Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Β.Θ.



  Το μεροκάματο καλό, να ΄ρθεις. . . Θα παρκαρουμε στην Μητροπόλεως και θα ανεβάσουμε τα ξύλα πάνω. . . Μια βιβλιοθήκη είναι και τα ντουλάπια της κουζίνας. . . 
 Ο πατέρας μπροστά. . . Ο πατέρας κοροιδεύει τα πάντα. Ο πατέρας τα βρίσκει με όλους.
 Σήκωνω όλα τα ξύλα και τα αφήνω στην είσοδο.
 
 Πατάει το κουδούνι.
 Το επίθετο μου θυμίζει κάτι. . . Ανεβαίνουμε. . . Καμπουριαστή  η γριά μας ανοίγει και χαιρετά. . . 
 Να σας κάνω καφεδάκι;  
 Ωραίο σπίτι, περιποιημένο. . . Γεμάτο πίνακες και βιβλία. . .
 Ένω φτιάχνει τους καφέδες, ανεβάζω τα ξύλα πάνω και ο πατέρας ξυλώνει τα παλιά ντουλάπια. . .
Θα τα κατεβάσουμε μετά κάτω.
Ανέβάζω τα ξύλα και τα αφήνω στην σειρά, ο πατέρας χαμογελά. . . 
Με τρώει και ρωτάω την γριά - Έχετε κάποια σχέση με τον ποιητή Θ.;

 - Άντρας μου ήταν. . . Τον ξέρεις;
 - Ναι.

 Χαμογελάει.

 Ο άντρας της ήταν ποιητής, της γενιάς του Αναγνωστάκη. Είχα διαβάσει κάποια δικά του, μικρά, που μου άρεσαν.

  Συνεχίζω να ανεβάζω τα ξύλα. Η γριά λέει στον πατέρα μου - Φαίνεται καλό παιδί ο γιος σου. . .
 -Είναι όταν θέλει, κυρά Βούλα. . . Αλλά δεν μου λες. . . Το ρετιρέ αυτό, από τα ποιήματα το πήρατε;
 - Όχι βρε. . . Δικηγόρος ήταν.
 - Α. . . και κοιτάει εμένα με νόημα.

  Αφού πίνουμε τον καφέ, η κυρά Βούλα μου ζητάει να καθαρίσω κάποια βιβλία και να τα βάλω στην σειρά. . . Νιώθω λίγο σαν βιβλιοθηκάριος, αποθηκάριος πολυτελείας δηλαδή. . . Διακόσια και κάτι βιβλία, τα κατεβάζω σαν παναγίες πριν κοινωνήσω. . .   Το πολιτικό ημερολόγιο του Σεφεριάδη - εκείνου που τον γοήτευε η απλή,η παλιά λαϊκή γλώσσα  - ΄΄Λυσσέα για έλα, κι αν δεν έρθεις στον μπούτζο μου, κι αν έρθεις στον μπούτζο μου΄΄ - τα τούβλα τα αναπόφευκτα του Ρίτσου, οι Βάκχες σερβιρισμένες από τον Γιώργο Χειμωνά, αστυνομικές επιθεωρήσεις της λογοτεχνίας, μελέτες για ζωγράφους και μπογιατζήδες, μπακαλοτεφτέρια για το ΚΚΕ, αναμνήσεις του Ν. Χριστιανόπουλου στα μαλακισμένα χακί και άλλοι Θεσσαλονικείς μεταπολεμικοί, η Λευκή Φρουρά του Μπουλγκάκοφ και και και και. . . Τα καθαρίζω και τα τακτοποίω ανά είδος

  Ο πατέρας παρατάει την κουζίνα και έρχεται μες το δωμάτιο που παλεύω με τα βιβλία. . . Με φτύνει μη με βασκάνει και λέει ΄΄Για αυτές τις δουλειές είσαι. . .΄΄

   Έχουμε τελειώσει, όλα τσίλικα μοιάζουν και βγάζει τα λεφτά να μας πληρώσει. . .Εμένα μου δίνει ένα εικοσάρικο εξτρά και μου λέει ότι την επόμενη φορά, θα μπορώ να πάρω ό,τι βιβλιο θέλω. . .

 Πριν φύγουμε μας σερβίρει ουζάκι και μεζέ΄ σαλαμάκι, κασέρι, αγγουροντομάτα, πιπερίτσες τουρσί .

 Μας λέει πολλά, φαίνεται ότι η μοναξιά την τρώει και θέλει να μιλησει. . .
 - Κάπνιζε πολύ ο άντρας μου. . . Στην εξορία που ήταν, μόνο τσιγάρα ζητούσε να του στείλουν. . .

 Την χαιρετάμε και φεύγουμε. 

 Ο πατέρας μου λέει - Θα βγεί πολύ δουλεία από αυτό το σπίτι. . . Θα ρθείς την επόμενη φορά;

 - Ναι.


Δεν υπάρχουν σχόλια: