Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Θεσσαλονίκη, Κατοχή




«Η νεκροφόρα του Δήμου προοριζότανε για τους άπορους. Μιλάμε για μια μαύρη παλιοκαρότσα με ένα ψοφάλογο, που το κουμαντάριζε ο ατυχής ηνίοχος. Τον ηνίοχο τον λέγανε Χαρίτο και ήταν πασίγνωστος στην πιάτσα των χασικλήδων, γιατί ο Χαρίτος πούλαγε στη ζούλα τσίκες. Ο Χαρίτος ήταν ένας γιγάντιος αμπλαούμπλας. Φόραγε πάντα στο κεφάλι έναν πλεχτό μάλλινο κούκο με φούντα. Μίλαγε βραχνά και κουτσαβάκικα, σαν τον Μάρκο Βαμβακάρη. Γνώρισα τον Χαρίτο το ’44 και κράτησα την φιλία μαζί του για πολλά χρόνια, γιατί ήτανε έξυπνος και αξιαγάπητος.

Όταν λοιπόν, ο Χαρίτος κατέφθανε στο νεκροταφείο της Αγίας Φωτεινής, σταμάταγε στην πύλη κι άφηνε τα σχετικά χαρτιά στην γραμματεία και, συγχρόνως, καλούσε τους νεκροθάφτες. Το άλογό του ήταν καταϊδρωμένο από τον ανηφορικό χωματόδρομο, που σήμερα τον λένε οδό Λαχανά. Οι νεκροθάφτες παρίσταναν τον κουφό, ώσπου ο Χαρίτος οδηγούσε τη νεκροφόρα πλάι σε κάποιον ανοιχτό ομαδικό τάφο. Εκεί, άνοιγε τα δύο πίσω πορτάκια της νεκροφόρας κι απομακρυνότανε τρέχοντας, εξαιτίας της μπόχας.

Οι νεκροθάφτες με διάφορες προφάσεις κωλυσιεργούσαν. Δεν φαινόντουσαν πουθενά για πουθενά. Και τότε, επαναλαμβανότανε ομοιόμορφα μια απερίγραπτη σκηνή: ο Χαρίτος γαμωσταύριζε, οι νεκροθάφτες του φώναζαν από μακριά να κατεβάσει τα πτώματα από τη νεκροφόρα, ο Χαρίτος απαντούσε ότι τυγχάνει αναρμόδιος, οι νεκροθάφτες ισχυριζόντουσαν ότι δικιά τους δουλειά είναι μόνον η ταφή κτλ. κτλ. Στο τέλος ο Χαρίτος (αναθεματίζοντας την μοίρα του) γράπωνε από το ποδάρι ένα-ένα τα πτώματα και τα βρόνταγε καταγής. Καθώς τα πτώματα έπεφταν χάμω έσκαγαν σαν μπαλόνια. Τότε πλησίαζαν οι νεκροθάφτες και έπιαναν να σκουντάνε τα κουφάρια με τα φτυάρια, για να κυλήσουν μέσα στον ομαδικό τάφο. Όλο αυτό το διάστημα ο παπάς του νεκροταφείου έμενε κρυμμένος στην δροσιά της εκκλησιάς. Ποτέ μου δεν είδα αυτόν τον πουστόπαπα να ψέλνει μιαν ευχή για τα σκοτωμένα παιδιά…»


«Κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου ο Χαρίτος εξαφανίστηκε. Είπανε πως τον σκότωσαν οι ταγματασφαλίτες, για να του πάρουν τις τσίκες. Την άνοιξη του ’45 τράκαρα τυχαία τον Χαρίτο στον δρόμο. Έμεινα ξερός. Τον ρώτησα πού είχε χαθεί. Και μου διηγήθηκε την ιστορία του. Τον είχαν εκτελέσει οι ταγματασφαλίτες με ριπές και τον άφησαν νεκρό. Όταν έφυγαν, ο Χαρίτος πήρε τα χυμένα άντερά του στα χέρια και σύρθηκε προς κάποιο νοσοκομείο, ψιθυρίζοντας στον εαυτό του: αγάντα, Χαρίτο! Τελικώς επέζησε».


Ηλίας Πετρόπουλος
παρμένο από το βιβλίο
Πτώματα, Πτώματα, Πτώματα

Δεν υπάρχουν σχόλια: