Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

τ.



 - Θα στο κάψω ρε γαμημένε το αμάξι.
     Είχε πανσέληνο; Μόλις βγήκα από την τουαλέτα και
     χτύπησε το τηλέφωνο. Φώναζε εκείνη, έβριζε. Φαινόταν
     να έχει δίκια. Με αποδείξεις, με τον ουρανό της γεμάτο
     μελανιές και μόνο εμένα μπροστά της.
 - Μπουρλότο. . . Στάχτη. . . Θα το δεις, θα το δεις.
 - . . .
 - Θα στο κάψω, ακούς; Τώρα, κατά κει τραβάω, παλιομπινέ.
     Πέρα από τα δίκια, είχε και ορεξούλες.
     Μούρλα και δέρμα, πράγματα κρυμμένα
     ξεπετιούνται από παντού και βλέπει μόνο εμένα μπροστά της.
     Την ένιωθα - έτσι λιγάκι, σαν τσίμπημα - αλλά δεν την
     καταλάβαινα. Μα ποιος είχε τον χρόνο να καταλάβει τον
     άλλον; Τον βουβό, τον σαλιάρη, τον μαινόμενο,
     τον θεόβλακα και εκείνον που δεν κλείνει ποτέ τα τεφτέρια του.
     Οπότε; Άσε τους να παίζουν.
     Άσε τους να κοπανιούνται ο ένα πάνω στον άλλον. Άσε τους. . .
     Άσε τους όπως σε άφησαν και πιάσε το πράγμα από την αρχή πριν
     όλοι βρεθούν ανακατεμένοι, μπλεγμένοι, να μην ρωτάνε τίποτα,
     σίγουροι. Όλα ένα.
 - Τράβα, μωρή ρεμούλα, κάνε ό,τι θες.
     Της το έκλεισα και εκείνη έτρεχε να μου κάψει το αμάξι.
     Μα δεν είχα αμάξι, ούτε τρίκυκλο, μεταφορές - δολοφονίες
     αλλά εκείνη ήταν σίγουρη.
     Όποια και να ΄ταν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: