Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Ο Ξένος


Παλιοζωὴ μᾶς ρήμαξες σ᾿ αὐτὴ τὴν κοινωνία
καὶ τὸ φτωχὸ κορίτσι μου κανεὶς δὲν θὰ τὸ πάρει
ὅσοι γνωρίζει τῆς πετᾶν: «πουτάνα μάνα ἔχεις»
κι αὐτὴ στὸ κλάμα ρίχνεται καὶ γὼ τοὺς δρόμους παίρνω

γιατὶ ἡ σκύλα ἡ μάνα της πῆγε στὴ Σαλονίκη
κι ἀπ᾿ τὰ καπνὰ ποὺ δούλευε τὸ ρίξε στὸ γαμήσι
πῆγε ἡ θυγατέρα μας νὰ τὴ φιλοξενήσει
κι ὁ νταβατζὴς ὁ φίλος της ρίχτηκε στὸ κορίτσι

Πῆγα καὶ ῾γὼ στὸ σπίτι της στοὺς Ἅγιους Ἀποστόλους
μήπως καὶ μεταμεληθεῖ νὰ τὴν παρακαλέσω
νὰ ξαναρθεῖ στὸ σπίτι μας στὴν ὄμορφή μας Ξάνθη
νὰ δεῖ καὶ τὸ ἐγγονάκι μας τοῦ γιοῦ μας τοῦ ἀλανιάρη

Χτυπῶ τὴν πόρτα καὶ πετριὲς ρίχνω στὸ παραθύρι
καὶ βγαίνει ἕνα λεβάντης νιὸς με δίκοπο μαχαίρι
τί ὀμορφιὰ ἦταν αὐτή, τί μυρωμένα χείλη,
μάτια γλαρὰ μὲς στὸ χασίς, σὰν ἔρωτες τοῦ Ἀπρίλη.

Τὸν ἀγαπάει σὰν τρελλὴ καὶ τοῦ τὰ στάζει ὅλα
κι ἐνῶ ῾μὲ μὲ θέλει νὰ ρθεῖ, πίσω του τρέχει πάντα
στὰ κέντρα καὶ στὰ καμπαρὲ στῆς νύχτας τὰ μεράκια
ποὺ σβήνουν πόνους καὶ χαρὲς καὶ τῆς ζωῆς τὰ δάκρυα.

Καὶ οἱ πολισμάνοι οἱ ἄτιμοι κι αὐτοὶ μαζί του εἶναι
γιατὶ εἶμαι ξένος καὶ φτωχὸς κι αὐτὸς γραικὸς καὶ ἀφέντης
γι᾿ αὐτὸ καὶ τ᾿ ἀποφάσισα, πάω στὴν Σαλονίκη
πού ῾ν᾿ πόλη γκράντε καὶ τρανή, ῾κεῖ νὰ χαθοῦμε ὅλοι.

Τὸ φίλο ποὺ ἀντάμωσα στοῦ παζαριοῦ τὸ χάνι
νὰ τὸν εὑρῶ νὰ σμίξουμε γιὰ κάνα ποτηράκι
νὰ φύγουν πίκρες καὶ καημοὶ τῆς ζήσης τὰ φαρμάκια
μὲ τὸ γλυκὸ μπουζούκι του σὰν παίζει τραγουδάκια.


Χειμερινοί Κολυμβητές

Δεν υπάρχουν σχόλια: