Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

τσαφ


  Γεμάτο το τρένο. Στην οροφή του, βάλανε κόσμο; Όχι, είμαστε πολιτισμένοι, είμαστε καρδαμωμένοι απέναντι σε όλα. Στο οπτικό μου πεδίο, μια ξανθιά με ψημένα μπούτια και πορσελάνινο πρόσωπο. Ακούει μουσική, τίποτα δεν την ενοχλεί. Το ξημέρωμα όταν φτάσουμε θα την βοηθήσω με την βαλίτσα της. Εκείνη μάλλον θα πει ένα ευχαριστώ. Πάει καλά.

  Βολεμένος στην θέση μου. Τα πόδια μου μουδιασμένα, να καίνε. Θέλω να κοιμηθώ αλλά ουρλιάζουν πιο πίσω. Μια πιτσιρίκα διαμαρτύρεται μαζί με την θεία της. Σαν να βγήκε από παραμύθι γεμάτο παραδόσεις και αρχιμαλάκες πρωτοπόρους, η ρουφιάνα. Το άδικο την πνίγει. Λογικό. Είναι όρθια ενώ οι άλλοι κάθονται. Μοιάζει δεκαέξι, δεκαεφτά χρονών.

- Είναι κατάσταση αυτή; Εμείς όρθιοι και οι μαύροι να κάθονται;
- Γιατί; Σκάκι παίζουμε και τα λευκά προηγούνται;  μπαίνω με το ρολάκι μου.
- Ε; Τι λέει, θεία; 
- Ας βγάλουν νόμο. . . Οι ροζ με μοβ βούλες να μένουν όρθιοι και οι υπόλοιποι να την αράζουν. . . Ή αυτοί που κατουράνε καθιστοί. . . Κανένας νομικάριος δεν υπάρχει να λύσει το θέμα; Που είναι οι υπάλληλοι του ΟΣΕ; Μάλλον την κατάλαβαν την δουλειά' ο οργανισμός πάει για σφάξιμο και πήδηξαν από το τρένο. 
- Θεία, είναι τρελός αυτός.
- Όχι θέλω να κοιμηθώ και εσείς φωνάζετε.  . . Ρε θεία, μάζεψε την. Δεκαεφτά χρονών και την πνίγουν από τώρα τα άδικα;
- Είκοσι ένα είμαι.
- Είκοσι ένα; Δώστε μια έκπτωση στην κοπέλα, ένα κουπόνι, κάτι. . . Ο κόσμος είναι δικός της.
- Τι λες ρε; 
- Είκοσι ένα. . . Κάνε υπομονή. . . Έρχονται όλα τώρα στο πιάτο. . . Θες δεν θες, θα το φας. . . Μαζί με το πιάτο.
- Θεία. . .
- Μη σου πω και το ταψί.
- Θειαααα. . .


  Η θεία πάει κάτι να πει αλλά έρχεται ένας υπάλληλος κοντά στην σύνταξη του και όλους τους βολεύει. Αυτοί πρέπει να κρατάνε τις τύχες του έθνους, σκέφτομαι. Να γίνει ένα κόμμα με αυτούς. Να γίνει ένα κόμμα με αυτούς που παρκάρουν μπρος στις ράμπες αναπήρων, με αυτούς που την βγάζουν τζάμπα καμιά δεκαπενταετία σερί, με εκείνους που έχουν ένα αρχίδι ή με τους άλλους που κάνουν το σταυρό τους έξω από τις τράπεζες.

 Θέλω να κοιμηθώ. Νομίζω ότι δεν θα ξυπνήσω αλλά ευτυχώς όμως, ανά μισή ώρα με ξυπνάνε να με ρωτήσουν αν αυτή είναι η θέση μου.

- Ναι, αυτή είναι η θέση μου. Αυτή. . .  Δεν γράφει το όνομα μου βέβαια, αλλά αυτή είναι. . .  Θα σας έδειχνα και την γυναίκα μου αλλά δεν την έχω πρόχειρη. . . Ξεκάνει άλλους τώρα μακριά μου αλλά εγώ είμαι μαζί τους . . . Δεν θέλω τίποτα άλλο από αυτή την θέση απόψε. . . Ίσως μια εξάδα μπύρες και ένα τηλεβόα για να συνεννοηθούμε. Να ουρλιάζω πιο δυνατά από σας. . . Τόσο δυνατά που να μην ακούτε τι λέτε και έτσι να συνεννοηθούμε μια και καλή. 

 Τελικά με παίρνει ο ύπνος. Όταν φτάσαμε Θεσσαλονίκη με ξυπνάει ο διπλανός μου.

 - Φτάσαμε. 
 - Γιατί;

 Δεν απάντησε.

 Κοιτάω από το παράθυρο. Ψιχαλίζει.
 Βοηθάω την απέναντι να κατεβάσει την βαλίτσα της. 

- Σε ευχαριστώ.

 Πάει καλά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: