Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

με τον Πλησίον

ζωγράφιζε με τα χρώματα μου



έκλεισα τα παράθυρα να μην ακούγονται οι δαγκωματιές

να μην μου την κλέψει το φως




και ο τρίτος άνθρωπος

που είχε πάντα δίκιο

και ορισμένες ασήκωτες

αφηρημένες έννοιες

θέλει να με σκοτώσει.




θυμήθηκα τότε που είχαν αδειάσει τα πεζοδρόμια και βγήκαμε να σπείρουμε και είδαμε εκείνους τους ένστολους να μπουκάρουν στην εκκλησία και να κάνουν τουλούμι στο ξύλο εκείνο τον Τράγο που είχε γκαστρώσει εκείνη την σκρόφα

την κόρη του Καραβανά
και μετά πήγαμε στο σπίτι μιας μικροκαμωμένης με ευγενική ψυχή που δεν θυμάμαι ο ηλίθιος καν το όνομα της και μας πρόσφερε μπύρες και πίτσα και ένα χαμόγελο και μας είπε αν θέλουμε να κοιμηθούμε εκεί αλλά με φόβιζε το παράθυρο που δεν κλείδωνε και σου είπα πάμε να φύγουμε αλλά έμεινες εκεί να κάνεις όνειρα και βοηθήσεις την μικροκαμωμένη να συμμαζέψει το σπίτι ..............................................................................................................................................................................................................................................
βρήκα κάτι βιβλία που έλεγαν κάτι περίεργα μέσα εκεί ότι είναι ωραίο να πεθαίνεις και οι άλλοι να γαμιούνται και να λένε αστεία για τις ζωούλες τους τις σάπιες τις ξεπέτες και αυτούς τους συμπαθητικούς που άλλοτε σου πηδάνε την διάθεση και σου μαγαρίζουν το σπίτι και άλλοτε να σου λένε συλλαμβάνεσαι εξύβριση κατά της αρχής και τα ρέστα. . .

τα πέταξα στα μούτρα σου και έβαλα να φάω.

2 σχόλια:

outcast poetry είπε...

πολύ ωραίο κείμενο...μ' αρέσει αυτή η γραφή σαν Γκίνσμπεργκ...με τις μεγάλες- χωρίς παύση -προτάσεις

πλησίον του ποιητή είπε...

δεν έτυχε μέχρι τώρα να διαβάσω Γκίνσμπεργκ ( και το κολλητάρι του τον Μπαρόουζ ).

θα τους ψάξω.

να ΄σαι καλά.

καλημέρα.