Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

Γράμμα στον Σκορδά




γύρισα από το μνημόσυνο σου. εχθές φτιάχτηκα κάπως. . . κουρεύτηκα, μάζεψα λίγο τα γένια μου,συμμάζεψα το μυαλό μου όσο μπόρεσα. όλα αν θέλεις μοιάζουν ωραία. . . όλα αν θες μοιάζουνε με απολογία. . . και έχω γράψει πολλές απολογίες και το κατηγορητήριο πάντα δικό μου. . . κανείς δεν μπορεί, Παππού, να με κάψει, να με διαβάλλει, να με ρημάξει εκτός από εμένα. . . όλοι οι υπόλοιποι είναι ερασιτέχνες. . . απατεώνες. τρεις μεγάλους είρωνες γνώρισα. . . την Αντιγόνη που όλα τα έβλεπε με ματιά φαρμακερή και όταν ήθελε να πιει μόνο γινόταν αστέρι και γλυκιά. τον αδερφό μου, το πρωτότυπο και εγώ το κακέκτυπο, ο πιο ωραίος τύπος που γνώρισα ποτέ - και τον πατέρα μου/τον γιό σου που πολεμάει 1000 τόννους κούραση και ηλιθιότητα με το πιο πικρό χιούμορ - την Ειρωνεία. Αυτοί οι τρεις μέχρι τώρα. . .

διαβάζω Μπουκόφσκι. ωραίος και ένα μαλακισμένο καλοκαίρι μου έσωσε την ζωή. δεν το ξέρει, δεν θα το μάθει ποτέ εκτός αν τα πούμε κάποια μέρα σε μια διαφορετική διάσταση. υπάρχει μια παρεξήγηση με αυτόν. . . κάποιοι μουνοπανάδες αν διαβάσουν μια ιστορία που έχει μεθυσμένους/δυστυχία/χιούμορ/παρανοϊκές γυναίκες, πετάνε την κοτσάνα ΄΄α. . .Μπουκόφσκι΄΄ θα τους συμβούλευα πριν αυτοκτονήσουν να σκεφτούν ότι μεθυσμένοι και αλκοολικοί υπήρχαν πάντα, όπως και συγγραφείς που τους περιέγραψαν- ο Μεγάλος Επιληπτικός και Κουμαρτζής Ντοστογιέφσκι τους περιέγραψε ανεπανάληπτα. το θέμα είναι πως τους σερβίρεις στον αναγνώστη. . . ο Μπουκόφσκι το έκανε πολύ καλά. . . εμβαθύνει αλλά σε κάποιους αρέσει να περπατούν πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας ως άλλοι ταχυδακτυλουργοί ή Μεσσίες.

δεν τα έμαθες αυτά, δεν σε ενδιέφεραν. 81 χρονών και ούτε μια ρυτίδα στο πρόσωπο. με μια Ναζλού από πίσω σου να σε προσέχει. κάποτε έβαλα έναν σταθμό στο ράδιο και είχε μια απαγγελία ενός ποιήματος του γραφώ-μέχρι-να-πεθάνω Ρίτσου για την Κύπρο. άκουγες μπερδεμένος μέχρι που ο Ρίτσος είπε το όνομα ΄΄Αμμόχωστος΄΄ και σαν να ανακάλυψες την Αμερική μου είπες ΄΄Για την Κύπρο, μιλάει.΄΄. μέσα ήσουν.

όταν μέναμε μαζί είχα αφημένα κάπου ένα πάκο με μουντζούρες δικές μου σκέψεις. μια μέρα βρήκα ένα μέρος από αυτές πάνω στο τραπέζι με έναν τέλειο μαύρο κύκλο στην πρώτη σελίδα. όταν σε ρώτησα πώς έγινε αυτό, μου είπες ότι δεν έβρισκες κάπου να αφήσεις το τηγάνι με τα μακαρόνια που ζέστανες και έτσι το άφησες εκεί. γέλασα. . . ήταν η πρώτη φορά που αυτά που γράφω είχαν κάποια πρακτική αξία.

η Αντιγόνη έλεγε ότι είσαι χαριτωμένος. εσύ έλεγες - όταν δεν ήταν μπροστά - ότι είναι μπεκρού και χαμένο κορμί. οξυδερκής ματιά για κάτι που σαν μυώψ που είμαι δεν μπορούσα να δω



τώρα ησύχασε


κοιμήσου.


άλλοι θα ταΐσουν


τα θηρία/που δεν


είδες ποτέ σου.





1 σχόλιο:

M. είπε...

http://www.youtube.com/watch?v=Xskk5q1DL6A