Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

όχι λίγο

  
Στα αρχίδια μας. . . υποστηρίζει το ασθενές φύλο.

 Έχω 689 χαζούς μες στο κεφάλι μου να παίζουν χωρίς να χάνει κανείς άρα δεν παίζουν, μοστράρουν και ο ρόλος τους με ρυθμό. Κάποιοι από αυτούς είναι μεθυσμένοι και ένας - ο πιο χαζουλιακάς - παρατηρεί και σημειώνει στα τεφτέρια. Τέσσερα ευρώ για μια γυναίκα. Μια στιγμή για πάντα να μασουλάς. Ορεκτικό σε στομάχι τρύπιο - μαλακία εγωιστική.

 Σηκώνομαι όρθιος, βραστός ρυθμός και ο συνθέτης/ξεναγός - και εγώ φιλοξενούμενος όχι περαστικός - μου φτιάχνει καφέ. Βλέπω στο τραπέζι απλωμένο ένα βιβλίο χειρουργημένο του Τζάρα που άρεσε στον Εγγονόπουλο.

 Αίφνης το παρακάτω σχέδιο.
 Ο Ιούδας ήταν πρακτικός - ο ταμίας των 11 - και καλοπροαίρετος. Μέχρι που ένας Ματθίας που τον πέταξε στην άκρη και από τα υπόγεια σφετερίστηκε την θέση του. Η Μαγδαληνή πήρε το μέρος εκείνου που φαινόταν πως θα επικρατήσει και όλα έγιναν όπως λένε τα κείμενα που μείνανε αμανάτι και λιβανιστά. Το παρασκήνιο, όπως πάντα, στην φαντασία και στην ευθύνη του καθενός.

 Φεύγω από την Αγίου Δημητρίου - τον δρόμο που κάποιος τάχα - εκεί - μαρτύρησε και κάποιος που έκανε μια ράτσα να μαρτυρήσει, τάχα - εκεί - γεννήθηκε και φτάνω στα χαμηλά να δω την Φελίνα, την Κιουμπρίκενα 1,58 με τον συνεργάτη της, τον Λεωνίδα. Γυρίζουμε την πόλη σαν να μην την ξέρουμε. Αναπολώ, τα βγάζω όλα μπροστά σαν να γίνανε χθες ή πριν είκοσι χρόνια. Γελάνε. . . Γελάω. . . Όλα σαν να ήταν χθες ή πριν είκοσι χρόνια.

 Στην βιβλιοθήκη, οι Δαιμονισμένοι του Επιληπτικού Ρώσου Κουμαρτζή, ο Μαλλοϋ του Ιρλανδού που τα ήξερε όλα. Εμφανίζεται η Διάκου. Εμφανίζεται σαν Καρδινάλιος - το γλυκό - παρότι Διάκου και φεύγει για παραστάσεις με εισιτήριο.

 Έπειτά ο Ντίνος. Ιπτάμενος - πότε πότε - χορηγός, φίλος, φίλος, καλοκαιρινός, δύναμή και χαμόγελο. Εδώ και τώρα, εδώ και πιο εκεί - θα τα βρούμε θα τα βρούμε και ό,τι χάνεται, χάνεται για να βρεθεί, από αμέριμνο, από αχάριστο, από ετοιμόλογο, από κάθαρμα που έχει κάπου να κοιμηθεί. Χάνεται για να βρεθεί και αλίμονο σε όποιον προσπεράσει.

 Χωρίς να μου εξηγεί, μου χώνει μια κασετίνα χρυσή στην τσέπη και μου δίνει μια σακούλα μπύρες. Θέλει να ξαναδεί την πόλη που άφησε για τον ολιγόμηνο διορισμό. Πιο πέρα από μας δυο κορίτσια που μοιράζουν τον κόσμο, που έχουν προβλήματα και πρωινό ξύπνημα. Η Βανέσα και η Νατάσα. Έρχονται και άλλοι να κάτσουν πλάι μας - μπουλούκι ατσούμπαλο, ανεξάντλητο - και όλα είναι ωραία.

 Καταλήγουμε στο τραπέζι της προηγούμενης ανάρτησης. Μπύρες και σάλτσες γλυκόξινες. Τσιγάρα στριφτά και λαρύγγια στριφτά. Μουσικές από την Βόρεια Κορέα που δεν ξέρουμε που πέφτει - που πέφτει; - στον χάρτη. Το ασθενές φύλο υποστηρίζει Στα αρχίδια μου.

 Νιώθω όλα μέσα μου να γλυκαίνουν. Να ηρεμούν από φυσικού τους. Ετοιμόλογα. Με τον κόπο τους και τα ρεζιλικια τους ομολογημένα. Όλα να μου μοιάζουν και ήχω νταβραντισμένη, μέσα μου, να πηγαίνει πέρα δώθε.

 Ποτήρια σπάνε
 Μα
 Όλα πληρωμένα.
 Όλα σε τάξη καμπυλωτή.

 Ξημερώνει;

 Ου. . .  Πολύ.




  



Δεν υπάρχουν σχόλια: