Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Μεροκάματο έχε γεια

  
  Ποιο ήταν το σπουδαιότερο λα λα λα;
  Που έγκειται η σπουδαιότητα του; Στο ότι δεν δείρανε αυτόν που λαλάλιζε; Στην μουσική που συνόδευε; Στα κορμιά που λάμπανε οι καμπύλες τους κατά την διάρκεια της ακρόασης;

   Ένιωσα λίγο βιβλιοθηκάριος - αποθηκάριος πολυτελείας - σήμερα. 200 κάτι βιβλία κατέβασα σαν παναγίες πριν κοινωνήσω. Στο σπίτι ενός ποιητή, μεταπολεμικής γενιάς, μετά δηλαδή την δεύτερη παγκόσμια κοροϊδια.  Τα ξεσκόνισα, τα ξεφύλλισα. Βιβλία πολλά, περισσότερα. Το πολιτικό ημερολόγιο του Σεφεριάδη - εκείνου που τον γοήτευε η απλή,η παλιά η λαϊκή γλώσσα  - ΄΄Λυσσέα για έλα, κι αν δεν έρθεις στον μπούτζο μου, κι αν έρθεις στον μπούτζο μου΄΄ - με πολλά ανέκδοτα να γελάς και να κλαίνε όσοι τον λιβανίζουν, εκεί μέσα. Τα τούβλα τα αναπόφευκτα του Ρίτσου, οι Βάκχες σερβιρισμένες από τον Γιώργο Χειμωνά, αστυνομικές επιθεωρήσεις της λογοτεχνίας, μελέτες για ζωγράφους και μπογιατζήδες, μπακαλοτεφτέρια για το ΚΚΕ, αναμνήσεις του Ν. Χριστιανόπουλου στα μαλακισμένα χακί και άλλοι Θεσσαλονικείς μεταπολεμικοί. Εμείς - όλοι που έχουν τον χρόνο να γράψουν, τι δεν έχει και τόση σημασία, θα ρθουν ανατόμοι και πιο μετά νεκροθάφτες να τα κρίνουν αυτά - είμαστε μεσοπολεμικοί σε στιλ ΄΄μέχρι το επόμενο μακέλεμα, καλή διασκέδαση΄΄. Έχουμε το χρόνο για βλακείες. Έχουμε το χρόνο για οτιδήποτε' κουτουλιές, κακίες, μισογαμήμενα αστειάκια, μισοαποτυχίες και μονοπάτια για μεγαλεία, καρναβάλια, τσιμπούσια με την γόπα αγκαζέ. Το μόνο που μένει να κολλήσουμε δίπλα στο χρόνο, είναι ο σκοπός. - Πες μου το ΄΄γιατί΄ σου, μη σε κατουρήσω τώρα. . . έλεγε μια από τις τρελές που είχα νταλαβέρι. Αλλά δεν είχα γιατί. Ποτέ δεν είχα. Μόνο ότι σάλευε χαζό ή σίγουρο μπροστά μου. - Σκοντάφτει το μουνί σου σε έρωτες και τα παίρνεις όλα από πίσω και σοβαρά. . . της έλεγα πριν αρχίσω να τρέχω μακριά της φωνάζοντας ΦΩΤΙΑ.


  Όλα αυτά τα βιβλία απλωμένα μπροστά μου. Καθαρισμένα από 'μένα. Λες και ήμουν σε μια κάβα με υπάλληλο συμπαθέστατο να μην με κρίνει. Τα ρίχνω όλα από μια ματιά και τα χαίρομαι. Κάποτε θα βγάλω και εγώ ένα. Μικρούλι σαν ορεκτικό. Έτσι, για να δώσω κάτι στον Πολυβάκι. Προσωπική, συγγενική υστεροφημία, όχι μαλακίες και η μάπα, βιτρίνα.

  Αφού τα έχω τακτοποίησα όλα πάω να δω εκείνη που γύρισε από την Σεβίλλη.
  Μου μεταφέρει χαιρετίσματα.
  Μου λέει για την Ιβηρική χερσόνησο.
  Μου χαρίζει ένα μπρελόκ με μια μικροσκοπική Τουρκάλα δεμένη στην αλυσίδα.
  - Όσες Τουρκάλες συνάντησα, μύριζαν ωραία. Χαμογελαστές με το μάγουλο φράπα.
 Γελάει. Στην τσέπη της έχει τόσα λεφτά, όσο είναι το ύψος της. Όσο είναι, τόσο έχει. Όχι ανάποδα.
 Μου δείχνει το Ταξίδι στην άκρη της Νύχτας του Γιατρού από τον Άδη.
 Ανατιναχτικό βιβλίο. Ξαναμοιράζει ένα κόσμο έτοιμο να αλληλοσκοτωθεί ή να το ρίξει στην νοσταλγία από κάτι που δεν έζησε και απλά άκουσε και του καλάρεσε.
 Της αξίζουν αυτής της κοπέλας, όλα τα ανατιναχτικά βιβλία. Γιατί δεν περιμένει τίποτα. Γιατί όλα είναι μπροστά της και ξέρει. Όλα τα ανατιναχτικά. Ακόμα και αυτά που δεν τυπώθηκαν αλλά έχουν γραφτεί.

 Χαμαλίκι απρόσμενο σήμερα και στο τέλος πληρώνομαι. Ο τύπος με τα λαχεία βλέπει το χαρτονόμισμα στα χέρια μου και μου κοτσάρει τα δελτία στην μούρη.

 - Πάρε, πάρε. . . 
 - Τι να τα κάνω τα λεφτά; Και αυτό που βλέπεις - το βλέπεις ρε; Δανεικό είναι. . . Θα φύγει γρήγορα για να πάω να κουβαλήσω να βρω άλλο. 
 - Ε;
 - Όχι, παίζουμε. Παίζουμε να μην χαθούμε, μάστορα. Κι αν χαθούμε αλίμονο σε όποιον κερατά μας βρει.

  

Δεν υπάρχουν σχόλια: