Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Εξαήμερο του Μέλιτος


μην πίνετε για να μην κριθείτε 
μην κρίνετε για να μην κρυφτείτε 
αγγελούδια μου ζαβά
μεροκαματιάρηδες διάβολοι




Με την παρατήρηση του Βότση ΄΄ Δεν είσαι ζιγκολό / είσαι τζαμπατζής΄΄ και την ευχή της Λίνας Σ.  ΄΄και να περάσεις σημαντικά. . .΄΄  μπαίνω με την μικρή μου προίκα στο τρένο. Μια ώρα πριν τα μεσάνυχτα.  Στο κουπέ μέσα στριμωγμένος μεταξύ ενός παχουλοκομψού κυρίου που με πλακώνει και μιας ασχημομούρας με σωσίβιο στο λαιμό της. Απέναντι μου ένα ζευγάρι να τρίβεται και να χαίρεται. Σκέφτομαι αν γίνονται αεροπειρατείες στα τρένα αλλά δεν καταλήγει αυτό πουθενά. Έξω από το κουπέ, φαντάροι με μαύρους μπερέδες ονειρεύονται φωναχτά γκόμενες και μάχες. - Δεν πρόλαβα στην άδεια να την καλουπώσω αλλά που θα μου πάει. . . - Στον Δομοκό κάνουμε στάση να αλλάξουν μηχανές. Η πλειοψηφία κατεβαίνει για τσιγάρο. Είναι ήσυχα και όμορφα εκεί. Λίγοι μιλάνε, το φεγγάρι δεν φαίνεται πουθενά. 

Φτάνουμε το χάραμα. Ένα μπούγιο ατσούμπαλο με βαλίτσες, μωρά και γκρίνια. Φωνάζουν, λες ο μπροστινός τους μπορεί να ποδοπατήσει τον δικό του μπροστινό και να ανοίξει δρόμο. Σκατά μοιράζουν και βιάζονται όλοι έτσι;

Η πόλη είναι έρημη. Περίμενα πυρκαγιές, πλημμύρες, μακελειό καλλιγραφία αλλά τίποτα. Πάλι καλά.

Με το πρώτο δρομολόγιο του μετρό φτάνω στο Χαλάνδρι. Ούτε Χαλάλι, ούτε Χαράμι. Κουβαλάω δώρα, καρέλια και μερικά τρόφιμα. Η Δέσπω, νυσταγμένη, νηστικιά με την νυχτικιά της με περιμένει. Χαίρεται που έφτασα και απορεί πως και θυμάμαι τον δρόμο. Εγώ απορώ πως εκείνη θυμάται εμένα αλλά κανέναν δεν τρώει η περιέργεια. Μου ετοιμάζει πρωινό και καθιστοί, αντιμέτωποι χαζεύουμε ο ένας τον άλλον χωρίς να μιλάμε. . .

. . .

Μουσική. Έχει δροσιά. Μια, δυο, τρεις εξάδες μπύρες σε παράταξη. Κατεβάζω σαν τρελός βιβλία από την βιβλιοθήκη. Ο Μανούσος Φάσσης, ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ο Σεφέρης και τα δοκιμαστήρια του, ο Μάριος Χάκκας, ο Ανδρέας Σπέρχης, ο Πεσσόα, η Σκακιστική Νουβέλα του Τσβάιχ και ο Σαραντάρης που δεν έβαζε τελείες στα ποιήματα του. Η Δέσπω γδέρνει κολοκυθάκια και σπάει αυγά για να φάμε. 

. . .

Το βραδάκι με την Λάμπρω, τον Χάρη, την Αντζελίν και τον Χρήστο. Οι δυο τελευταίοι ετοιμάζονται να πάνε να βρούνε τον Ντίνο στην Θεσσαλονίκη. Εγώ κατρακυλάω στην πρωτεύουσα, εκείνοι ανεβαίνουν στην πόλη με τις εκκλησίες και τα φαγάδικα. Ο Ντίνος στρώνει κρεβάτια, τραπέζια και διαθέσεις. Ξέρει. . . 
Φωνάζω κάτι για την συμμορία του ΄30 και άλλα φτωχομπινεδιάρικα πράματα λίγο χειρότερα από τσίχλες ή το κουτόχορτο που μασάμε. ΄΄Όλα θα πάνε καλά. . .΄΄ που είπε και ο Καρυωτάκης. Η Δέσπω με ηρεμεί. Δεν φωνάζει, ούτε πίνει. Τα κάνω εγώ αυτά και για τους δυο. 

. . .

Ο Μπουργαζάς ο Παναγιώτης που σαν μουρλός κανιβαλίζω επειδή αγαπάω. Εκεί, όπως τότε στο Πολύκαστρο, αγαπημένος και χορηγός λίγο πριν φύγει στην Καρώ ξενιτιά για κάτι καλύτερο από εδώ. Θα ξανάρθει όμως. Ειδικά τώρα που στην περιοχή του γίνανε δυο σταθμοί του μετρό. Πουτάνα ανάπτυξη.

Ο Κυριάκος και ο Αναστάσης. Μελλοντικοί μαθηματικοί και φίλοι της Δέσπως. Να ΄ναι καλά.



. . . 

Έρχονται οι γονείς της Δέσπως. Ευγενικοί, φιλόξενοι άνθρωποι. Υπάρχουν ακόμα, Βότση, ευγενικοί και φιλόξενοι άνθρωποι. Ο κόσμος πάει για φούντο, δεν συμφωνούμε τι μέρα είναι σήμερα, η φύση θα μας γράψει καλλιγραφικά στα παπάρια της κάποια στιγμή, μαζί με τις πολιτικές, τα μάρμαρα που κάποιοι επενδύουν - αλλά δεν πληρώνουν -, τις γκρίνιες, τις τύχες, τις βιβλιογραφίες και τον εκάστοτε ΄΄παπά΄΄ που εξυπηρετούν σε στιλ ΄΄Τα πιάσαμε και για αυτό έχουμε και λέμε΄΄. Έχουμε και κλαίμε, συμπληρώνω. Θα γίνουν όλα αυτά, αλλά κρατάω την ευγένεια της ψυχής κάποιων ανθρώπων. Κι ας χρωστάω τα κέρατα μου, Βότση.


. . . 


Φτάνει η μέρα για να φύγω. Γεμάτος πεσκέσια και δώρα. Με δανεικά πάω / με δανεικά γυρίζω. Με συνοδεύουν στον Σταθμό Λαρίσης η Αντζελίν και ο Χρηστάρας - που έχει γράψει πολλά, αλλά όχι ανθρώπους. Η Δέσπω είναι ήδη εκεί να με αποχαιρετίσει. Ένας σαματατζής με μαρκαρισμένο σώμα,κρατάει ένα τιμόνι καραβιού και ανεβαίνει στο βαγόνι που πρέπει να ανέβω και εγώ. Ωραία θα περάσουμε. . . λέω.
 Φεύγω. 





Δεν υπάρχουν σχόλια: