Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Π.

  - Φόλα. . . Φόλα στους κυνικούς.
  - Όχι απόψε. . . Έρχεται εκείνη απόψε με όλη την βλακεία μου που την παίζει στα δάχτυλα και το κορμί της το ελαστικό, το παραγωγικό, που μόνο αυτό με συμπαθεί.


  Ανέβηκα με αρματωμένος με σακούλες, χωρίς ενεργούντες από ιδιοτέλεια και άλλους αγαπητικούς που σολάρουν. Ανέβηκα έτσι σε αυτό το διαμέρισμα και είδα πολλά ωραία. Άλλος να χαϊδεύει και άλλος να βαράει στο σταυρό, την κιθάρα του. Όλοι τους συνεννοημένοι, ο καθένας στο μετερίζι και τον ρυθμό του.

  Μια κοπέλα κάτω από το μπαλκόνι άκουγε τις μουσικές τους και έτριβε τα βυζά της. 
  - Τόσο πολύ σου αρέσει;
  - Όχι. . .  Είμαι τρελή.

 Από το παχουλό ηχείο ακουγόταν κι ένας από τους λαοπλάνους που ανθούν μέχρι να ξαναγίνουν λίπασμα. Υπνώτιζε και μονόφθαλμο ο πούστης.
 - Έρχεται για μένα απόψε . . . Θα με βρει για να πιάσουμε την κοροϊδια από την αρχή.


 Ιστορίες από τα χακί και ιστορίες με ανθρώπους που κάνουν αυτό που θέλουν, με ένα τρόπο που μόνο εκείνοι θα τον σκεφτόντουσαν. Γέλια.
 Στην τσάντα έχω ένα βιβλίο με συνεντεύξεις κάποιων μαθητών του βασανισμένου εν Ελλάδι Παρθένη και ένα μπουκάλι ρούμι για εντριβή. Πίνεται λίγο λίγο αλλά καταστρέφει σίγουρα. Η ώρα περνάει ωραία μέχρι να σηκωθώ να πάω να την βρω και να μου πει γιατί δεν με θέλει και γιατί με θέλει. Αυτή η ώρα έρχεται και στέκομαι στην Αρμενοπούλου, εκεί που ο Ντίνος είχε το ορμητήριο και ορμούσε και του ορμούσαν, και μου τηλεφωνεί'

 - Έλα;
 - Εσύ έλα. . .
 - Όχι. . . Τελικά δεν θα ΄ρθω στην Θεσσαλονίκη.
 - Γιατί;
 - Δεν θέλω να σε δω. . .  Μην με πιέζεις. Καληνύχτα.


  Κλείνει. Σκατά καληνύχτα, ανάθεμα το ξημέρωμα. Θολώνω και κατηφορίζω στην Παλαιολόγου. Ενάμιση μέτρο με καλοσύνη μου ανοίγει το δέκα τετραγωνικά σπίτι της και προσπαθεί να με ηρεμήσει αλλά φεύγω να μην την ανησυχώ άλλο και περπατάω μέχρι να συνέλθω. Μου πέφτει η κασετίνα, τα τσιγάρα σκορπάνε στην Σωκράτους. Πέφτω στα τέσσερα και τα μαζεύω. Σηκώνομαι και φωνάζω, τραγουδάω ονόματα δικά μου.
  Κανέναν δεν ενοχλώ γιατί κανείς δεν μου παραπονιέται.

 Έτσι, ξαναφτάνω ψηλά, στο διαμέρισμα και εκεί ήρεμος χάνω μια παρτίδα σκάκι σε δεκαεφτά κινήσεις.

- Παγίδες, πατρίδες, παρτίδες - ένα σκάτο με φιλοδοξίες ακριβού λιπάσματος. . .

 





 

Δεν υπάρχουν σχόλια: