Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

V



Στον Νικόλα Βότση
που πάντα
είναι εδώ


Ι

ζήτησα λίγο λικέρ βύσσινο / σε ένα πράσινο σκαλιστό ποτηράκι / το άδειασα γρήγορα / έπαιξα λίγο με το ποτήρι / χαριτωμένο και μικρό / πρόσεξα μην το σπάσω και μετά φύγω πετώντας από το παράθυρο / μόλις έφυγες από το σπίτι βολεύτηκα στην άνετη πολυθρόνα / σταμάτησα να σκέφτομαι. . .

II

όταν μεθώ καταλαβαίνω πολλά πράγματα / ίσως τα πάντα / και δεν θέλω να ξέρω τα πάντα / μόνο όσοι ζηλεύουν παθολογικά και η Ασφάλεια φιλοδοξουν κάτι τέτοιο.


ΙΙΙ

τα χέρια σου είναι άσχημα / τα δάχτυλα σου τεράστια χοντρά / δεν μπορείς να παίξεις κιθάρα και χαϊδεύειςς τις χορδές / με αυτές θα σε πνίξω όπως οι Ναζί τα καλύτερα παιδιά τους / παραφέρομαι / ξέρω τι λέω αλλά δεν με καταλαβαίνεις / ένας παρορμητικός χαρακτήρας είμαι σελωμένος με του κάθε ρουφιάνου τις ενοχές όμως σε αγάπησα κάποτε και μ΄ αγάπησες και εσύ / διαφορετικές ( λάθος; όχι λάθος, τα λάθη πολυτέλεια και χαμένος χρόνος) στιγμές ο καθένας / σαν εσύ να γυάλιζες τις ράγες την ώρα που ερχόμουν κατά πάνω σου. . .


IV

όταν περιγράφεις κάτι ωραίο - κάτι που σου αρέσει δηλαδή - την ομορφιά την βρίσκεις ή σε βρίσκει - σπάνια πέφτεις μέσα. . . οπότε μια περιγραφή σε κάτι που δεν σου αρέσει - η ασχήμια σε βρίσκει πάντα, ακόμα και αν δεν την βλέπεις - αφήνεις μια ελπίδα ότι μπορεί να μιλάς για κάτι πραγματικά καλό.


V

ένιωθε μόνος όταν δεν βρισκόταν κάτι γυμνό δίπλα του έτοιμο να του παραδοθεί. θαύμαζε τον Μάρλοου - τις απαντήσεις του πιο συγκεκριμένα - και θεωρούσε τον Σπέηντ έναν απλό
μπήχτη.

ξεκίνησε με το γαλάζιο του σακάκι να κατακτήσει τον κόσμο
ο κόσμος όμως θα τον σκότωνε για ένα πακέτο τσιγάρα
έτσι είπε
- τον άκουσα -
΄΄δεν αξίζει΄΄

ό,τι έλεγε ό,τι έγραφε ό,τι πασπάτευε
του φαινόταν υπερβολικό
υπερφυσικό
συνεπώς
και προβλέψιμο

ήξερε ότι οι εραστές
κάνουν γκελ
στην ματαιότητα
ότι οι ποιητές
έχουν αλλεργία
στις αναλύσεις
και στο νόημα
ότι οι γυναίκες
κουρδίζουν
τα ρολόγια

ήξερε. . .


Δεν υπάρχουν σχόλια: