Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

περίπατος

Και τον Άι Γιώργη άκουσα να ψάλλει
με κόκκινη κορδέλα, δεμένη στο καρπό,
απ΄ την ψυχή του να κερνάει.

  Μου αρέσει η γιορτή του Άι Γιώργη. Για τον απλό λόγο ότι εκείνη την ημέρα - και παραμονή αυτής - το 19, το λεωφορείο που μας έφαγε τα νιάτα, αντί για την Καραμανλή, πάει από την Κατσαντώνη και με αφήνει μια δίπλα στο σπίτι μου. Τι πιο όμορφο; Αλλά είναι ένα κάρο ωραίες σκέψεις και στιγμές που επιστρέφουν, σαν καλοί - όχι μεγάλοι, δηλαδή πρησμένοι - ποιητές, πότε πότε.

 Είναι το καρφωτό Thank you, στο Bamboolazed by love - ΄΄το σκατό χτυπάει τον ανεμιστήρα΄΄ -  και το solo της κιθάρας στο Carolina Hardcore Ecstasy, του F.Z.

Είναι ο Αχιλλέας από την Αθήνα. Την Τσικνοπέμπτη, ξημέρωμα Παρασκευής, με πέτυχε να φοράω τα ρούχα του παππού και να περιμένω το πρώτο λεωφορείο στην Αντιγονιδών, να γυρίσω στα δυτικά.

- Σκορδά, ρε Σκορδά, τι είναι αυτά που φοράς;

 Είχε μια ξανθιά, δυο μέτρα και δυο στρέμματα δίπλα του να τον κοιτάζει στα μάτια. Έβγαλε ένα εικοσάρικο, της το έδωσε και της είπε - Τράβα και πάρε ένα καρέλια χρυσή. Ή μάλλον δυο, γιατί αυτός καπνίζει πολύ. Μετά με ρώτησε - Που έχει ωραία θέα, εδώ πέρα; Του είπα - Στα κάστρα. Ωραία θα είναι. Μας έβαλε στην Mercedes του. Στο πίσω κάθισμα όπου έκατσα βρήκα ένα μπουκάλι βότκα και ένα μπουκάλι ουίσκι. Να τα. . . λέω αλλά με προλαβαίνει ο Αχιλλέας, φωνάζωντας - Βούτα τα. . . Μανάρι μου, θες λίγο; Το μανάρι του, τραβάει γερές και μου δίνει. Πάσα το μπουκάλι - σαν διάλογος σε έργο που μπήκα τζάμπα να το δω.
  Στα κάστρα ξεδιπλώνουμε όλη την παραμύθα της στρατιωτικής θητείας στην Θήβα. Άνοιγα το πακέτο με τα καρέλια τα χρυσά και ορμούσαν όλοι. ΄΄Το καλύτερο τσιγάρο, το καλύτερο. . .΄΄. Μαζί τους και ο Αχιλλέας. Έτσι γνωριστήκαμε.
  Η δίμετρη / δυο στρέμματα, είναι όλο ερωτήσεις. Της εξηγώ και γελάει περισσότερο. Πίνουμε, γελάμε. . . Εκείνη πότε πότε σηκώνει την φούστα της και ο Αχιλλέας την θυμάται και την πασπατεύει λιγάκι. Γελάει.
  Έχει ξημερώσει και ο Αχιλλέας με ρωτάει αν έχει κάνα καλό πατσατζίδικο στην ΄΄ρημάδα΄΄ την Θεσσαλονίκη. Τραβάμε για του Τσαρουχά. Εκείνος παραγγέλνει ένα πατσά΄΄άνευ, άνευ΄΄ - μου άρεσε αυτό, έτσι τον έτρωγε και ο παππούς ο Σκορδάς - εγώ μια κοτόσουπα και η δίμετρη μια μερίδα πατάτες φουρνιστές. Στο τέλος, τα πληρώνει όλα ο Αχιλλέας και με γυρίζει στο Κορδελιό. - Θα τα ξαναπούμε, Σκορδά και μου δίνει τα δυο μπουκάλια - όσο περίσσεψε.



 Είναι το τραγούδι του Μπακιρτζή, στο οποίο μας λέει - Ο Παναγιώτης χαμογελάστος. Μου θυμίζει τον αδερφό μου και τον συμπολεμιστή Μπούργκ Γκαζάν στο Πολύκαστρο.


 Είναι ο Βότσης, με το γέλιο του, γεμάτο παράσιτα.


 Κινήσεις σκακιού, αποκωδικοποιημένες σε νότες. Αγίου Δημητρίου. 4Γ.

 Είναι ο Σούλης Νταλέσκου, αυτοεξόριστος όπου υπάρχει φτηνό αλκοόλ και φθηνή κατοικία, με την γυναίκα του να μαζεύει όλα της τα δίκια και να του τα πετάει με πυροβόλο. Από την Ιταλική στην Ιβηρική χερσόνησο. Και εκείνος, καρδιά αγάπη, καρδιά απάτη.


 Είναι ο Γιώργος ο -όχι - Ροδίτης με την Μαριλού, χωρίς το ακορντεόν της. Έχει όμως το χειρόγραφο του ΄΄Μοντάζ΄΄ - την πρώτη μορφή. Τους συναντώ τυχαία. Χαμογελούν και μου εύχονται.


 Είναι η Γιουδήθ Φρυν.η με της αντιδιαμετρικές της ανταποκρίσεις. Δεν της στέλνω περισσεύματα. Της στέλνω ό,τι μου απέμεινε και εκείνη ανταποκρίνεται με την χαμηλόφωνη φωνή της. Γεμάτη ένταση, γεμάτη μυστήριο κέφι. Θα ανταμωθούμε κάποια στιγμή από κοντά, να την σηκώσω στους ώμους μου, το γέλιο της να ακούσω.


 Είναι η Δέσπω- Σπούλα, φρέσκια Debra, που δεν είναι λυπημένη, βαριέται μόνο εύκολα. Στην Ζωοδόχου Πηγής, κοντά στο σπίτι της, τραγουδούσαμε το ΄΄Πολλαπλό σου Είδωλο΄΄. Χαρούμενοι, σατιρίζοντας το κάθε καθυστερημένο μας αντάμωμα.


 Είναι ο τύπος που πουλάει επιγονατίδες σε προσκυνητές και όσοι με κούρσα με γύρισαν σπίτι.


 Είναι η Αντιγονάρα, παλιά Debra, αθάνατη - δηλαδή να την σκοτώσεις θες αλλά δεν μπορείς - που μου τηλεφωνεί συχνά και με στέλνει στο διάολο. Έτσι μου κανονίζει ένα ραντεβού μαζί της.


 Είναι ο Βασίλης, που το δερματάκι του σκίζει και εκτίθεται για μένα.


 Και η Αφροδίτη από την Πρέβεζα. Μου είχε πει ΄΄Άντε πνίξου΄΄ και έφυγα σφαίρα  - αφού έβγαλα τα παπούτσια - για τον Αμβρακικό κόλπο. Το χάρηκε. Είπε σε πολλούς να πάνε να πνιγούν, μόνο εγώ τράβηξα για αυτή την δουλειά.

 Και ο Ντινάκος που μου γράφει Θέλω να σου πω ένα σκηνικό στο δρόμο για το αεροδρόμιο της Σεβίλης και να μου γράψεις (αν σου αρέσει η ιδέα και σου βγει) έναν διάλογο.... Νομίζω πως αν ήσουν εκεί θα γελούσες. Αυτό που δεν ξέρει, είναι ότι ήμουν εκεί. Χα.

 Αυτός ο περίπατος.



Δεν υπάρχουν σχόλια: