Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Γράμμα στην Λουλ


   Σήμερα δεν με ξύπνησε ο παππούς αλλά το διάγγελμα που έβγαλε ο διευθυντής του απέναντι δημοτικού σχολείου. Γκάριζε στο μικρόφωνο κάτι για την ασφάλεια των μαθητών.  Σηκώθηκα και ο παππούς είχε ετοιμάσει ήδη καφέδες για την πρωινή περίπολο. Έκανε και σε εμένα καφέ. Γλυκό, όχι καϊμακλίδικο. Το καϊμάκι το δίνει στην περίπολο.
   Η τηλεόραση λέει για εσχάτη προδοσία. Να μας πούνε για την πρώτη προδοσία, για μια πομπή, για μια παρέλαση όπου γίνεται η προκαθορισμένη μεταβολή και οι έσχατοι γίνονται πρώτοι, οι προτελευταίοι δεύτεροι και πάει λέγοντας.
   Με τον παππού έχουμε φτάσει στο ώριμο σημείο να μην μιλάμε πια. Δεν είμαστε μαλωμένοι. Μένουμε μαζί παραπάνω από μισό χρόνο και έχουμε μάθει τις κινήσεις, τις αντιδράσεις του άλλου. Δεν υπάρχουν εκπλήξεις, δεν υπάρχει σασπένς, δεν υπάρχουν γκρίνιες και δεν θα έχει μάλλον επιτυχία η ταινία μας.
   Στο λεωφορείο που με πήγε Κοζάνη, έκατσα δίπλα σε μια μουνάρα κάπου 80 Μαΐων. Στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής μου έλεγε για τα αχάριστα και άνεργα εγγόνια της, για τα πιο αχάριστα και εργαζόμενα παιδιά της, για την σύνταξη του μακαρίτη που την διαίρεσαν με τα παλαμάκια που βαρούσε στις προεκλογικές συγκεντρώσεις και την μαύρη μας την μοίρα. Με ρώτησε αγριεμένη αν επισκέπτομαι πότε πότε τους παππούδες μου. Ένας μου έμεινε, με αυτόν μένω. . . της είπα και την φαρμάκωσα αλλά δεν πτοήθηκε. Με ρώτησε, μάλλον μου είπε, ότι ο παππούς μου πρέπει να έχει μεγάλη περιουσία. Την φαρμάκωσα πάλι. Ίσα ίσα να βγάλει το μήνα του πάει η σύνταξη, κυρούλα μου. . . Εκεί παραιτήθηκε και πήγε την συζήτηση στο πόσο βολικός είναι ο δρόμος με τα τούνελ για την Κοζάνη. Συμφώνησα και πήρα ένα βιβλίο από την τσάντα. Ευτυχώς δεν με ρώτησε, όπως την προηγούμενη φορά μια λαϊστέρα χωρίς μακαρίτη και σύνταξη, αν ο Ιωάννου ήταν αδερφή. Τώρα όμως είχα έτοιμη την απάντηση. ZOMBY-WOOF, μαντάμ.
   Στην Κοζάνη, είδα και άκουσα τον Βασίλη και την Μαρία, να διαβάζουν σε ένα μαγαζί ξεγυρισμένους συγγραφείς, για τον Έρωτα και τον Θάνατο. Μαζί τους και ο Μπάμπης με μια ηλεκτρική κιθάρα και ήχους καρφωτούς να τους πλαισιώνει. Ήταν ωραία βραδιά. Καθισμένος πλάι στην Πενέλοπε, άκουγα και γέμιζε το κεφάλι μου εικόνες, πράματα χειροπιαστά, όλα στριμωγμένα να διαμαρτύρονται. Στο τέλος της βραδιάς μοίρασα και τα σοκολατάκια του Σεφεριάδη.  Πιο μετά πήγα στο φαγάδικο-ειδών-χειρός που δουλεύει ο παλιός συν-χαμάλης, τότε στα χακί, Πλιάτσος. Θυμηθήκαμε τα χαμαλίκια που κάναμε και τις υπηρεσίες που έβγαζε. Συμφωνήσαμε ότι ήταν δίκαιος.
   Την επόμενη μέρα γύρισα στην Θεσσαλονίκη. Στο λεωφορείο έκατσε δίπλα μου μια κοπέλα που της άρεσε το παλτό μου. Μου το είπε και την ευχαρίστησα εκ μέρους του. Μετά από αυτό δεν είπαμε τίποτα άλλο. Εκείνη έπαιξε με το κινητό της και εγώ διάβασα δυο ιστορίες βάλσαμο του Ουναμούνο.
  Το καλό, το καλύτερο το νέο μου το έσκασες προχθές το βράδυ στα μούτρα και εγώ αντί να καταριέμαι ή να ξυπνήσω τον παππού και να του πω ότι ξεκίνησε ο εμφύλιος και ότι τα βουνά είναι κοντά, σου έστησα μια ωραία παράσταση. Έβαλα τον πρωταγωνιστή με το τίποτα να πετάει στο μολυσμένο αττικό ουρανό και την καλή του να ξεφλουδίζει από ευτυχία και ετεροχρονισμένες ανασφάλειες. Ντεκόρ τα ραπανάκια και οι μπανάνες. Γελούσες και κρατούσες φράσεις για την επόμενη μέρα. Αυτά όμως χάνονται και δεν θα βρεθούν, επειδή ξέρουν ότι θα έρθουν άλλα, πιο επίκαιρα και σωματικά.
  Να, μόλις ξανακούγεται το διάγγελμα του διευθυντή. Τώρα τους λέει ότι έχουν πετρέλαιο να ζεστάνουν τις αίθουσες. Τα μαθητούδια είναι έτοιμα να φωνάξουν ΑΝΑΠΤΥΞΗ αλλά δεν ακούγεται τίποτα τέτοιο.



  

1 σχόλιο:

Άλις είπε...

ωραια μερα θα ηταν αυτη που περιγραφεις. Μου παρουσιαστηκε πολυ ξεκαθαα ,δηλαδη, ομορφη και ησυχη, απο την στρωτη περιγραφη σου.

ΥΓ: αμα ξαναδεις το Βασιλη να του δωσεις χαιρετισμους (αφου πρωτα του δειξεις τουτο εδω το σχολιο για να διαπιστωσω πως τον ξερω και με ξερει)

φιλια