Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

τανάπαλι


ο Σκορδάς μου ζήτησε
να του γράψω
κάτι, για αυτόν.

ορίστε



ο Σκορδάς εκθέτει τα αισθήματα του χωρίς να φοβάται να του σπάσουν την βιτρίνα - πίνει πολύ αλλά εμένα δεν με φτάνει - αγαπάει χωρίς διακρίσεις - ειρωνεύεται για τα μάτια του κόσμου και του αρέσει να γελάνε οι άνθρωποι, ακόμα και οι ηλίθιοι. . . έσπασε το χέρι του αρραβωνιαστικού μου αλλά ήταν απλή αυτοάμυνα ( έτσι υποστηρίζει. . . ) - ποτέ δεν αποπειράθηκα να τον σκοτώσω. . . όλα αυτά είναι στην καλοσχεδιασμένη φαντασία του. . . αυτή την πουτάνα που τον κάνει να ΄΄νομίζει΄΄ και όχι να βγαίνει μπροστά. . . έτσι τον γνώρισα. . . ένας άνθρωπος που δεν θα αλλάξει ποτέ. . . γελάει με τις Ιταλικές Κωμωδίες και ακούει κάποιον κωλόγερο που τον λένε Tom Waits και άλλους πολλούς πεθαμένους μουσικούς. . . το κακό είναι ότι βάζει και όσους είναι δίπλα του να βλέπουν και ν΄ ακούνε αυτά τα πράγματα. . . δεν του αρέσει να μην τον ακούνε - τότε γίνεται επιθετικός και τον ακούς θες δεν θες . . δεν τον ενδιαφέρει αν συμφωνείς μαζί του, αρκεί να να μην κάνεις φασαρία. . . του χρωστάω 88 ευρώ. . . σας το έχει πει; θα του τα δώσω κάποτε. . . αν πεθάνει θα τα δώσω σε κάποιον Βότση. . . έναν φίλο του. . . ναι . . έχει φίλους. . . και φίλες. . . τον αγαπάνε, λέει. . . αλλά όχι για πολύ ώρα. . . Σωστά. . . δεν μπορείς να τρως συνέχεια το ίδιο φαγητό. . . ο Σκορδάς δεν καμαρώνει σχεδόν για τίποτα δικό του. . . αυτό μου άρεσε πάνω του. . . και ότι πάντα πλήρωνε ό,τι πίναμε. . . δούλευε ένα καλοκαίρι και όλα του τα λεφτά τα ήπιε μαζί μου. . . Αλήθεια!!! δεν πάει πια στα κάστρα. . . λόγω βάρους; λόγω διάθεσης; δεν ξέρω. . . εκεί τον στρίμωξα ένα βράδυ. . . και ήρθανε και άλλα βράδια. . . πιο πολύ όμως ερχόταν το ξημέρωμα και έβλεπα καθαρά με τι είχα να κάνω. . . εκείνος περίμενε το βράδυ για να μην βλέπει ό,τι είχε απέναντι του αλλά ό,τι ήθελε να βλέπει. . . είναι αστείος. . . μου έχει κάνει δυο ή τρεις προτάσεις γάμου. . . μου έχει γράψει εκατοντάδες κείμενα. . . κάποια τα έσκισα γιατι έλεγε μαλακίες. . . η φαντασία που σας είπα πριν. . . - ο Σκορδάς πιστεύω θα πεθάνει. . . όπως και εσείς. . .


  
   Χιουμοράκι;
  Ωραίο για πρόλογος. (Μια καλή κυρία μου είχε προτείνει, όταν βγάλω βιβλίο, να μου γράψει πρόλογο, κόσμημα πριν τα δικά μου. . . Της είπα ότι δεν έχω πεθάνει ακόμα και εκείνη γέλασε).
 Έχω μέσα μου ένα κάρο με πατικωμένες ιστορίες και το σέρνω από δω και από εκεί και το φορτώνω συνέχεια. . . Τίποτα για πέταμα. (Είχα βρεί, πριν λίγα χρόνια, δίπλα από ένα κάδο στην Αρμενοπούλου, πεταμένο, το Μην πετάξεις τίποτα, του Σαββόπουλου.) Όλα μπερδεύονται. Μάπες, λογάκια που κυλάνε, μεθύσια που δεν βγήκε σχεδόν τίποτα της προκοπής, κλάματα κάτω από μπαλκόνια, κάτι γυναίκες ανίκητες, όλες κάτω από 1,65. Μεροκάματα να γελάει ο κόσμος. Μόνο φέρετρο δεν έχω σηκώσει.

 Πάνω σε όποια γκρίνια ή κακομοιριά δεν καμαρώνω, τα αφήνω όλα να περνάνε από πάνω μου.
 Ό,τι και να γίνει θα ζήσουμε.

  Όλα περνάνε απο μια λοξή ματιά, είτε πιώ, είτε δεν έχω να πιώ. Τα φιλτράρω και ό,τι δεν καταλάβαινω το αφήνω να ζήσει, ελπίζοντας οτι και αυτό θα κάνει το ίδιο.

  Παρέλαση όλα και όλοι μπροστά μου. 
  Μες στην επανάληψη και την βλακεία.
  Ο πατέρας να τα βάζει με την πραγματικότητα και όλο τον κόσμο να τον κάνει ό,τι θέλει. Αυτοσχεδιάζει κάπου σαράντα χρόνια. - Τα πρώτα πενήντα χρόνια είναι δύσκολα. Ο πατέρας να μπαίνει μπροστά και να κοπανάει κόσμο, κάτι σαδιστές, κάτι λεχάρια που βρήκανε πλάσματα αδύναμα να παίξουν. - Τι τον πειράζεις ρε αρχίδι; Το χριστό σου. . . και δως του ξύλο. Δεν προλάβαιναν να πούνε εκείνο το χαζό - Και εσύ τι είσαι; Δικηγόρος του; 
  Ο Βότσης στη Ναβαρίνου ένω τα έντερα μου καίγονται και εγώ ουρλιάζω, βάζει ώμο και με κρατάει να με πάει προς την πιάτσα με τα ταξί. - Είσαι καλά; Ο Βότσης να μου λέει ότι ο χρόνος είναι μια πλάνη και εγώ - Τράβα ρε να πληρωθείς το βδομαδιάτικο και ο καριόλης να σου πει ο χρόνος είναι μια πλάνη, πάρε τα μισά. . . και εκείνος να γελάει. Μια ήρεμη αυτοκρατορία με πολλούς κόσμους μέσα του.
  Η άλλη από πάνω, με τον πρόλογο, να παίζει μαζί μου ένα γύρω γύρω όλοι, σκοτώστε τον καριόλη και να έχει το πιο ωραίο γέλιο που άκουσα ποτέ.Η πρώτη γυναίκα που μου έριξε μια ματιά και μετά γαμήθηκε το σύμπαν. Δεν ήταν δείγμα δωρεάν, δεν ήταν κακός άνθρωπος. . . Λίγο αλλοπρόσαλη και όταν έπινε ηρεμούσε και μ΄ έλεγε - Σκορδά. . . πάμε μέσα; με τσιγάρο στο στόμα, το κινητό στο λάστιχο της κιλότας και την πονηριά βιδωμένη στο κεφάλι. Η υγεία σου είναι ανέκδοτο, Σκορδά. . . Και το τελευταίο κάζο που μου έκανες θα το πληρώσεις.
- Αϊ μωρή σαύρα από δω.

Η Γρέκα Γκάρμπο - Ο Βασιλάκης, όταν βγαίνουμε σταμάταει σε κάθε περίπτερο και παίρνει μια μπύρα. Μέχρι το επόμενο την έχει πιεί και παίρνει άλλη. Η Γρέκα Γκάρμπο ή Debbie Tourbo, όμορφη μες στα μοβ της, στις εξισώσεις που της αρέσουν και στις λέξεις που της βγαίνουν σαν πλημμύρα. Σαν ένα μικρό παιδί χαζεύει από ψηλά τον κόσμο και αλίμονο όπου προσγειωθεί. Δίπλα της ο Σαββίνκοφ από τα Άγρια Δυτικά, τα δικά μας. Πλακώνει ήχους, βουτάει την κιθάρα του και σιάχνει, και σκάβει και βρίσκει από το τίποτα ομορφιές. Τον είχα δει στο στούντιο των Chinese Basement, να είναι ένα με την κιθάρα, να βγάζει μελωδίες, να πλέκει με αυτές. Τώρα ετοιμάζει βιβλίο με ιστορίες. Το περιμένω.
 Ο ξεναγός Γ.Φ. που τον είδα χθες. Κάθε φορά που τον βλέπω, μεθυσμένος συνήθως, κάνω όποια βλακεία υπάρχει. Όποια βλακεία υπάρχει. Εκείνος από άλλους κόσμους. Έκεινός όμορφος. Θα μπορούσε να σιάξει μιούζικαλ την Δίκη των Έξι. Ένα βράδι γυρίσαμε με ταξί, τον κύριο Χριστιανόπουλο σπίτι του, κάπου χαμηλά στις Σαράντα Εκκλησιες. Τον έκανα να γελάσει τον κύριο Χ. και χάρηκα γιατί από όσες συνεντεύξεις του είχα δει, δεν είχα ακούσει το γέλιο του.

  Η Έλενα από την Κύπρο. Μια δεκαετία κοντά φίλοι. Κιουμπρίκενα ή Φελίνα. Βουτάει λέξεις μου και τις βάζει όμορφα πλάι στις δικές της. Μου κάνει καφέ όταν σέρνομαι για να συνέλθω και όταν παραφέρομαι - επανάληψη στην βλακεία, είπαμε - δεν με μαλώνει εκείνη την στιγμή αλλά μετά. . . Παίζει με τα πλάνα και όταν το αίμα της ανεβαίνει στο κεφάλι - ένα πενήντα οχτώ, σιγά την απόσταση - μιλάει καθαρά κυπριακά. Τώρα και επιχειρηματίας πλάι στην αρχαία ρωμαϊκη αγορά, που στο τσακ τότε γλύτωσε το τσιμέντο. 
  ο κόσμος να κάει την ιστορία του θα την πει. . . Επιστρέφω ο χαζός, πιο νηφάλιος από ποτέ και τραγουδάω. . . Και μπαίνει μέσα και δεν κρατάει τίποτα. . . ΤΙΠΟΤΑ. . . Τι να κρατήσει;  Έχει καρδιά. . . Είναι καρδιά. . . Κι όλα τα άλλα ωράρια και λογαριασμοί. . .
Του χρωστάω ένα ποίημα που να του μοιάζει.
Καβλιάρικο, ορεξάτο, χαμογελαστό και λίγο καθαρματάκι.
Ο Ντίνος.

Ο Μπουργκ Γκαζάν από το Περιστέρι. Φίλος από τα χακί. Από τους δυο, τρεις ανθρώπους που γνώρισα εκεί. Στην πύλη του στρατοπέδου έτοιμος να φύγει με άδεια για το σπίτι  του. Εκεί, τυπικά του ψάχνουν τους σάκους. Βρίσκουν ένα φάκελο και ρωτάνε 

- Τι είναι αυτό;
- Ποιήματα.
- Γράφεις ποιήματα;
- Δεν είναι δικά μου. . . Είναι του Σκόρδου.
- Γράφει αυτός ο μαλάκας ποιήματα;

  Σημείωνει. Μόνο σημειώνει, σε αυτό το προπωλημένο παιχνίδι που δεν τέλειωσε ακόμα.

Η Μαρία.
Η Μαρία και ας αρχίσει η μουσική.
Η Μαρία με πάθος.
Η Μαρία κι όλα από πιο κοντά.
Η Μαρία, η χαρά μου.
Ό,τι και να γίνει.




 Προχωράω - κατρακύλα - παρακάτω. 
 Έρχονται και άλλοι.
 Τους περιμένω.
  

Δεν υπάρχουν σχόλια: