Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

4:21


- Έχει πολλά λεφτά αλλά με δέρνει. . . χωρίς λόγο. . . ούτε μια ξεφτιλισμένη δικαιολογία. . . στα καλά καθούμενα. . . χθες την ώρα που του πήγαινα την σούπα του, την πέταξε στα μούτρα μου. . . κάηκα. . . ούρλιαξα. . . εκείνος τότε πήρε μια παιδική έκδοση της Βίβλου άρχισε να διαβάζει. . . τι να κάνω;

- Μαγιονέζα. . .  ταιριάζει με πολλά πράγματα. . . χθες έφτιαξα ομελέτα με ότι είχα μέσα στο ψυγείο. . . σαλάμι αέρος, χτυπητή, κάτι αντζούγιες. . . ήρθε και ο Βασίλης και έφαγε. . . δεν είπε αν του άρεσε. . . έτρωγε αμίλητος. . . έτρωγε και έπινε την μπύρα του. . . μετά κατάλαβα ότι ήταν μεθυσμένος. . . ήταν τόσο καλός.. . . τόσο ήσυχος. . .

- Το αρχίδι. . .  Έχουμε ένα πέτρινο τασάκι σε σχήμα ταφόπλακας σπίτι. . . Θα τον κοπανήσω με αυτό και θα τον στείλω αδιάβαστο. . . Ξέρω ότι δεν θα τον κληρονομήσω, οπότε γιατί να περιμένω;

- Τα παιδιά με ρώτησαν αφού γύρισαν από το σχολείο γιατί ζούμε; Τους είπα να περιμένουν λίγο μέχρι να γίνει το φαΐ. . . Τελικά το φαΐ κάηκε, και πήραμε κάτι απ΄ έξω. . .

- Δεν μιλούσα. . . Υπήρχε καλή παρέα. . . Ένας μας περιέγραψε την κολονοσκόπηση που έκανε πριν λίγο καιρό. . . Τα έλεγε με τέτοιο τρόπο που κλαίγανε όλοι από τα γέλια. . . Είχα κάνει και εγώ αυτό το ντοκιμαντέρ εντός μου. . . Δεν μου φάνηκε τόσο αστείο.
- Και πόνεσε;
- Την πρώτη φορά. . . Στην δεύτερη σου αρέσει. . .

( . . . Η ζωή μου, η ζωή σου. . .Τα κόκαλα μου βαριά και ο λαιμός μου έχει πετρώσει από τα τσιγάρα. . . Ένα ποτήρι νερό Προχωράω στα μνήματα και αφήνω λίγα λουλούδια στον παππού. . . Είχα καιρό να πάω. . . Τα λουλούδια δεν του άρεσαν. . . Δυο τρεις φορές τον είχα πετύχει να χαϊδεύει ένα βασιλικό και ύστερα να μυρίζει τα χέρια του ευχαριστημένος. . .  Μετά έπινε ούζο. . . Το τσίπουρο δεν του άρεσε, ούτε η μπύρα. . . Στο μεγάλο σεισμό του ΄78 εδώ ήταν σε ένα καφενείο και είχε μπροστά του μια ένα μπουκάλι με μπύρα. . . Το μπουκάλι άρχισε να απομακρύνεται από αυτόν. . . Έπεσε στο πάτωμα. . . Ήταν γεμάτο και δεν είχε προλάβει να πιει. . .)

- Ακούστηκαν πυροβολισμοί το βράδυ. Βγήκα να δω τι έγι. . .
- Μαλακίες λέει. . . Πήγε και κλείδωσε την πόρτα και τα παράθυρα. . . Έβαλε και μουσική ο ηλίθιος. . .
- Μαλάκω....
- Όχι παίζουμε. . . Πες πες θα τα πιστέψεις και άντε να σε μαζέψω. . .

Χτυπούσαν την πόρτα και φώναζαν να ανοίξει γιατί θα τον σκοτώσουν. . . Είπε στην γυναίκα και στον μικρό να πάνε μέσα στο δωμάτιο και να κλειδώσουν. . . Έβγαλε το δίκαννο από το μπαουλοντίβανο, το γέμισε και άνοιξε την πόρτα.
Ο πρώτος μπήκε γρήγορα, χαμογελαστός  σαν να έμπαινε σπίτι του. Ίσως το νόμιζε έτσι. 
Του έριξε και με τις δυο κάννες στο κεφάλι και του τίναξε τα μυαλά. Ο δεύτερος λερωμένος με το αίμα του και τα μυαλά του πρώτου, μπήκε πιο γρήγορα μέσα και σήκωσε το μαχαίρι του. Έφαγε μια στα δόντια με την λαβή του όπλου και έπεσε κάτω, δίπλα στον φίλο του. Αλώβητος, ο μοναδικός όρθιος άνθρωπος μέσα στο διάδρομο, πήρε το μαχαίρι και έκοψε τον λαιμό του δεύτερου. Από μέσα ακουγόταν μόνο η τηλεόραση. Έπαιζε μια οικογενειακή κωμωδία. 
Πήρε τα δυο πτώματα και τα έβγαλε έξω από την αυλή του, στο δρόμο που δεν υπήρχε ψυχή. Γύρισε πάλι σπίτι του.


-  Μ΄ αγαπάς;
- Λίγο. . .
- Ε, εντάξει. . . λίγο από εδώ. . . λίγο από εκεί. . . 
θα τα βολέψουμε. . .



Δεν υπάρχουν σχόλια: