Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Παραμονή της επετείου



 Ένα τσούρμο μεγάλο τραβάει κατα το Κρατικό Βορείου Ελλάδος, να χωθεί εκεί μεσα για τέσσερα χρόνια για να πάρει το χαρτί. Τρεις μονόλογοι και ένα ποίημα, με αυτά θα χτυπηθούν και οι μουτράκλες σοφές θα τους κρίνουν, θα τους ξεχωρίσουν και οι υπόλοιποι στον αγύριστο, του χρόνου. Πολλοί με ένσημα σε θεατρικές ομάδες, πολλά ψώνια, πολλοί απόλυτοι και πολλοί με όρεξη να πιασουν και να δημιουργήσουν. . . Άλλοι ετοιμασμένοι μόνο δυο βδομάδες.  Μια τέταρτη κατηγορία, είναι αυτοί που προβάρουν ασύστολα, με θράσος, με κλάματα και χαζομάρες μια εικοσαετία γερή και συνεχίζουν. . . Κομπαρσάρες που σιάχνουν το κόσμο τους συνέχεια αλλά δεν βολεύονται. . .  Το σιχτίρι και τα πρωινά σαν χωροφυλάκοι. . . Εγερτήριο καθημερινό, σπαστικό. . . Τραβάνε για την βλακεία. . . Μην τους ρωτήσει κανείς ΄΄Γιατί;΄΄ ή ΄΄Και ποιο το νόημα;΄΄. Οι πικραμένοι θα γελάσουν. . . Είδα πολλούς πικραμένους να γελάνε με το πόνο τους μόνο, να μην γκρινιάζουν, τα αφήναν όλα να βολτάρουν - είπαμε, τραβούσαν για την βλακεία - και μια πριγκίπισσα που έδωσε ένα φιλί σε μια ακρίδα. . . Η ακρίδα μεταμορφώθηκε σε βουλευτή νομίζω και πέρασε απ΄ όλα τα κόμματα. . . Ήταν τιμή του, κακάριζε, αυτές οι μεταγραφές. . . Μαζί σου μάστορα. . Και άλλοι μελλοθάνατοι σου στέλνουνε φιλάκια.
  Ήμουνα και εγώ κάπου εκεί. . . Με μια σακούλα μπύρες και δεν ήξερα τι μου γίνεται. . . Γεγονός. . . Ένας έβγαλε μαχαίρι και μου ζήτησε το κινητό και το παλτό μου. . . Έκανα την κίνηση να το βγάλω με το ένα χέρι, το άλλο όμως σήκωσε την σακούλα και οι μπύρες τον ξάπλωσαν κάτω. Ήταν κουτάκια. . . Άμα ήταν μπουκάλια θα τον έστελνα να ακούσει τον Μπαγιαντέρα από κοντά. . .  Όμως ήταν κουτάκια και απλώς βόγγηξε και έβρισε. . . Του έσκασα μια κλωτσιά στα αρχίδια και όπου φύγει φύγει. . . Αν το έπαιζα στο Κρατικό; Θα κάνανε οι σοφοί σκόντο στα τέσσερα χρόνια και θα το χαρτί, σαϊτα στην τσέπη μου. Θα έβρισκα και ένα τοίχο να το κοτσάρω.
  Όμως υπήρχαν κι άλλες μούρες, αυτές, λες και σκάσανε από ανέκδοτα, ζωντάνοι, με δερμάτακι και απόψεις να μου τα πούνε τα δικά μου. . . Τους άκουσα. . . Αλλά και πάλι, τίποτα. . . Το γέλιο των πικραμένων με ακολουθούσε σαν μιούζικα δωρεάν που ψάχνει να βολευτεί σε σβέρκο και καρδιά.
 Με φόρα από τα αζήτητα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: