Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

τ.


 Αφήνουμε την Θεσσαλονίκη βράδυ αρματωμένοι. Κατρακύλα στην Αθήνα. Ταξιδεύω με έναν άγγελο με κοκκινισμένη από το κρύο μύτη. Άοπλος, αόρκιστος εγώ στον στρατό, ο άλλος στην αναπαράσταση της Μάχης στο Καλπάκι. Περιηγητής.
 Απέναντι μας μια κυρία για Λιανοκλάδι. - Από το Ντίσελντορφ ήρθα και θα ρθουν να με πάρουν, θα ρθουν να με πάρουν, τρεις η ώρα θα σηκωθούν να 'ρθούν να με πάρουν. Εσείς; Εκδρομείς; Εμένα θα έρθουν να με πάρουν. . .
 Όχι ρεμούλας και φοροαπαλλαγής, απλοί εκδρομείς, εμείς. Κατρακύλα για Αθήνα. Συστημένοι.
Το βαγόνι ήρεμο σχετικά. Ούτε παρεούλες με μπηχτοιστόριες - Στα τέσσερα κι ας είναι δεκατέσσερα και να σου τρίβεται και πέτρα εγώ -  ούτε φαντάροι, μόνο ένας να ψάχνει με το λουκάνικο στον ώμο την θέση του - Για την Πατρίδα ρε, τι να κάνεις;
 Ύπνος, ναι και όχι, τσιγάρο στην στάση, δέκα λεπτά, στο Παλαιοφάρσαλο, ο παραδιπλάνος να ξέρει σε ποιο βαγόνι ειναι το κυλικείο όταν τον ρωτάω αλλά και όταν δεν τον ρωτάω ότι αυτοί οι πούστηδες οι μασόνοι όλοι, αποκαϊδια, το μπουρδέλο πως να το κάνουν μέγαρο, μαλάκες εγώ καλά σας τα έλεγα και φτάνουμε ξημέρωμα, χωρίς να έχει κάνει κακό ο ένας στον άλλο.

Ίσως δεν ακούω καλά.

 Καφές στο σταθμό Λαρίσης και μετά στάση έξω από την Βουλή. Ένα μαύρο κωλόπραμα σύννεφο από πάνω της.
 Πιο κάτω από την Όμονοια κατοικοεδρεύουμε. Χαμόγελο, καλή καρδιά και φιλοξενία. Το έχουμε σαν ορμητήριο και κάθε πρώι πάνω κάτω με πόδια. Να βρούμε εικόνες. Να πιάσουμε ατάκες. Εκ του ασφαλούς στο ύψος των παραστάσεων

από το τσουβάλι

- Μπαμπαταράντουλος.
- Coooneheads.
- Προχωράτε.
- Από που είστε;
- Ένας Σαρακατσάνοσουρδος στο Γκάζι.
- Όχι, Ερούλοι είμαστε.
- Ποιο αιώνα ξεπάτωσαν αυτοί, το Θησείο και τα πέριξ;
- Τον τρίτο.
- Ρε χαμένοι. . .
- Προχωράμε.
- Που πήγε το Μαρικάκι;
- Να χαιρετήσει τον Γκοντάρ και φεύγουμε.
- Ακοινώνητοι που είμαστε. Έπρεπε να πάμε να κουνήσουμε κεφάλα και εμείς.
- Να πάρεις παυσίπονα από το περίπτερο.
- Τι ματάρες που έχει.
- Σαν εκείνα τα φώτα που ξεκάνουν τα κουνούπια.
- Μπρος.


Χάλκινα μέσα μου ενώ λαχανιάζω στις αναφορές.
Εμβατήρια κοφτά, άνεμοι να μουντζώνουν την πόλη.
Κοροϊδεύω.
Χαμογελάει.
Δεν είμαι ο Bobby Brown.
Όχι άχρηστο δίκιο όταν μιλώ. Τίποτα.
Μόνο μαζεύω τα χαρτάκια από τα καρέλια, να σου δώσω ένα μικρό πάκο, να το κάνεις με λίγες κινήσεις - σαν να τις ξέρεις εσύ μόνο - καραβάκια.
Χάλκινα μέσα μου, εκείνη απ΄ έξω.
Μουσική, δική της.

- Τραβάτε, ρε.
- Απαγορευμένη γνώση με πέντε ευρώ.
- Πιο κάτω την έχει τέσσερα.
- Άμα βγει τζάμπα η απαγορευμένη γνώση, να δεις τι έχει να γίνει. 
- Αιγίδα βραστή. . . Αιγίδα βραστή. 
- Πρόσεξε μην πεταχτεί κάνας Έρουλος που ξεχάστηκε εδώ και μας φάει τα αυτιά.
- Και μετά που θα ακουμπάνε τα γυαλιά μας.
- Το ένα μου έχει ήδη αχρηστευθεί. 
- Σου πέφτουν και τα δόντια.
- Και το μυαλό κουρκούτι.
- Κελεπούρι είσαι ρε.
- Εμπρός, προχωράτε.
- Αλλαγή παραστάσεων εδώ.
- Πρέπει να έπεσε τόσο τσιμέντο όσο στο Σινικό Τείχος.
- Chinese Basement.
- Να και το σπίτι του Άκη.
- Για αυτόν έγραψε τον Τυφώνα ο Zimmerman.
- Αυτά τα λένε οι ανόμπελοι.
- Πρέπει να βάλουν κάποια πλακέτα εδώ πέρα.
- Μνήμη και πλακέτα, όλα στο πιάτο. Γνώση ρε.
- Άμα το καλοσκεφτείς, όποια εξέλιξη και κατάντια είναι. . .

- Με τόσα που ήπιες, μπορούσες να ακούσεις ό,τι θες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: