Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

το σακατεμένο φινάλε




   Πήγα να στείλω αδιάβαστο το μπουκάλι στην άσφαλτο, ήμουνα σίγουρος - δυο τρεις φορές το χρόνο, δεν το παρακάνω -  ότι αν σκάσει στην άσφαλτο θα ακουστεί το όνομα της. . . Αλλά με συγκράτησε ο καλός της. . . ΄΄Άστο, άστο το ρημάδι. . ΄΄ Το πέταξα σε ένα κάδο και άκουστηκε ένα φτέρνισμα. Ο τρίτος της παρέας, θρονιασμένος στο πίσω κάθισμα της κουρσάρας, έβραζε και έβριζε από μέσα του. ΄΄Ο χρόνος είναι μια πλάνη, καριόλα πλάνη όπου είμαστε με ένα πλεκτό στα χέρια και μια γελοιογραφία στην μάπα. Σώματα κρουστά και σώματα βουβά. . . Έχεις ένα τσιγάρο γιατί βαριέμαι να στρίβω;΄΄ Έλαμπε μες τα νεύρα του και του είπα ΄΄Πάρε μόνος σου γιατί βαριέμαι να ανοίγω το πακέτο, πάρε όσα θες.  . .΄΄. Άνοιξε το πακέτο, πήρε ένα τσιγάρο, μου το έδωσε και έβαλε το πακέτο στην τσέπη του.
   Ήμασταν έτοιμοι για μια πρόταση γάμου, για καντάδα, για καβγά αλλά μας έκοψε την φόρα ένα κεφάλι που φάνηκε στο μπαλκόνι. Βγήκε σαν το λύκο και έριξε ανάθεμα με μια ματιά. Τρομακτική γυναίκα. . . Αλλά είχα δει το έργο πολλές φορές και ήξερα. Τράβα μέσα ρε λύκο. . .  θα της φώναζα και θα συνεχιζόταν το πατιρντί μες την νύχτα, ο λύκος θα πλήρωνε την νύφη μα ένα μουτράκι δίπλα μου με τσιγάρο στραβόστριμμένο με κοίταξε άοπλο και μου είπε ΄΄ Άστην, άστην. . .΄΄ και την άφησα μαζί με τις βλακείες, τους σχωρεμένους μαζί με τις σκλάβες τους και το καριολίκι το επαναληπτικό να κυλήσουν μακριά μου.
  Ήμουν καλά.

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2018

A.


 Στο τηλέφωνο.
- Θα ρθω, θα ρθω. . . Αύριο θα είμαι εκεί. . . Θα με δεις.
- Έλα να σε δω.
Ήρθε την επόμενη μέρα το απόγευμα. Την είδα. Πήρε το ΚΤΕΛ και κατέβηκε στην Αθήνα, στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Κατέβηκα στο προαύλιο, με τις μπεζ πιτζάμες, το τζάκετ και τις παντόφλες που μας δώσανε στο κέντρο. Με περίμενε εκεί, φορούσε μια μοβ ζακέτα που της είχα αγοράσει από το Μοναστηράκι. Καθίσαμε σε ένα παγκάκι, κοντά στην είσοδο του νοσοκομείου.
- Ζεις, ρε.
- Ζω, ρε.
- Γιατί σε φέρανε εδώ;
- Αίμα από πίσω.
- Πάλι; Ήπιες στην Θήβα;
- Όχι, δυο βδομάδες, τίποτα. Άλλαξα μάρκα τσιγάρου. Θες ένα;
- Άστο, θα στρίψω. Και πόσο καιρό θα κάτσεις εδώ;
- Μέχρι να μου κάνουν όλες τις εξετάσεις. Μετά θα πάρω από δω μια πενθήμερη άδεια και θα φύγω.
- Θα πας στην κοντή;
- Άσε τις βλακείες. Θα ανέβω στην Θεσσαλονίκη και μετά πάλι Θήβα.
- Θα πας στην κοντή, το ξέρω.
- Όλα τα ξέρεις. . . Πάρε ένα τσιγάρο, σαν νεράκι κατεβαίνει το βενζόλιο, καλή ποιότητα.
- Ωραίο πακέτο. Κασετίνα. Βολεύει και να γράφεις κάνα στιχάκι από αυτά που γράφεις. . . Με το blog τι θα κάνεις;
- Θα δούμε. Μπορεί να το αφήσω στον Βότση να το κάνει ο,τι θέλει.
- Ο Βότσης πήγε φαντάρος;
- Όχι. Σπουδάζει. Όλους όσους ξέρω, στην ηλικία μου πάνω κάτω, σπουδάζουν.
- Θα ρθει και η σειρά τους. Μπορεί να ανεβεί η θητεία και να χτυπιούνται μετά.
- Ποιος ξέρει;
Βγάζει από την σακούλα ένα κρύο σάντουιτς και μπύρες.
- Κάνει να πιεις;
- Βέβαια. . . Μέχρι τρεις κάθε μέρα. Λιγότερες δεν με αφήνει ο γιατρός.
- Κοροϊδεύεις.
- Όλα τα ξέρεις.
Ανοίγει την μπύρα και με μια γουλιά, πίνει την μισή και σκουπίζει τα χείλια της στον ώμο μου.
- Ο μπαμπά σου ήρθε;
- Κάθε μέρα έρχεται και μου φέρνει τσιγάρα. Τα δικά μου δεν τα πουλάνε εδώ μέσα. Χθες όταν βγήκε από δω, είδε έναν ταξίαρχο, με την στολή του και όλα του τα παράσημα και του είπε ΄΄Πως γυρίζεις έτσι, ρε καρναβάλι;΄΄
- Χαχαχαχα. . . Καλά του έκανε.
- Δεν βαριέσαι. . . Το σάντουιτς, τι έχει μέσα;
- Κασέρι, σαλάμι, μαγιονέζα και μαρούλι. Θες;
- Όχι, θα φάω μετά λαπά και μπορεί αυτό να μου κόψει την όρεξη.
- Αδυνάτισες λιγάκι. . .
- Και θα αδυνατίσω και άλλο αν δεν σταματήσει η αιμορραγία.
- Πονάς καθόλου;
- Τώρα όχι αλλά θα δούμε.
- Κοροϊδεύεις πάλι.
- Δεν μου μένουν και πολλά να κάνω πέρα από αυτό. Ο άντρας σου, ο ψηλός τι κάνει; Πως πάει το χέρι του.
- Καλά είναι. Μόνο όταν αλλάζει ο καιρός, τον πονάει το χέρι του.
- Και με θυμάται τότε, ε;
- Όχι, δεν μιλάμε για εσένα ποτέ.
- Μιλάει το χέρι του για εμένα. Καλά κάνετε.
- Μην γίνεσαι κακός. 
- Είδες; Κακός γίνομαι, δεν είμαι. Ενώ εσύ και ο άλλος. . .
- Θα παντρευτούμε κάποια στιγμή.
- Όμορφα. Θα το πω στον ψυχολόγο, όταν με πάνε για να δουν αν είναι να πάρω όπλο ή όχι.
- Σας πάνε σε ψυχολόγο;
- Ναι. . . Συμπληρώνουμε κάτι ερωτηματολόγια και μιλάμε μαζί του κάπου 30 δευτερόλεπτα. Εγώ, την πρώτη φορά που με πήγαν του είπα ότι μου αρέσει να διαβάζω βιβλία και ότι ο Καρυωτάκης ήταν εξαιρετικός σκοπευτής.
- Και τι σου είπε;
- Κανόνισε να πάω στο 414, στην Πεντέλη για άλλες εξετάσεις.
- Μπορεί να σου κάνουν ηλεκτροσόκ;
- Σίγουρα. Θέλω λίγο ψήσιμο εδώ πάνω και εσύ εκεί κάτω.
  Πήγα να την χαϊδεύσω. Κάθισε αλλά δεν έδωσε καμιά σημασία.
- Θα κάτσεις μέρες στην Αθήνα;
- Όχι. . . Ήρθα μόνο να δω αν ζεις και πως είσαι. Θα μείνω σε μια φίλη μου το βράδυ και αύριο θα φύγω με το τελευταίο, για Καβάλα.
- Ωραία. Πριν φύγεις, αν θες, έλα πάλι από δω.
- Θα δω, δεν ξέρω.
- Ξέρω εγώ.
 Κάθισε λίγο ακόμα. Με ρώτησε για το κέντρο, για το μέσον στην μετάθεση, τους συνάδελφους. Της τα είπα όλα με κέφι. Της ζήτησα άλλη μια μπύρα και μου έδωσε. Την ήπια. Με είχε δει αν ζούσα. Ζούσα, ναι. Αδυνατισμένος, κουρεμένος σαν το γίδι, χωρίς να περιμένω πολλά πολλά μα ούτε και αυτά να με περιμένουν. Όλα αυτά ήταν από πριν γραμμένα σε κιτάπια με σφραγίδες εθνικές και περίμενα να γίνουν.
 Της ζήτησα άλλη μια μπύρα αλλά δεν είχε. Έπρεπε να φύγει, το επισκεπτήριο τελείωνε.
- Έλα και αύριο, θα σε πάω πάνω να σου δείξω τους άλλους που είμαστε στον θάλαμο. Ο ένας είναι από την Ξάνθη και καπνίζει κάτι κοπριές, άλλο πράμα. Ένας καπνίζει, δυο πεθαίνουν. Βαρύ πράμα. Έλα, έλα αύριο και θα δεις. Θα ζω και αύριο. Σίγουρα. Χωρίς ηλεκτροσόκ, με τις χακί μαλακίες τους και όλα αυτά. Έλα αύριο ρε, δεν θα γίνω κακός, ούτε θα σου ζητήσω άλλη μπύρα. Έλα. . .

 Ήρθε την επόμενη μέρα, το απόγευμα αλλά εγώ ήμουν ήδη στο Σταθμό Λαρίσης με μια πενθήμερη αναρρωτική στην τσέπη και περίμενα το τρένο. Γύριζα στην Θεσσαλονίκη.


2011

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

J.G.D.



 Λίγο πριν σβήσω, μου τηλεφωνεί από τον Σταθμό Λαρίσης, μου λέει ότι αγαπάει όλο τον κόσμο και ότι έρχεται στην Θεσσαλονίκη.
 Τυχερός, λέω, ο κόσμος.
 Δυο άγγελοι - ας τους πω Κολχούν και Αβέρκη - με τριγυρίζουν από το πρωί. Βρωμάνε και σπάνε πλάκα. Φτιάχνουν ιστορίες από το τίποτα και δεν τις πουλάνε πουθενά. Μόνο σε μένα. ΄΄Έιμαστε εναντίον σου αλλά όχι φανατικά, έχεις ένα τσιγάρο; πιο κάτω οι μπύρες είναι φθηνότερες. . . Εκείνη η μουρλή δεν σου ξανατηλεφώνησε, ε; Ας αρχίσει η μουσική. . .Έναμισή μέτρο κοπέλα σπρώχνει μια μαρίμπα με ροδάκια στην ανηφορά και πιο πίσω ένας αμπλαούμπλας με ένα τούμπανο από τομάρια ερωτευμένων. . . Κοπανιστά και αδιάβαστα όλα. . . Και θαύματα που κόβουν εισιτήρια. . . Σκέψου. . . Ένας που δεν είχε ψοφήσει τελεσίδικα, πήγανε οι αχμάκηδες να τον αναστήσουν και τώρα κουβαλάει δυο ψυχές ο ταλαίπωρος. . . Δυο ψυχές και η μία να ΄ναι μαλάκας. . .Κοίτα τους, κοίτα, δεν εξαφανίζονται έτσι εύκολα, ε; Θέλει κόλπο. . .΄΄. Έτσι το πάνε μέχρι που φτάνω ψηλά στην Νεάπολη για να δω τον Σαββίδη. Ευγενίκη μορφή. . . Είναι σαν να κάνουμε ξενάγηση σε εμάς κάθε φορά που συναντιόμαστε, σαν να μοιράζουμε τον κόσμο και να περισσεύει άλλος τόσος για χάρισμα ή σιχτίρι. Τον χαζεύω, τον ακούω και ηρεμεί η ψυχή μου. Μου λέει για τα ιαπωνικά τσιφτετέλια της Debras και τις απίστευτες δυνατότητες της που ανακαλύπτει κάθε μέρα. Με τα σκοτάδια και τους ίσκιους της. Τον πιστεύω γιατί την αγαπάει και γιατί την θυμάμαι και εγώ...

- Η μνήμη μου, μου λένε συχνά, με απατάει αλλά που να δεις εγώ τι της έχω κάνει. . .Χθες είδα στον ύπνο μου τον Βότση. Ήταν διευθυντής στο Μαρακανά. Ή τραγουδούσε εκεί. Δεν ήταν πολύ ξεκάθαρο όνειρο. Τώρα μαθαίνει γερμανικά για να τραβήξει κατά κεί. Εργκασία και χαρά. Ίσως συναντήσει το είδωλο του, τον δόκτωρα Mabuze. Ίσως τους πει κάνα ανέκδοτο για το Anschluss. Ένας κόσμος στο πήγαινελα ο Βότσης και οι μούτζες που μου ρίχνει, ακούγονται. Τέτοιο ταλέντο και μεγαλείο.

 Καταλήγουμε στη Ρωμαϊκη Αγορά, έξω από το φαλαφατζίδικο της Φελίνας, της Έλενας. 'Εχει κάμποση δουλειά - άτσα ο σουξεδιάρης ρεβυθοκεφτές - αλλά βρίσκει χρόνο να τα πούμε. Μας κερνάει μπύρες και εγώ πολύβόλο, την παίρνω μονότερμα.

- Έλενα, ήμουν το πρωί στο ταχυδρομείο να πληρώσω κάτι κέρατα και είχε μια ούρα. . . Εκεί ήταν μια σκατόφατσα που σκατοψυχούσε ασύστολα. Αν τον έβλεπες θα καταλάβαινες ή ότι είχε φάει πολλές φάπες στην ζωή του ή ότι δεν έφαγε καμιά. Φώναζε, ούρλιαζε. . . Ό,τι με δανεικά σωστές δουλείες δεν γίνονται. . . Και με ξένο κώλο τον μπούστη τον κάνει και αυτός, και οι τεμπελχάναδες που κλαίγονται. . . Τα έλεγε σε μια κακομοίρα, γνωστή του μάλλον, που του έδινε δίκιο του μαντρόσκυλου κουνώντας πάνω κάτω την κεφάλα της. Σε κάποια φάση, μπήκε στο ταχυδρομείο μια τσιγγάνα με τον μπόμπιρα της αγκαλιά και πήγε στο ταμείο να κάνει μια ερώτηση για να μην περιμένει τζάμπα. Κανείς δεν είπε τίποτα, του πούστη, μια ερώτηση θα έκανε η κοπέλα. Όμως είχαμε και τον γέρο που άρχισε το κομμάτι του. Και μεις μαλάκες είμαστε που περιμένουμε; Πίσω, να πάει πίσω, κωλόγυφτοι. . . Η κοπέλα ρώτησε αύτο που ήθελε και όπως γύρισε για να βγεί από το ταχυδρομείο, πλησίασε τον γερό και με πολύ ήρεμη φωνή του είπε Εσύ πολύ μιλάς. . . Και δεν θα σου βγεί σε καλό. . . Το ξόρκι της έπιασε, Έλενα. Ο γέρος κιτρίνησε και έβγαλε τον σκασμό. Έπρεπε να τον δεις τον καριόλη. Χέστηκε πάνω του.

 Η Έλενα γελάει και φεύγει σφαίρα πίσω στο μαγαζί. Πελάτες από όλο τον κόσμο - αυτόν που όλον αγαπάει, δυο ώρες αργότερα, ο άλλος στον Σταθμό Λαρίσης - καταφθάνουν.  Από Νεάπολη μέχρι Αμέρικα.

 Στην επιστροφή ο Σαββίδης με φωτογραφίζει να στείλουμε φωτογραφίες σε μάτια όμορφα που εκείνη την στιγμή κόβανε εισιτήρια και μετρούσαν κεφάλια  ( ή το ανάποδο ) για μια παράσταση με ένα τσούρμο Μήδειες. Βγάζω τα παπούτσια μου στην Αντιγονιδών - αναστενάρικο στιλ - και φωτογραφίζει. Γελάμε και τον χαιρετάω.


- Καλό Ταξίδι στην Αθήνα.
- Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. 


  Γυρίζω με το λεωφορείο στα πυρηνικά δυτικά. Οι άγγελοι πήγανε να βρούν τον Σίμο να του γαζώσουν το κεφάλι. Πριν φύγουν μου είπανε - Εμπειρία είναι να σου μείνουν λίγα ακόμα νεύρα να σου σπάσουν. Το ξες βρε;
  Λίγο πριν σβήσω, μου τηλεφωνεί από τον Σταθμό Λαρίσης, μου λέει ότι αγαπάει όλο τον κόσμο και ότι έρχεται στην Θεσσαλονίκη.
  Τυχερός, λέω, ο κόσμος.
  Και ΄γω μαζί του.


Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Ίσως φταίει κάθε ταινία που έβλεπε για εκείνον ήταν κωμωδία. . .

. . .και ανάσα αυτό που έμεινε
και πηγαίνει
στους ίσκιους να ξαπλώσει / δεν μετράει πια. Χωρίς να φοράει καπέλο κάνει μια κίνηση, ό,τι το βγάζει δηλαδή, χαμηλώνει το κεφάλι και ανοίγει το στόμα του, σαν να καίγεται. Στην προσπάθεια του να γράψει μια κωμωδία, έγινε ο ίδιος κωμωδία.  Ήταν σαν να προσπαθούσε ένα πούστη βράχο ή ρόδα τεράστια να σταματήσει ενώ κατρακυλούσε με φόρα, να τρακάρανε και τον πήρε παραμάζωμα. Γίνανε ένα και η κατρακύλα συνεχίστηκε. Κι ό,τι βρέθηκε μπροστά του, το πήρε μαζί του με αυτό τον τρόπο. Από τα δυτικά, πέρα από το κέντρο, της πόλης με τα φαγάδικα και τις εκκλησίες μέχρι την Αθήνα και πιο τελευταία στα Χανιά. Όλα μπερδέμενα, κόμπος, να γίνονται ένα.


  Στην Αθήνα γυαλισμένο παλικαράκι στην Ομόνοια, ανεβάζει την μπλούζα που φορούσε και δείχνει σώμα ωραίο. Ο άλλος κοιτάει και του λέει, Άς τα, μόλις έφυγε για το σπίτι της και πότε θα την ξαναπετύχω; Είναι η χαμαλίκα μου και κάτι μάτια. . . Το παλικαράκι καταλαβαίνει και ζητάει δυο ευρώ. Ο άλλος του τα δίνει και ρωτάει που σκατά είναι αυτή η πλατεία Θεάτρου.

- Κατά κει και θα κατέβεις. . . 
- Ευχαριστώ. Θες τσιγάρο;
- Μαλάκας είμαι;
- Δεν φαίνεσαι.

  Στην πλατεία Θεάτρου, σε μια ταβέρνα με γκοθάδικο φωτισμό, η Αντζελίν Βοναπάρτη τρέχει πάνω κάτω με δίσκους και σερβίρει. Φίσκα το μαγαζί αλλά τον βάζει σε ένα τραπεζάκι που το βαράει προβολέας και του φέρνει μισό λίτρο κρασί. 
- Τρέχω τώρα, βλέπεις, θα τα πούμε μετά. 
- Από δω θα πάρεις σύνταξη; 
- Εσένα πως θα σε θάψουν; 
- Δημοσία δαπάνη, αν τα καταφέρω. . . Αλλά δεν βλέπει γιατί ο προβολέας τον στραβώνει και  πίνει το μισόλιτρο σιγά σιγά ενώ η ορχήστρα σε μια άκρη βαράει Εσύ ήσουν για μένα μια παλιά ιστορία και τα λοιπά. Κάτι κόβει απότομα το φως του προβολέα. Ο Γαμογελαστούλης με την καρδιά την μεγάλη. Κουνούσε το κεφάλι του. Έκατσε δίπλα στον άλλον κάνα πεντάλεπτο, χαιρέτησε την Βοναπάρτη και του είπε - Πάμε;
- Το κρασί;
- Τι το κρασί;
- Να το πιω και πάμε. . . Δυο λεπτά δως μου. . .
- Θα το πιεις σε δυο λεπτά;
 Κοιτιούνται για μια στιγμή.
- Μάλλον όχι.

 Φεύγουν.


Τώρα
μια ανάσα έμεινε κι αυτή φτάνει
για να έρθουν κι άλλες
χωρίς γκρίνιες σάλια δίκια
μοστραρισμένα
και ίσκιοι φαίνονται ένα σωρό. Σκοτάδια και φώτα απόλυτα - ένα γκάπα γκούπα μονότονο που δεν περιμένει απάντηση. Τώρα χαμογελάει. Αλλού ακούει - Θησαυρέ μου, και σκέφτεται ότι κάποιον θα θάψουν ή θα ξεθάψουν. Ιστορίες με την οκά και στίχοι της αράδας. Τατουάζ με ληγμένα μελάνια από εκτυπωτές, σοφία και στιγμή κοπανιστή. Όλα του φαίνονται ακροβατικά και κάνει τα δικά του. Δικά του που μετά τα χαρίζει. Και όταν θα έρθει η κακιά η ώρα; Θα είναι εκεί όπως και στην καλή ή την περίεργη. Ξανά ξανά ξανά ξανά ξανά. Το ίδιο. Μπαινοβγαίνοντας στις γελοιογραφίες και προσέχοντας μόνο τις αδέσποτες. Εκείνες τις κατακέφαλες που δεν σταματάνε αλλά κάθε φορά πλακώνουν με άλλο ρυθμό.
  Ας έρθει ό,τι και όπως θέλει. Θα είναι στο ίδιο σημείο - όχι στόχος ή μνημείο - και θα ακούει την μουσική που βγαίνει από τα πάντα. Τα θαύματα θα κόβουν εισιτήρια, οι απόψεις στοιχήματα, το μακελειό ζωές και μίζες. Αλλά θα είναι εδώ ό,τι και να γίνει ή φανταστεί ό,τι έγινε βερεσέ και τίποτα για τα μάτια - ή άλλα όργανα. . .

Στις ράγες 
στις ρημάδες 
στις χαράδρες 
στις συμπληγάδες
με ένα γέλιο
και όλους σας.



Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

εσωστρεφούληδες


 Ο ένας βογγάει και ο άλλος βογγάει. Ντουετάκι χαμηλόφωνο με πάθος. Ο τρίτος - αν υποθέσουμε ότι θα ήμασταν τέσσερις - δεν ήρθε. Σιάχνει τα ωράρια του και θα τον πετύχουμε κάποια στιγμή.
 Ο ένας με την μέση του και ο άλλος με κάτι που δεν ξέρει αλλά υποθέτει - Ν Α μια γκάμα υποθέσεων, άπειρες απόπειρες απόψε - και τους τηγανίζω κάπου δυόμιση κιλά πατάτες, βάλε και αβγά, φέτα, ένα ύποπτο κασέρι ( - Το κρατάς επένδυση; Για ροκφόρ θα το δώσεις μετά; ) και σαλάμι. 
 Καίγομαι πάνω από τα τηγάνια και ο απορροφητήρας βγάζει έναν ήχο, σαν κινητήρας αεροπλάνου. Έτσι πιάνω ελάχιστα απ΄ όσα πετάει ο ένας στον άλλον.


- . . .αντικειμενοποίηση. . . 

- . . . καρφωμένη η κάσα, ναι, και. . . .

- . . τούλπα. . .


-  . . .εμφαλιωμένο Στυγός. . .


- Votsification of. . .


- . . .τα αρχίδια μου, ναι, πάλι, τα αρχίδια μου. . .


- . . . τριάντα κιλά τσόφλια τον σκεπάσαν. . . 


- . . . πονάω. . .


  Μου έρχεται μήνυμα στο κινητό.

- Καμία Σωτηρία. Μόνο η Μπέλλου.

  Απαντάω 

- Μια χαρά.



  Σερβίρω - Μπούγιουρουμ, εσωστρεφούληδες. Πλησιάζουν κούτσα κούτσα σκυφτοί, κοιτάζουν τις πιατέλες, εμένα, συμφωνούν με τα μάτια ότι μάλλον είναι όλα εντάξει και κάθονται να φάνε.   Φαίνεται όμως ότι φοβούνται και λίγο ότι μπορεί να τους στείλω αδιάβαστους αλλά τρεις καθίσαμε, τρεις σηκωθήκαμε. 
Η ομελέτα ήταν λίγο καυτερή. Ξεχάστηκα με το πιπέρι αλλά κοντραρίστηκε με την αλμύρα από τα τυριά και τα κασέρια. Δυνατές γεύσεις που όμως τα βρίσκανε μεταξύ τους και δεν πάθαμε τίποτα, ζούμε μια χαρά να τις θυμόμαστε. Έτσι θυμήθηκα το πως μαγείρευε η Αντιγόνη. Άνοιγε το ψυγείο και έριχνε στο τηγάνι ό,τι είχε απομείνει μέσα. Έτσι μια φορά μου έβαλε μπροστά μου μια ομελέτα με αντζούγιες , κομματάκια μήλου που τεμάχισε και πολύχρωμα μπαχάρια. Κοίταξα μια το πιάτο, μια εκείνη. . .  Περίμενε με κάποια αγωνία που την έκανε λιγάκι πιο ανθρώπινη, να της πω ότι είναι ωραίο. Ήταν σίγουρη ότι ήταν ωραίο - δεν είχε δοκιμάσει - και περίμενε να το επιβεβαιώσω.
  Το έφαγα όλο και της είπα - Είσαι 1453 χρόνια μπροστά. . .  Δεν έχω ξαναφάει τέτοιο πράμα. . . Που το σκέφτηκες;
- ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ. . . χτυπούσε τα χέρια της χαρούμενη.
 Άλλοι σκότωσαν για την αγάπη τους.


 Οι εσωστρεφούληδες μετά το φαΐ ακροβολίστηκαν στους καναπέδες και βογγούσαν, μουρμούριζαν με άλλο χαβά αλλά λιγότερο πάθος από πριν.  Έτοιμοι να τους τάξεις στο χάος και να πάρεις και ρέστα στο τέλος.