Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

το σακατεμένο φινάλε




   Πήγα να στείλω αδιάβαστο το μπουκάλι στην άσφαλτο, ήμουνα σίγουρος - δυο τρεις φορές το χρόνο, δεν το παρακάνω -  ότι αν σκάσει στην άσφαλτο θα ακουστεί το όνομα της. . . Αλλά με συγκράτησε ο καλός της. . . ΄΄Άστο, άστο το ρημάδι. . ΄΄ Το πέταξα σε ένα κάδο και άκουστηκε ένα φτέρνισμα. Ο τρίτος της παρέας, θρονιασμένος στο πίσω κάθισμα της κουρσάρας, έβραζε και έβριζε από μέσα του. ΄΄Ο χρόνος είναι μια πλάνη, καριόλα πλάνη όπου είμαστε με ένα πλεκτό στα χέρια και μια γελοιογραφία στην μάπα. Σώματα κρουστά και σώματα βουβά. . . Έχεις ένα τσιγάρο γιατί βαριέμαι να στρίβω;΄΄ Έλαμπε μες τα νεύρα του και του είπα ΄΄Πάρε μόνος σου γιατί βαριέμαι να ανοίγω το πακέτο, πάρε όσα θες.  . .΄΄. Άνοιξε το πακέτο, πήρε ένα τσιγάρο, μου το έδωσε και έβαλε το πακέτο στην τσέπη του.
   Ήμασταν έτοιμοι για μια πρόταση γάμου, για καντάδα, για καβγά αλλά μας έκοψε την φόρα ένα κεφάλι που φάνηκε στο μπαλκόνι. Βγήκε σαν το λύκο και έριξε ανάθεμα με μια ματιά. Τρομακτική γυναίκα. . . Αλλά είχα δει το έργο πολλές φορές και ήξερα. Τράβα μέσα ρε λύκο. . .  θα της φώναζα και θα συνεχιζόταν το πατιρντί μες την νύχτα, ο λύκος θα πλήρωνε την νύφη μα ένα μουτράκι δίπλα μου με τσιγάρο στραβόστριμμένο με κοίταξε άοπλο και μου είπε ΄΄ Άστην, άστην. . .΄΄ και την άφησα μαζί με τις βλακείες, τους σχωρεμένους μαζί με τις σκλάβες τους και το καριολίκι το επαναληπτικό να κυλήσουν μακριά μου.
  Ήμουν καλά.

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2018

A.


 Στο τηλέφωνο.
- Θα ρθω, θα ρθω. . . Αύριο θα είμαι εκεί. . . Θα με δεις.
- Έλα να σε δω.
Ήρθε την επόμενη μέρα το απόγευμα. Την είδα. Πήρε το ΚΤΕΛ και κατέβηκε στην Αθήνα, στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Κατέβηκα στο προαύλιο, με τις μπεζ πιτζάμες, το τζάκετ και τις παντόφλες που μας δώσανε στο κέντρο. Με περίμενε εκεί, φορούσε μια μοβ ζακέτα που της είχα αγοράσει από το Μοναστηράκι. Καθίσαμε σε ένα παγκάκι, κοντά στην είσοδο του νοσοκομείου.
- Ζεις, ρε.
- Ζω, ρε.
- Γιατί σε φέρανε εδώ;
- Αίμα από πίσω.
- Πάλι; Ήπιες στην Θήβα;
- Όχι, δυο βδομάδες, τίποτα. Άλλαξα μάρκα τσιγάρου. Θες ένα;
- Άστο, θα στρίψω. Και πόσο καιρό θα κάτσεις εδώ;
- Μέχρι να μου κάνουν όλες τις εξετάσεις. Μετά θα πάρω από δω μια πενθήμερη άδεια και θα φύγω.
- Θα πας στην κοντή;
- Άσε τις βλακείες. Θα ανέβω στην Θεσσαλονίκη και μετά πάλι Θήβα.
- Θα πας στην κοντή, το ξέρω.
- Όλα τα ξέρεις. . . Πάρε ένα τσιγάρο, σαν νεράκι κατεβαίνει το βενζόλιο, καλή ποιότητα.
- Ωραίο πακέτο. Κασετίνα. Βολεύει και να γράφεις κάνα στιχάκι από αυτά που γράφεις. . . Με το blog τι θα κάνεις;
- Θα δούμε. Μπορεί να το αφήσω στον Βότση να το κάνει ο,τι θέλει.
- Ο Βότσης πήγε φαντάρος;
- Όχι. Σπουδάζει. Όλους όσους ξέρω, στην ηλικία μου πάνω κάτω, σπουδάζουν.
- Θα ρθει και η σειρά τους. Μπορεί να ανεβεί η θητεία και να χτυπιούνται μετά.
- Ποιος ξέρει;
Βγάζει από την σακούλα ένα κρύο σάντουιτς και μπύρες.
- Κάνει να πιεις;
- Βέβαια. . . Μέχρι τρεις κάθε μέρα. Λιγότερες δεν με αφήνει ο γιατρός.
- Κοροϊδεύεις.
- Όλα τα ξέρεις.
Ανοίγει την μπύρα και με μια γουλιά, πίνει την μισή και σκουπίζει τα χείλια της στον ώμο μου.
- Ο μπαμπά σου ήρθε;
- Κάθε μέρα έρχεται και μου φέρνει τσιγάρα. Τα δικά μου δεν τα πουλάνε εδώ μέσα. Χθες όταν βγήκε από δω, είδε έναν ταξίαρχο, με την στολή του και όλα του τα παράσημα και του είπε ΄΄Πως γυρίζεις έτσι, ρε καρναβάλι;΄΄
- Χαχαχαχα. . . Καλά του έκανε.
- Δεν βαριέσαι. . . Το σάντουιτς, τι έχει μέσα;
- Κασέρι, σαλάμι, μαγιονέζα και μαρούλι. Θες;
- Όχι, θα φάω μετά λαπά και μπορεί αυτό να μου κόψει την όρεξη.
- Αδυνάτισες λιγάκι. . .
- Και θα αδυνατίσω και άλλο αν δεν σταματήσει η αιμορραγία.
- Πονάς καθόλου;
- Τώρα όχι αλλά θα δούμε.
- Κοροϊδεύεις πάλι.
- Δεν μου μένουν και πολλά να κάνω πέρα από αυτό. Ο άντρας σου, ο ψηλός τι κάνει; Πως πάει το χέρι του.
- Καλά είναι. Μόνο όταν αλλάζει ο καιρός, τον πονάει το χέρι του.
- Και με θυμάται τότε, ε;
- Όχι, δεν μιλάμε για εσένα ποτέ.
- Μιλάει το χέρι του για εμένα. Καλά κάνετε.
- Μην γίνεσαι κακός. 
- Είδες; Κακός γίνομαι, δεν είμαι. Ενώ εσύ και ο άλλος. . .
- Θα παντρευτούμε κάποια στιγμή.
- Όμορφα. Θα το πω στον ψυχολόγο, όταν με πάνε για να δουν αν είναι να πάρω όπλο ή όχι.
- Σας πάνε σε ψυχολόγο;
- Ναι. . . Συμπληρώνουμε κάτι ερωτηματολόγια και μιλάμε μαζί του κάπου 30 δευτερόλεπτα. Εγώ, την πρώτη φορά που με πήγαν του είπα ότι μου αρέσει να διαβάζω βιβλία και ότι ο Καρυωτάκης ήταν εξαιρετικός σκοπευτής.
- Και τι σου είπε;
- Κανόνισε να πάω στο 414, στην Πεντέλη για άλλες εξετάσεις.
- Μπορεί να σου κάνουν ηλεκτροσόκ;
- Σίγουρα. Θέλω λίγο ψήσιμο εδώ πάνω και εσύ εκεί κάτω.
  Πήγα να την χαϊδεύσω. Κάθισε αλλά δεν έδωσε καμιά σημασία.
- Θα κάτσεις μέρες στην Αθήνα;
- Όχι. . . Ήρθα μόνο να δω αν ζεις και πως είσαι. Θα μείνω σε μια φίλη μου το βράδυ και αύριο θα φύγω με το τελευταίο, για Καβάλα.
- Ωραία. Πριν φύγεις, αν θες, έλα πάλι από δω.
- Θα δω, δεν ξέρω.
- Ξέρω εγώ.
 Κάθισε λίγο ακόμα. Με ρώτησε για το κέντρο, για το μέσον στην μετάθεση, τους συνάδελφους. Της τα είπα όλα με κέφι. Της ζήτησα άλλη μια μπύρα και μου έδωσε. Την ήπια. Με είχε δει αν ζούσα. Ζούσα, ναι. Αδυνατισμένος, κουρεμένος σαν το γίδι, χωρίς να περιμένω πολλά πολλά μα ούτε και αυτά να με περιμένουν. Όλα αυτά ήταν από πριν γραμμένα σε κιτάπια με σφραγίδες εθνικές και περίμενα να γίνουν.
 Της ζήτησα άλλη μια μπύρα αλλά δεν είχε. Έπρεπε να φύγει, το επισκεπτήριο τελείωνε.
- Έλα και αύριο, θα σε πάω πάνω να σου δείξω τους άλλους που είμαστε στον θάλαμο. Ο ένας είναι από την Ξάνθη και καπνίζει κάτι κοπριές, άλλο πράμα. Ένας καπνίζει, δυο πεθαίνουν. Βαρύ πράμα. Έλα, έλα αύριο και θα δεις. Θα ζω και αύριο. Σίγουρα. Χωρίς ηλεκτροσόκ, με τις χακί μαλακίες τους και όλα αυτά. Έλα αύριο ρε, δεν θα γίνω κακός, ούτε θα σου ζητήσω άλλη μπύρα. Έλα. . .

 Ήρθε την επόμενη μέρα, το απόγευμα αλλά εγώ ήμουν ήδη στο Σταθμό Λαρίσης με μια πενθήμερη αναρρωτική στην τσέπη και περίμενα το τρένο. Γύριζα στην Θεσσαλονίκη.


2011