Ρέστα και ΄σένα μόνο περιμένω
σε αυτή την μουρλή τροχιά με δανεικά.
όλα τα κείμενα και τα οινοπνεύματα εδω πέρα είναι εκ του ασφαλούς
- Bongos απλωμένα γύρω μου, οργή, ένα μπουκάλι χωρίς ουϊσκι - άδειο δηλαδή. . . ποιός αφορεσμένος; - μια ξεπατωμένη ράτσα να κάνει ωτοστόπ, εύχες που χουφτώνουν και κατάρες που πιάνουν ( ή ανάποδα; για διαγώνια;), ανηψάκι που ρωτάει - Θείο, γιατί κουνάνε αυτοί το δάχτυλο; και θείος, περιμένοντας μια δεκαπενταετία αυτή την έρωτηση, απαντά - Γιατί δεν έχουν που να το βάλουν οι χαντούμηδες. . . Μια κιθάρα για προσάναμμα και ο τροβαδούρος - ερωτικός, τι άλλο; - δεμένος σε ένα πλάτανο, μετεωρίτης που έσκασε πάνω σε χουντικό νεκροταφείο και φωνάζανε οι νοσταλγοί - ΘΑΥΜΑ ΘΑΥΜΑ. . ., δυο χιλιάδες κόσμος να χορεύει ζεϊμπέκικο, γύρω γύρω, σαν σβούρα ή τρυπάνι μέχρι να βρεί πετρέλαιο να καούν όλα, να πάρουμε την ασφάλεια.
- Με τους πυραύλους στην πλάτη, πάει να βρεί την αγάπη.
- Σαν συγκαμένος με την πλάτη φορτωμένη και όλες οι ανηφόρες οι καριόληδες τις φτιάξανε για εκείνον. Στις κατηφόρες όμως άντε να τον πιάσεις. Κατρακυλάει και γίνεται ένα με το φόρτωμα.
- Έριχνε μια ματιά, μετά δεύτερη. . . Ύστερα σαν να μασούσε κάτι χωρίς γεύση και έβγαζε συμπέρασμα. Απόλυτος.
- Είναι σαν να βγήκαν από το ίδιο εργοστάσιο. Ίδια κοψιά, ίδιες κινήσεις, ίδια λογάκια και λογάρες ΝΑ.
- Ένιωθα ότι μας πλήρωνε ο γκούγκλις μεταφραστής. Καθόμασταν και λέγαμε αστεία στην κοπέλα. Στα αγγλικά. Πρέπει να είπαμε δυο τρία πετυχημένα γιατί η κοπέλα γελούσε. Ή ήταν ευγενική.
- Η μάνα μου ήταν από το Τσέρνομπιλ και ο πατέρας μου από ένα χωριό, έξω από την Πτολεμαϊδα.
Αναρχοφεμινιστικά συνθήματα στους τοίχους στο κέντρο της πόλης και θυμήθηκα τότες που πήγες να με σκοτώσεις ολίγο σε εκείνο το κολπάκι με τα σκαλιά. Σκατοψυχούσα, κορόιδευα ενώ έβγαινα από το σπίτι σου, κουνώντας τα χέρια μου, να δώσω σχήμα στην ξεφτίλα και την ματαιότητα των πραγμάτων γύρω μας. . . Βάλε και αυτόν τον άχρηστο που αγάπησες για να σου μετρήσει τα παΐδια μετά. . . Βάλε και την άρνηση σου να πάω να μετρήσω τα δικά του δυο φόρες, για σιγουριά. . . Άχρηστος κι εγώ. . . Οπότε δως του κοροϊδία. . . Τότε έκανα το λάθος να σου γυρίσω την πλάτη. Μου έσκασες μια σπρωξιά και έφυγα τέσσερα, πέντε σκαλιά κάτω. . . Γλίστρα αλλά δεν κατρακύλησα. Σηκώθηκα και ανέβηκα με δυο βήματα όλα τα σκαλιά να σε βούτηξω, να γίνουμε ένα ωραίο ακροβατικό στην σκάλα αλλά πρόλαβες και μπήκες μέσα. Γαμημένε χαχαχαχαχαχαρ. . . . Και μου άφησες όλες τις μπύρες. . . . και δως του γέλιο. Τράβηξα μια καλή στην πόρτα και έμεινε αναμνηστικό ένα μικρό λακκάκι, σαν αυτό που εμφανίζεται στην μάπα μου όταν χαμογελάω και λες ότι σου αρέσει. Τότε βγήκε η γειτόνισσα από το δίπλα διαμέρισμα, με την νυχτικιά, σαν μαδημένη μπομπονιέρα και φώναζε να σκάσουμε επιτέλους και τι πράγματα είναι αυτά. Της είπα Όλα θα πάνε καλά και Νεκροί δεν υπάρχουν. Την ηρέμησα με ένα αστειάκι για τον Φ.Π.Α. που ανεβαίνει και μας τρώει την ζωή, της είπα ότι είσαι μουρλή και δεν σε έχουν μαζέψει ακόμα αλλά φεύγεις σε κάνα μήνα για τον Αλή Γαμιά στην Καβάλα. Ησύχασε. Ησύχασα και ΄γω.
Εσύ;
Αφήνουμε την Θεσσαλονίκη βράδυ αρματωμένοι. Κατρακύλα στην Αθήνα. Ταξιδεύω με έναν άγγελο με κοκκινισμένη από το κρύο μύτη. Άοπλος, αόρκιστος εγώ στον στρατό, ο άλλος στην αναπαράσταση της Μάχης στο Καλπάκι. Περιηγητής.