Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

όλα αδιάφορα / όχι αδιάφθορα





κρύο

χτύπα το, χτύπα το και θα δουλέψει,
 ξαναχτύπα το και δεν θα το πληρώσεις

είναι το ταίρι σου που σε έκοψε στην μέση.

Το αίμα σου συνεχίζει να κυλάει
να λερώνει, να ποτίζει, να ρημάζει
ο,τι ζει και τακτοποιεί.

Το ταίρι σου τρέχει μακριά σου
θα γυρίσει πάλι άοπλο και τίποτα δεν θα το κάνει χειρότερο.


Τα εφήμερα και τα πονεμένα, δημόσιοι κίνδυνοι αφορολόγητοι, χορτάτοι, κυνηγοί, ανανεωτικοί ή κέρινοι, αναστενάρηδες, απεργοσπάστες, οδηγοί αστικών μετά τις 12, εκείνοι που δεν κοιμούνται και έρχονται και στο κρεβάτι σου χωρίς να ξέρουν τι να κάνουν, τα κιτρινισμένα σεντόνια και δάχτυλα που δείχνουν ως εκεί που φτάνει το δεξί σου μάτι. . . ως εκεί που θα απλωθούμε σαν φανταστικές επιδημίες ή κλαριά μουριάς.



Ξημερώματα που η ψυχή σου είναι σε διπλό τσιγκέλι και η ρουφιάνα ο,τι και να της κάνουν δεν βγαίνει και ας ξέρει τα τελευταία λόγια της - που δεν διαφημίζονται - απ΄ έξω.
Χειρονομεί, φτύνει, παλεύει και μετά κουκουλώνεται
πριν την κουκουλώσουν.

Χειρονομεί σαν αγκαλιάζει κάτι ζεστό
Φτύνει να γλιστράει παρακάτω
Παλεύει με προβολείς, τεντωμένα σκοινιά
( θηλιές της μόδας / μυρωδάτα ακριβά ακροβατικά )
βάσανα ανέκδοτα.

-

 μια σχεδόν σύντομη ιστορία πιθανής αγάπης


- Να μου πάρεις όπως έρχεσαι ένα κουτί σοκολατάκια και ένα πακέτο σερβιέτες.  .  . Α, και ένα πακέτο τσιγάρα. . . Μικρό.
- Αν δεν μου το έλεγες, δεν θα ερχόμουν ποτέ ξανά σε εσένα, αγάπη μου. . .  Συγκεκριμένα, θα ξεχνούσα ότι υπάρχεις, φως μου.