Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Cucamonga

  
 Στην προηγούμενη ζωή σου, ήσουν σίγουρα περτσιναδόρος χειρός (Σαν περτσίνια πρέπει να χώνονται οι λέξεις. . .) και στην επόμενη μυστρί. . . Θα ήσουν τότε και θα είσαι μετά χρήσιμος, γκραν μανάρι - τώρα όμως. . .Ανταποκρίσεις και ειρωνείες, ανταποκρίσεις και ειρωνείες - τίποτα της προκοπής, γκραν Μανάρι. . . Στο φινάλε, εκεί που η μέση σου θα βγει στην σύνταξη και θα γίνεις σαν σίγμα τελικό, εσύ θα το κάνεις να φανεί υπόκλιση και η αυλαία θα πέσει να σε πλακώσει. . . Θυμήσου τα προτελευταία λόγια και αυτοσχεδίασε με τα τελευταία.

- Από που είσαι; 
- Από την Cucamonga, όχι της Ευρυτανίας.
- Και πως ήρθες εδώ;
- Ολόκληρος.

. . . 


 Μπάσο γέλιο, σαν να ξεκινάει από της πατούσες και στο ενδιάμεσο να τρακάρει με όλα τα χαλασμένα όργανα που την δουλειά τους, για την ώρα την κάνουν. Φοράει γυαλιά ηλίου, ελάχιστα μεγαλύτερα από το κεφάλι του και μπαίνει στο λεωφορείο. Για μια στιγμή σκέφτεται να φωνάξει - Ποιον κοροιδεύετε ρε; Πείτε το τώρα. . . αλλά βρίσκει αμέσως θέση και βολεύται. - Βολεύτηκα. Δεν με σηκώνουν τώρα. . . Μπαίνουν συνέχεια. Κόσμος με τις πετσέτες του, κουρεμένοι όλοι σαν γίδια πριν τα βράσουν και με τατουάζ. Ένας έχει την Παναγία του, άλλος ονοματάκι αγαπημένο κι άλλος λατινικό ρητό που τα λέει όλα. . . Ζωγραφιές, σοφία και αγάπη απάνω σε τομάρι. . . Μελάνι και κακό. . . Αν το γδάρεις, μάλλον χαλάει. . . (Οι τατουατζήδες κλέφτες θα γίνουν; Άσε μας από δω. . .) Μετά αρχίζουν τις συζητήσεις. Ο μπροστινός του, κάπου δεκαέξι δεκαεφτά, αγορεύει. . . - Εσύ - και δείχνει άλλο γίδι - που έχεις να πατήσεις στην εκκλησία από την βάφτιση σου, είσαι λιγότερο υποκρίτης από τους άλλους που φάγανε τα νιάτα τους εκεί μέσα. . . Είναι απλό, εγώ τα ξέρω. . . Αν άνοιγε εκείνη την στιγμή το κεφάλι του θα φαινόταν ένα κασετόφωνο μέσα. Παπαγαλία - σαν φοιτητής - τα έλεγε, αλλά τα ένιωθε και ο απέναντι κουνούσε το δικό του κεφάλι, συμφωνώντας - εκείνος ηχογραφούσε εκείνη την ώρα, να τα πει μετά, όπως τα άκουσε, αλλού.
  Πίσω είχε πιο ενδιαφέρον το πράμα. Προσπαθούσε μια παρέα να κάνει ρίμα, το Φιέστα με το ΧέσταΠως δεν το σκέφτηκα εγώ, νούνιζε εκείνος. Αυτοί όμως είναι τέσσερις, εγώ ένας, καταλήγει. Λέγεται ότι ο Καβάφης, όταν ζούσε, πριν τον σβερκώσουν οι φιλόλογοι και τον βάλουν στο φούρνο, δούλευε ένα ποίημα του και δέκα χρόνια. Αυτοί ιδρώνουν κάπου ένα τέταρτο. . . Έχουν δρόμο ακόμα αλλά το πάνε καλά.
 Από τους τέσσερις λουφάρει ένας από το ποίημα - ο κοντός. Και μπινελικιάζει τον απέναντι του - το λελέκι. . . Γαμώ το σπίτι σου / Πάρε τα αρχίδια μου και έλα να με βρεις / Θα σε γαμήσω αλλά δεν θα θες και πάει βρίζοντας. Το λελέκι δεν αντιδράει. Το λελέκι,αν θέλει, τον κάνει μπρελόκ τον κοντό αλλά δεν θέλει.

 Όλοι οι γέροι είναι όρθιοι. Κάνεις δεν δίνει την θέση του.  Ό,τι και να ψήφισαν. Εκείνος περιμένει και δικαιώνεται χωρίς να πεθάνει. Μπαίνει μια έγκυος πρησμένη και της δίνει την θέση του.

- Ευχαριστώ πολύ.
- Αγοράκι ή κοριτσάκι.
- Αγόρι και κορίτσι. Δίδυμα.
- Σετ ε; 
- Ναι. . . χαμογελάει.
Είστε υπέροχη. Δυο ακόμα φορολογούμενοι στο ταψί. 
- Ορίστε; 
- Α, τίποτα. . . Να τα αγαπάτε και μη τα μαλώνετε πολύ. . . Τουλάχιστον το ένα μπορεί να σας κοιτάξει αργότερα. . . Εκείνο το ποτήρι με το νερό που λένε. . . Έχουν δει πολλά - βγάζει τα γυαλιά του - τα μάτια μου.
- Ναι. . . Μάλλον.
- Φτάνουμε σε λίγο.

 Το λεωφορείο φτάνει στα ΚΤΕΛ. Εκείνος βγάζει εισιτήριο για την γη των Παραδόπιστων. Μετ΄ επιστροφής, με την έκπτωση που το συνοδεύει, ανοικτό για είκοσι μέρες. Τον περιμένει ο Γκουρού της Βούλγαρη, που ένα βράδυ του έλεγε για την Αυτοπραγμάτωση και εκείνος κατάλαβε Απαύτωμα και συζητούσαν κάνα εξάωρο μέχρι που ξημέρωσε, μεσημέριασε - συνεχίζαν να μιλάνε (Απάυτωμα και Αυτοπραγμάτωση και ανάποδα) έσκασε μύτη η γυναίκα του Γκουρού φορτωμένη, καλή καρδιά,  με αρτοσκευάσματα, κότσι με ρύζι, λαχανοντολμάδες και παπουτσάκια - Μια μπύρα, μωρή δεν μπορούσες να φέρεις; -  Τι να σου κάνει η μία εσένα; - Ό,τι και σ΄ εσένα αυτός ο Φακίρης από εδώ. .  Αλλά καλά έκανες και δεν έφερες. . . Συγνώμη.
  

Δεν υπάρχουν σχόλια: