεις. . .΄΄

   Χαμάλης ήμουν τότε, όπως είμαι και τώρα. . . Κουβαλάω και σου φέρνω ό,τι θες. . . Έτσι πήγα, μπήκα στους πάνκηδες και την πήρα μισοψημένη για τις τρίχες και την μουράκλα του και του την πήγα. Ακολούθησε επανάληψη του έργου. Γνωριμία, κουβεντολόι και μετά στην Ιπποκράτους.

   Και χαιρόμουν γιατι χαιρόταν. Και ο ρόλος μου ήταν κάτι ανάμεσα σε νταβατζή και υποβολέα και γέλια πολλά να έχουμε στα χέρια μας και να λέμε τώρα. . .




Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

΄΄δικός μας, ρε΄΄

 
Αυτός και την πέτρα από τα νεφρά του
θα έβγαζε να πάει στον λιθοβολισμό.


Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

Π.

  
  Δεν ήμουν εκεί, ήμουν εκεί που με βρίσκεις πάντα όταν σου κρύβομαι, αλλά είπε του είπε ο καθηγητής του ΄΄ Όσο ζω θα σε κόβω ρε΄΄. Έτσι ακριβώς. . . μάλλον του το πε.  Όμως και ποιος δεν πεθαίνει. Τον βρήκανε μετά καμιά βδομάδα σπίτι του. Κίρρωση ήπατος. Πάει ο καθηγητής, αδιάβαστος. Στην θέση του θα ερχόταν κάποιος άλλος, ίσως πιο αντιπαθητικός, ίσως πιο καρμίρης, με συκώτι όχι κρασάτο μάλλον, έτοιμο για το τηγάνι. Εκείνος όμως αφού τους χώρισε ο θάνατος, πέρασε το μάθημα και τράβηξε για τις θάλασσες να βγάλει το ψωμί του.
 

Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

536


λίγη καλοσύνη
λιγότερη καλοσύνη

λιγότεροι κάθε μέρα

 - Εποχή; Την χώρα, τις μαλακίες ή τα κόκαλα μου να αφήσω; Τα γραφεία τελετών απεργούν ποτέ; Ο Θεός ξύνεται; Στην γκρίνια κάνεις σκόντο όπως οι γιατροί στον δικό μας πόνο; Ο Μένγκελε έπαιρνε φακελάκι; Ποιον άφησες ατάιστο και τώρα έρχεται με επιχειρήματα να σε φάει; Γιατί σε κοπανάνε όταν λες ΄΄καλημέρα΄΄; Ένας δίσκος με ποτήρια; Ένας δίσκος με τραγούδια ή δίσκο να βγάλω καθρέπτη, να μου δώσεις κάνα ψιλό να σε θυμάμαι;  - 

λιγότερα τα λίγα μου, λίγδα μου

ωραία μέρα.

Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

΄΄από την αποχή σε μια εποχή των απόψεων κτλπ κτλπ΄΄





   Στο μυαλό είναι τα μισά . . . . Το μυαλό δεν το ξετυλίγεις σαν δώρο, σπας πρώτα το κεφάλι και χύνεται σαν γλυκό του κουταλιού για όποιον θέλει. . . λέγανε.

  
  Ο εργοδότης του Κωμικού και του γελοίου, ο Χρόνος και όσοι δεν πρόλαβαν να τον σκοτώσουν και τα παιδιά αυτών που δεν τους μοιάζανε. . . πολύ.

  Ποιος κερδίζει; Ποιος μας γαμάει τα αυτιά, με αυτή την υπέροχη μουσική; Γιατί ο κύριος που δεν χωνεύει τα άντερα του κρατάει όπλο; Το έθνος, πότε εφευρέθηκε;  Οι μαλακίες όταν χάνονται και δεν πάνε σε εγκυμοσύνες ή να ψηφίσουν, που καταλήγουν; Τι απέμεινε από την κυρία με τα εκατό κιλά που κάποτε με αγάπησε;



  Περιμένοντας να σφίξει το σκατό, να αποκτήσει σχήμα και ηθική, μακρινούς συγγενείς, προτελευταία κατοικία. . . Δικαιώματα, δικαιώματα παλαβιάρικα που θα κάνουν θόρυβο. . . Και θα γυρίσει από εκεί που το εξόρισαν, να απλωθεί, να μαγκώσει στην πατρίδα που τον γέννησε και να γίνει ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΕΝΑ ΜΕ ΕΚΕΙΝΗ.



               Τα καλύτερα σου αστεία ήταν αυτά που δεν είχαν στόχο. . . Όμως βαρέθηκες να περιμένεις όπως οι νάρκες που ξέμειναν από τον πόλεμο.


. . .  


         Τα δάχτυλα του, πινέλα, η γλώσσα του, σπάτουλα και ο πούτσος του κομπρεσέρ. . . μου έλεγε η ατραξιόν της περιοχής για αυτό που της έτυχε, τότε που γύριζα να μου λαδώσουν τις κλειδώσεις. Ήταν ευτυχισμένη και εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για αυτό.
  

. . .

παρένθεση
   για τον Γιώργο Φ.


   ΄΄ Όπου κι αν πάω η Ελλάδα με πληρώνει΄΄ ήθελε να πει, ο Σμυρνιός αλλά τον στένευαν του Ικάρου τα φτερά και η σκορδαλιά που ο Καββαδίας ένα βράδυ τον φίλεψε κρυφά από την Μαρώ.
. . .



παρένθεση 2


για την Γεωργία Δ.


       Την βρήκε εύκαιρη και καλοπροαίρετη, 1,82, σαν τα κρύα τα νερά που ξεδιψούν και δεν πνίγουνε κανένα καημένο, να της πετάξει ένα ΄΄Τα ποιήματα σου βουλιάζουν. . . Δεν πιάνουν μια. . . Κακώς τώρα τα λέω ποιήματα. . . Ούτε σαν διακόσμηση ή κάτι να μασάς  ( τσίχλα με γεύση κουτόχορτο ή επιτυχία ) δεν κάνουνε. . . Λογάκια μόνο, κολλητά το ένα με το άλλο. . . Αυτό αλλά. . .Δεν,δεν, δεν, δεν. . . ''
       Εκείνη όμως σχεδόν χαμογέλασε και του είπε ΄΄Ναι, μέσα στο θέμα είσαι. . . Το περβόλι μου δεν βγάζει ο,τι θες, στις γεύσεις που δεν σου πρήζουν τα ματάκια σου με εντυπώσεις και θαυμασμό. . . Όμως για σένα δουλεύω και δεν πληρώνoμαι. . . Όλη μου η σκαρταδούρα παρκάρει δίπλα στα δικά σου διαμάντια. . . Και εκείνα νιώθουν ότι είναι εντάξει, ότι εκπληρώνουν - χωρίς να πληρώνουν την θέση τους στην ιστορία μας την φτωχομπινεδιάρικη. . .΄΄


. . .


      - Ναι, ναι. . . Δεν έβαζε ποτέ νερό στην μπύρα του. . . Είχε έναν ανεμιστήρα στην πλάτη, αντί για φτερά και πετούσε μέσα στο σπίτι του.
      - Πως το έκανε αυτό;
      - Ξέρω εγώ; Σπίτι του ήταν, ό,τι ήθελε έκανε. . . Εγώ πάντως ο,τι είδα, λέω. . .
      - Χαφιέ. . .
      -  Ειλικρίνεια πάνω από όλα. . . Και δεν βγάζω μια. . . Από τότε που έφαγα την κουκούλα μου και σκέφτηκα πόσο ευαίσθητη είναι η επιδερμίδα μου. . . Τόσο ευαίσθητη που σκέφτεται από μόνη της και βγάζει συμπεράσματα. . . Πάνω της θα δεις φράσεις και μουσική. . . Από κάτω της έναν ηλίθιο να αγχώνεται για αυτά που γίνανε πιο πριν. . . Τότε που ξυνόσουν  και έλεγα ΄΄ Ότι η καύλα είναι μια φαγούρα΄΄  ενώ ρίχνανε χρυσόσκονη στο υπόθετο. . . Μαγεία στην γκρίνια. . . Καραμέλωναν την πούτσα. . . Αλλά δεν θα μας σκοτώνανε ολόκληρους. . . Μόνο την ώρα μας.



. . .


        Τόσο έξυπνες στιγμές, καμιά δεν θα γίνει Ιστορία. . . Όμως θα ακούσετε ο,τι θέλετε, παραγγελιά στημένη στα τέσσερα και το νόημα να βγαίνει ξινό.