Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012


Αμνησία στα χείλη / Θάνατος στα δόντια 


Δεν έχουμε να αποδείξουμε τίποτα. . . είπε. Όλα θα έρθουν από μόνα τους. Θα μας χτυπήσουν την πόρτα για να ζητήσουν ελεημοσύνη ή να μας σκοτώσουν.

είπε

Ένα εκατομμύριο ηλίθιοι οπλισμένοι σαν ψηφοφόροι
ή στατιστικές μετά τις εκλογές

είπε

Πολλοί περιμένουν την Μεγάλη Πείνα 
για να φαγωθούν οι μάσκες
οι λεπτομέρειες οι σάλτσες
και η Βιβλιοφαγία να αποκτήσει
μια πιο κυριολεκτική σημασία.

είπε 

Oι μεν γαμάνε τζάμπα
Oι δε πληρώνουν για να γαμηθούν -
Οικονομική ορθότητα 
και η πλειοψηφία κουτσαίνει ερασιτεχνικά.

είπε 

Το Μουνί της ήταν πολιτικός χώρος για καπνιστές και τρέχανε σαν τρελοί
να κολλήσουν τα βράδια αφίσες / ταπετσαρίες / απόψεις στα μούτρα σου.

. . . μα μόνο έλεγε - ούτε καν τραγουδούσε - και έτσι τον άφησαν να πάνε άλλου να παίξουν και να αναπαραχθούν.


Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012



οινοπνεύματα αντιλογίας
κατόπιν παραγγελίας
οινοπνεύματα αντιλογίας
επί της κυρίας
με τα κουρέλια και τα σκέλια αναμμένα
με στάχτες στον αέρα και τα πνευμόνια
μαύρος μαύρος χρυσός


τομάρι χορτάτο ερωτευμένων
τα τύμπανα της Αγάπης και των Χρεωμένων


περαστικοί οι πελάτες μου
σαν διαβάτες που δεν ξέρουν
που πάνε και βρίσκονται εκεί που θέλουν

άλλοι

οι ίδιοι
πρώτοι.


Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

με την Λουλ



- Ποιοι νίκησαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο;
- Όσοι ξέρανε που πέφτει η Ελβετία.
- Και οι υπόλοιποι;
- Ξέρανε μόνο τον ελβετικό σουγιά.

- Αυτή που ουρλιάζει δίπλα. . . Πρέπει να πονάει φριχτά. . .
- Μπα. . . Γαμιέται. 
- Πρέπει να τον αγαπάει.
- Που και που.
- Εκείνος την αγαπάει;
- Όπου κι όπου.

- Αυτό το κόκκινο που κρέμεται πίσω σου. . . Ουρά είναι;
- Όχι. . . Αίμα.
- Είσαι καλύτερα τώρα;
- Τώρα όχι. . . Τώρα ναι. . .

- Πόσο κάνει το βιβλίο σου;
- Θα τα βρούμε.
- Πόσες σελίδες είναι;
- Λιγότερες από την Αγία Γραφή ή από έναν αξιοπρεπή οδηγό μαγειρικής.
- Τι τίτλο θα έχει;
- ΄΄Χωρίς ένσημα και αγάπη ή Parκour στο Γολγοθά΄΄.

- Τι είναι οι ΄΄Μουσικές Σωμάτων΄΄
- Ρώτα έναν ορθοπεδικό.

- Τι θα φάμε σήμερα;
- Μόνο το επιδόρπιο.

- Αν πάρει φωτιά το σπίτι, ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θα σώσεις;
- Εσένα 
- Και εσύ;
- Θα τα βρούμε. 

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

Φ.



ο Πρίγκηπας με τα ασημένια μαλλιά και το σκουριασμένο δαχτυλίδι
μετράει τα δάχτυλα του, τις τρίχες, τα άστρα, τις ευκαιρίες
τίποτα δεν του περισσεύει 
η φωνή του βαθιά, μαρμάρινη σωστή για την αγάπη του όταν τραγουδά
 έχει κρεμάσει τους επίσημους από τον πολυέλαιο
και τους γυρίζει τους γυρίζει δροσιά στην Κόλαση να φέρει


Διαόλου λιβάνι καπνοί και χρώμα 
σώμα κρυμμένο πατικωμένο έτοιμο να σκεπάσει κάθε τι κουρασμένο κι αταξίδευτο



Σκοτωμένοι ξεχασμένοι όπως ανάβεις τσιγάρο 
ενώ το προηγούμενο ακόμα καίει 
αυτόχειρες πάντα βιαστικοί στο ραντεβού τους πάντα νωρίτερα
αφήνουν πίσω κενό και ψυχή 
δεν γεμίζει με λόγια και γραμμές
δεν φταίει δεν κερδίζει 
την σάρκα σκίζει να έχει πανί
και φεύγει.







Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

3


1.

Με το που πάρεις άδεια θα σου κάνω το τραπέζι. Το είχε υποσχεθεί. Η νοσοκόμα στο 401 Σ.Ν. την τραβούσε έξω. Το επισκεπτήριο είχε τελειώσει. Τότε το είπε. Μετά πέντε μέρες με στολή εξόδου σαν καρνάβαλος, αδυνατισμένος και κίτρινος ξεμπουκάρω. Αγόρασα μια μπύρα, την ήπια και με ένα κίτρινο χαζό ταξί τράβηξα για το το μπουρδελοξεναδοχείο. Έκανα ένα μπάνιο. 'Εβγαλα την στολή και φόρεσα μια κόκκινη μπλούζα και τζιν. έβαλα σε μια λουλουδάτη βαλίτσα τα πράγματα μου και έφυγα. Σταθμός Λαρίσης. Πρεζόνια, συντήρηση στις ράγες. Μπύρες. Το ταξίδι θα ήταν μεγάλο. Στο βάγονι άνοιξα συζητηση με μια σιτεμένη Λαρισαία. Χαζεύε σε ένα περιοδικό μόδας, πανακριβά ρούχα περίεργα,που δεν θα αγοράσει ποτέ ή αν τα αγόραζε θα τα χάριζε στην εγγονή της. Είπα ότι πάω στην Ερωτική Πόλη με την Τοξική Παραλία που μαζεύονται οι τοξικόι ερωτευμένοι και οι ταξικοί βλαμμένοι. Αδιαφόρησε. Συνέχισε να κοιτάει τις νέες τάσεις της μόδας. Ήθελα να την ρώτησω πόσο καιρό έχουν να κατέβουν στα ορυχεία της. Συγκρατήθηκα.Αδιαφόρησα και χάζευα την φωτεινή επιγραφή πάνω απο την τουαλέτα. Θεσσαλονίκη. Μετά λίγες μέρες πήγα στο σπίτι της. Πριν χτυπήσω το κουδούνι, επισκέφτηκα την πιο κοντινη κάβα. Μια εξάδα μπύρες και μια βότκα και άλλη μια εξάδα μπύρες. Ο ιδιοκτήτης της κάβας - αξιοσέβαστο μέλος της τοπικής κοινωνίας ( που τροφοδοτεί τα πάθη όχι και τόσο αξιοσέβαστων μελών της ίδιας κοινωνίας) μου χαμογέλασε.  - Τι κάνει η κοπέλα σου;  - Είναι στην Θήβα σε μια κλινική απεξάρτησης....όπου να ΄ναι πάω να την βρώ. Πάγωσε λιγάκι. Άλλοι δυο πελάτες στον κουβά...θα σκέφτηκε ο δαίμονας. Τον άφησα παγωμένο και ανέβηκα σπίτι της. Μου άνοιξε. Βούτηξε της σακούλες, τις πέταξε στο καναπέ.στον καναπέ που την πετούσα πριν ένα εξάμηνο μέχρι να ΄ρθει το αγόρι της. Με αγκάλιασε. Φορούσε ένα κουρέλι που της αγόρασα με αγάπη από το Μοναστηράκι. Μαγείρεψα. . .θα δείς. . .θα σ΄αρέσουν. . .κάθισε. Κάθισα. Σέρβιρε μαύρη μπύρα. Ολά μαυρά. . . Χαχάνισε. Εβάλε τον Θωμά που περιμένει να παίζει. Ένα σιντί που της είχα κάνει πριν αιώνες. Δεν της άρεσε - ΕΝΑΣ ΚΩΛΟΓΕΡΟΣ ΠΟΥ ΓΚΑΡΙΖΕΙ...μου είχε πεί - αλλά το έβαλε για μένα. Κάθισε δίπλα μου. Με ρώτησε για την υγεία μου. Είπα οτι πρέπει να μετριάσω το ποτό. Γέλασε. Είπα ότι πρέπει να ακολουθήσω ένα ελαφρύ διαιτολόγιο. Γέλασε πάλι. Άντε, πάμε να φάμε. Καθίσαμε στο τραπεζάκι.Υπήρχε ποικιλία. Μια πιατέλα με ψωμάκια τοστ με μουστάρδα ( και μόνο), κρακεράκια με μια πικάντικη αλοιφή και σαλάμι αέρος και το κυρίως πιάτο΄σε ένα βαθύ τηγάνι μια ομελέτα.εκεί έριξε ότι υπήρχε στο ψυγείο της ΄ κασέρι, φέτα, λακέρδα, μανιτάρια,χυμό ντομάτας, ζαμπόν και κατί αλλά περίεργα πράγματα που δεν μπόρεσα να καταλάβω τι ήταν. Φάγαμε. Καθίσαμε στο καναπέ και πάλι. Άνοιξα την βότκα. Ήπιε μια γερή από το μπουκάλι και άρχισε να με χαϊδεύει. Σε λίγο χτύπησε το κινητό της. Έτρεξε στο δωμάτιο της και έκλεισε την πόρτα. πέρασαν δέκα λεπτά, ένα τέταρτο, τράβηξα μια γερή από την βότκα και πήγα στην πόρτα. Την άκουσα να λέει. . .Ναι, μωράκι, στην καμάρα. . . πιο αργά, τώρα έχω δουλειά, ναι. . .το βραδάκι. . . -
Δουλειά; Έβαλα BLACK SABBATH. Μάζεψα τα πιάτα από το τραπέζι.Τα έριξα στο νεροχύτη και άνοιξα την βρύση.

2.

Μετά από ένα καλό νουμεράκι γύρισα στην Μαυρούκα και της πρότεινα να αρραβωνιαστούμε μπας και κόψει κάτι στην τιμή. Γέλασε.

3.

Πήγα να περάσω από την Κολόμβου στην Αντιγονιδών. Το κόκκινο ανθρωπάκι έφεγγε σαν το φωτάκι στα μπουρδέλα. Υπερεκτιμώντας την ταχύτητα μου μπήκα στην παρανομία και είπα να περάσω απέναντι. Ένα κόκκινο citroen ήρθε κατά πάνω μου. Με πήρε ξυστά στο πόδι. Ο οδηγός σταμάτησε και κατέβηκε κάτω.Περίμενα να με μπαουλιάσει στο ξύλο. Ήταν όμως λιάρδα και ένιωθε αυτός ο φταίχτης. Ενοχικά αλκοολικά μου καθάρματα. Μπάσταρδοι με γαμημένες αδυναμίες και αισθήματα λιωμένα. Με ρώτησε αν είμαι καλά και αν χρειάζομαι κάτι. Του είπα ότι είμαι καλά και αν έχει την καλοσύνη να με πάει ως το σπιτάκι μου. Δέχτηκε. Στο αμάξι είχε μπύρες. Μου έδωσε μια. Καθώς πηγαίναμε του λέω. . .αν το καλοσκεφτείς οι πουτάνες και οι ταρίφες κάνουν πιάτσα.δεν έχει και μεγαλη διαφορά το πράγμα. Γέλασε.