Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Βεργίνα



ο Βότσης άκουγε Dio και εγώ το Freak out / 27 Ιουνίου 1966 / και εκεί λένε ότι η αγάπη δεν υπάρχει / γνώρισα δυο τρεις που το πίστεψαν αλλά φάγανε τα μούτρα τους / δεν ακούνε και Mothers of Invention / το κατάλληλο συναίσθημα για . . .

- Σε θέλουν στο τηλέφωνο. . .

- Ποιος είναι;

- Ο Σκορδάς. . . βρίζει. . . λέει ότι οταν έφυγες από το σπίτι του του πήρες τα τσιγάρα και μες το πακέτο είχε ένα πενηντάρι.


. . . που θα σε βοηθήσει να καταλάβεις τον κόσμο. / θυμάμαι μια φορά που με γύρισε η Αντιγόνη στο Προκοπίδη. 6 το πρωί. Οδηγούσε άτσαλα και και είχε πονοκέφαλο από το βραδινό πιόμα Έτρεχε. . . Έβριζε, έκανε κάτι προσπεράσεις και το στομάχι μου έφτανε στην καρδιά. Οι αυτοκτονικές μου τάσεις πιάστηκαν χεράκι χεράκι με τις σωφερικές ικανότητες της. Φτάσαμε κάποια στιγμή. Βγήκα από το αμάξι και εκείνη πάτησε γκάζι. Ο Μαλάκας Δόκιμος στην πύλη με ρώτησε. ΄΄Που το πέτυχες αυτό το σαράβαλο;΄΄. Μέχρι σήμερα δεν έχω καταλάβει αν εννοούσε το αμάξι ή την οδηγό. Μάλλον και τα δύο.


- Ξανατηλεφώνησε ο Σκορδάς. Λέει ότι θα ΄ρθει εδώ και θα τα κάνει όλα πουτάνα.

- Άστον να κλάνει.


ο Βότσης πίνει ιρλανδικές μπύρες από την Γαλατινή Κοζάνης. Την γη των προγόνων του. Συνεπής άνθρωπος, πρακτικός με μια κόκκινη μπύρα στο χέρι χαιρετίζει την ματαιότητα. Ξέρει πολλά. Δεν μιλάει. Το ανάποδο από εμένα. Έχει ακούσει πολλά μέταλλα, έχει δει μυθολογίες - αλλά τίποτα δεν καταπίνει ή μασάει Κάποιοι κοιτάνε το φαΐ τους καλύτερα αφού ξεράσουν. Αποδεδειγμένο. Όπως και στις σχέσεις.


- Βαράει την πόρτα. . . Βρίζει τι να κάνω;

- Άνοιξε του. . . Πες την μάνα να ετοιμάσει το μαχαίρι. . .


Πάμε να κατακτήσουμε τον κόσμο; Είναι απλό. . . Βρες μια μαλακία και θα ΄ρθούνε όλοι από μόνοι τους. Να μου μάθεις πως να κάνω με τρόπο τράκα τσιγάρα και εκείνο το δοκίμιο ο Κύριος Βαρυψώλης επιστρέφει να το επιστρέψεις στην βιβλιοθήκη. Εγώ τελειώνω το Βαλς με έναν ευαίσθητο δονητή μιας πρώην αριστερής ποιήτριας - το έγραψε πριν γίνει ανένταχτη. Φαίνεται πολύ αυτό.


- Γεια σου Σκορδά

- Φίλε μου Καθίκι. . .

- ΜΑΝΑ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ


Είχε πλάκα χθες. Μια προσπαθούσε να ξεράσει και φώναζε ΒΑΛΤΕ ΜΟΥ ΔΑΧΤΥΛΟ. Κάποιος βιρτουόζος πιανίστας την ανέλαβε. Ξέρασε, ηρέμησε. Μετά της ξαναέβαλε δάχτυλο - σαν να έπαιζε την Σονάτα του Σεληνόφωτος ήταν - έτσι μου είπε. Εγώ είχα τις μπύρες μου, τρελός, μανιακός, μες την επανάληψη. Περιμένω κάποιον ή κάποια να μου να μου κολλήσει ψηλά δεξιά στο μέτωπο - αριστερά όπως με κοιτάς - ένα μεγάλο Ε για να με καταλαβαίνουν από την αρχή οι άνθρωποι και να κερδίζουν χρόνο. Έτσι έπρεπε να είχε γίνει στην Βεργίνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: