Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Αρχή


 τελευταία ευκαιρία - πάλι.

  Να σταματήσουν οι δικές μας - με βούλα και με επίθετο, διεύθυνση - βλακείες.
  Να σταματήσει, όπως πρέπει, ο χορός των καβουριών, τα παραπατήματα και τα βαριά λόγια τα απερίσκεπτα. Το πρωινό τρέμουλο και η αμηχανία.

 Ένας άγιος μισός με τακτοποιημένα σκοτάδια, φεύγει τον Σεπτέμβρη φαντάρος στην Καλαμάτα και άλλος κοιτάζει σε ποιο μέρος θα διοριστεί να διδάξει τα παιδάκια.

 Ανεργοτάξια του νου / σώμα κουρασμένο, ξεντύνεται, ξεφορτώνει, δεν θυμάται. Νηφάλιο, όπως δεν γεννήθηκε.

 Πράγματα που δεν υπήρξαν ποτέ, φάνηκαν μπροστά μας τόσο ταϊσμένα.

  Μπορεί εκατό, μπορεί και διακόσια ποιήματα - έχω ξεχάσει να μετράω. Άλλα μπαμπάτσικα και αλλά χτικιάρικα. Άλλα έτοιμα να σκοτωθούν και άλλα φοβισμένα, μουρμούρικα. Όλα όμως ένα. Ένας άνθρωπος. Κάτι μεταξύ ακροβάτη και ταμία.

 Φεύγεις τώρα και δεν θα σκοντάψεις πάλι σε μύθους που πήγα να γκρεμίσω. Φεύγεις με τα χαρτιά σου ωραία, τα ρούχα σου τακτοποιημένα και μια γλυκιά φωνή, ένας άνθρωπος πραγματικός, να σε περιμένει στο λιμάνι.

 Και εγώ;

 Δεν μένω πίσω. Μένω εδώ.
 Δεν περιμένω. Στέκομαι όρθιος.
 Ξεχνάω το σχέδιο, τις λεπτομέρειες
 και κρατάω, θυμάμαι το χρώμα.
 Δεν τρέμω.
 Βρίσκω πάλι ένα ρυθμό.

 Δικό μου.



Δεν υπάρχουν σχόλια: