Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

03:50


 κωμωδία μου
 τάμα προκαταβολικό
 πληγή διακοσμητική
 ηλίθια εποχής
 δίκιο πότε-πότε
 δικαίωμα φαντεζί
 πορνό βουβό
σκουριασμένο μου.




Πολλά

 Στην στάση λεωφορείου, στην Τσιμισκή, κουτί της ΔΕΗ το βλέπω σαν βήμα. Απλώνω την μπυρίτσα μου την φτωχομπινεδιάρικη και βιβλία δανεικά. Πιάνω κουβέντες και φακελώνω.

- Μετά την τρίτη έκτρωση, σοβαρεύτηκα. 

- Λιγότερο από μισό κιλό και είχα όρεξη να το μοιραστώ.  . .

- Όχι τώρα. . . Ναι. . . Παλιότερα. . . Καυλες, στραβομάρα. . .

- Γάμησε τον. . . Έρχομαι. . . 

- Να μην ήσουν μαλάκας, να μην έπαιρνες. . . Τώρα μου ζητάς βερεσέ;

- Μπαμπά, αν με αγαπάς θα μου πάρεις παγωτό. . . Λεμόνι μου αρέσει. . .


- Άντε γαμήσου ρε. . . Όταν εσύ έλεγες μαλακίες, εγώ γύριζα από εξορία. . .

- Τι κακό είχε το ΠΑ.ΣΟ.Κ το 1981;

- Κώλος σουρωτήρι και μπούτι αλφάδι.

 Και άλλα πολλά, περισσότερα, ο κόσμος προχωρά, προσπερνά - πρόοδος και κατάντια, αγκαζέ.

 Σκέφτομαι σαν χαζός, σαν να μην έχω να χάσω τίποτα. Όλα είναι μπροστά μου, δεν μου ανήκει τίποτα, εκτός από ό,τι φοράω. Οπότε χαζεύω. Χαζός, είπαμε.

 Σκέφτομαι τον Βότση, ικανό για τίποτα το εγκληματικό, να αναποδυγυρίζει τον κόσμο και να πέφτουν όσοι αγάπησε και να του λένε - Χα, ο Βότσης.

 Σκέφτομαι τον Ντινάκο, τον Ντίνο, τον Γδύνο, τον φίλο και χορηγό να μου λέει - Πάντα είσαι ωραίος. . . και να εννοεί την βραδιά που χωρίς να είμαι φορτσάτη γκόμενα, όλοι να με χαζεύουν πλάι του και κανείς να μην τολμά να μου κάνει παρατήρηση.

 Την Λένα-Βον-Τι, την Κιουμπρίκενα, την Φελίνα, που ένα βράδυ μου έφτιαξε ελληνικό σκέτο να με θεραπεύσει και άλλα πολλά.

 Εμφανίζεται ο Ζώρζης Τίλκης και ο Μπουρ Γκαζάν, στα χακί, στην γαμοζωή των 8 και 63. Ο πρώτος να μου λέει, ΄΄ Σκόρδα, έχω ένα φίλο που θεωρεί ότι η μπύρα, είναι μπύρα όταν είναι ένα λίτρο. . . Θα κάνατε ωραία παρέα. . .΄΄ και ο δεύτερος να μην λέει τίποτα. Να με ακούει, να με χαίρεται.

 Η Γ.Δ. με ένα γέλιο που σπάει τζάμια και ειδικότερα βιτρίνες. Τα ποιήματα της περίεργα, σαν στραβές μύτες σε τρυπάνι, να καθορίζουν δικιά τους πορεία.

 Η Α.Π., με βαριά ποίηματα που εγώ τα χαζεύω - ποίηματα βαριά, όχι ατάκες, ποίηματα με θεμέλια χωρίς αδικοχαμένο, χυμένο αίμα - να λέει στην πρωην κυρά μου - Πως τον αντέχεις; και να γελάω σαν χαζό, όχι, ο χαζός.

 Η Αντζελίν Βοναπάρτη. Ενάμιση μέτρο σοφία, και νεύρο, αντοχή και δημιουργία.

 Ο Γ.Φ. με ένα πιάνο-ξεκουρδιστάν και νότες χαρχάλες στην σειρά να μου χαρίζει φιλοξενία και τον χρόνο του.

 Χάνομαι. Η γη να θέλει να με χωρέσει, ο θεός λείπει για δουλείες και ο Διάολος στο πόδι του. Οι δυο πλευρές ενός κάλπικου νομίσματος.

 Και η Δέσπω. Η Σπούλα. Όραμα γκρινιάρικο, ποιος ήρωας να το αντέξει; Σηκώνω το χέρι - Εδώ. . . Εδώ, βρε σκερβελέδες. . .

 Μου σκάει μπροστά ο απατεώνας, ο Σούλης Ντάλης, ο γρηγορογαμούλης, σιγανοπαπαδιά, ο απατεώνας με τα αισθήματα του κρυμμένα, έτοιμα για απογείωση, για ξεπούλημα και ένα ισόβιο φιλί.

 Και η Φωταύγεια - Διαύγεια. Μαρία Ελευθερία ή Θάνατος. Την έχω υπόψιν στους κατήγορους που έχουν δίκιο.

 Και ο Κ. που ξέρει να ζευγαρώνει λέξεις και έχει την Πενέλοπε δίπλα του, να τον λέει - όπως εκείνος, εμένα - ΄΄Βασιλάκη μου΄΄.

 Ο Άκης, συντοπίτης με πνευμόνι και φαντασία να ενισχύει την φυσαρμόνικα και να δημιουργεί.

 Ο Δημήτρης Κ., από μηχανης BMW, θεός, με πετάει στον Εύοσμο ( πρώην Κουκλουτζά). Καλοσύνη, καλοσύνη - Μ΄ ακούς;


 Και η Ιωάννα που κάποτε αγάπησα επειδή δεν είχα χρόνο να πεθάνω, με την λατίνα Ιοκάστη να μου σερβίρουν ζυμαρικά και καμπύλες πέρα δώθε.

 Ο Σκαρίμπας να αλλάζει νόμισμα σε ΄΄Μπαναγίες΄΄ ( ε, Άντζυ; ) την ελληνική λογοτεχνία και η φαλακρή γενιά του '30, να μοιράζει την εξουσία. Δεν τα έζησα, να χέσω τότες, εδώ τώρα χαρίζω ό,τι δεν μου περισσεύει, να το πάρει άλλος, να το προκόψει, ακάλεστος σε μεγαλεία.

 Ο Γιώργος ο Σ., να μαζεύει τα κομμάτια του blog και να μου τα δίνει στο χέρι. Με καλοσύνη. Με αγάπη.

 Σκέφτομαι πολλά. Ρωτάνε

- Ρατσιστής; Μισάνθρωπος; Μισογύνης;

- Αυτά θέλουν χρόνο ( κοιτάζω το ρολόι ) και εμένα μου τελείωνει πολύ γρήγορα. Δεν με αγαπάω πολύ αλλά ανάγκη από αυτό δεν έχω. Απλώνομαι, χαρίζω και τίποτα να μην μου μείνει, θα βρω κάτι άλλο να χαρίσω. Πάντα.

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Stupid Heart, Cupid Heart. . .


 . . . (μου) τραγουδάει ο Καπετάνιος, πίσω μου Πέρσες φοιτητές από την Ιταλία. Ήρθανε μέσω Τρικάλων στην Θεσσαλονίκη και εδώ ρωτάνε που είναι η πλατεία Ελευθερίας να πάρουνε το 6, να πάνε στην Κρήνη. Τους παίρνω πάνω μου. Είμαι ο άνθρωπος τους. Έχω χρόνο για χάλασμα να τους πάω όπου θέλουνε. Χαίρονται με τον αργόσχολο. Ευτυχώς που υπάρχουν και οι αργόσχολοι - οι απλήρωτοι, οι ακίνδυνοι, εκείνοι που απέχοντας υπερέχουν.

 - Freadom Square, Death Squaer. . . τους λέω με τα σπασμένα αποικιοκρατικά μου και ρωτάνε τι και πως. Τους λέω για την μάζωξη των Εβραίων και το μακέλεμα-tour που έγινε. Ακούνε. . . Φτάνουμε στην στάση, μια μικροκαμωμένη μου σκάει ένα φιλάκι και όλοι μαζί χορωδία των ευχαριστώ.

  Μυθολογία εύπλαστη. Μια μαλακία, μια σύμπτωση, διψήφιο - ανατρεπόμενο πάντα - αριθμό θυμάτων, τετραψήφιο αριθμό εισιτηρίων, μια τρελή που πάντα θέλει κάτι, μια γλύκα που δεν θέλει τίποτα. Στο πιάνο το κολοβό και κεράκια αναμμένα. Προβάρισμα για σύνθεση χωρίς την βοήθεια της Δ.Ε.Η. το βράδυ. Βγαίνουν όλα σαν νεράκι. Ο Γ. στο πιάνο. Το κοπανάει, το χαιδεύει, το κοροϊδευει για να βγάλει γέφυρες και εγώ από δίπλα. Πετάω ιδέες, πατάω κάποια πλήκτρα μαζί του - νιώθω σαν να μου υπαγορεύει ένα κείμενο για ανθρώπινα δικαιώματα και εγώ να γράφω ένα τιμοκατάλογο με τα πιάτα της ημέρας.
  Όλα αυτά καταλήγουν - χέσε την διαδρομή - σε δυο ορχηστρικά κομμάτια και ένα διασκευασμένο τραγούδι. Με τον τρόπο που θα διασκεύαζε - κάνοντας τα ουσιαστικά δικά του - o Σκαλκώτας παραδοσιακούς χορούς αλλά με την κουφαμάρα, το ξέμαλλο και την φαντασία του Μπετόβεν. Ή όπως ο Φρανκ Ζάππα θα έκανε ηλεκτρονική μουσική με μια πριονισμένη στην μέση πορδή και κυβερνητικούς εκπρόσωπους να εύχονται καλό γαμημένο καλοκαίρι και να ορκίζονται ΄΄ό,τι το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία.''


- Γιατί δεν ασχολήσε με την μουσική;

- Επειδή την αγαπάω και θέλω να με αγαπάει.



  Έχω ένα τούβλο βιογραφία του Προυστ πλάι μου και έχει πολλά χαριτωμένα και πολλούς καφέδες αλλά και άσχημα με πολλά ποντικάκια βασανισμένα.


- Έρχεσαι ρε μάπα να κρίνεις τον νεκρό; Τι είσαι; Ιατροδικαστής;

- Σκηνογράφος είμαι. Παίρνω αυτό εδώ, το πάω εκεί, και από ΄΄αυτό΄΄, γίνεται απαυτομένο και με ευχαριστεί και μου χαμογελάει.

- Χαμάλης; 


- Σαν να λες τους γιατρούς, χασάπηδες. Ή ότι οι ταξιτζήδες δεν έχουν καρδιά, αλλά ταξίμετρο. Δεν έχουν παλμούς, έχουν ταρίφα.

- Ο πατέρας μου είναι ταξιτζής, πρόσεξε πως μιλάς.

- Ο δικός μου, έδειρε κάποτε έναν.

- Γιατί;

- Γιατί δεν πρόσεχε πως μιλάει αλλά και ήθελε να τον πάει στο Κορδελιό από την Επτάλοφο ενώ τον είχε πάρει κούρσα από την Καμάρα.



  Έχω και μερικά του Γκόγκολ. Μου έρχεται να παίξω τον βοηθό του Επιθεωρητή. Τον Οσίπ. Ωραίος τύπος. Τα ξέρει όλα πριν καν γίνουν και του αρέσει η λαχανόσουπα. Όμως πέφτω να κοιμηθώ. Πρέπει. Τηλεφώνημα από την Ίστανμπουλ. Η καρδιά μου, η παλιά, η γκρινιάρα, η μεταξένια, μοβ μπομπονιέρα με το μοβ της χιούμορ, που όταν φωνάζω και έχω άδικο, με μια ματιά μου δίνει - δεν με βάζει - μια θέση να καθίσω.

  Καλοσύνη της.


Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

μ.


 λόγος γραμμένος στο γόνατο,  της ανάποδης στιγμής
 και όνοματα στα αρχίδια, Κρανίου τόπος και γωνία ζωής.
 

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Β. & Λ.



 Οικτρά μόνο μετανιώνουμε. Ποτέ μισές δουλειές.
 Οι από πάνω γαμιούνται να φωνάζουν ή γαμιούνται όταν φωνάζουν, δέρνονται, τα παιδιά τους κρατάνε το σκορ - τους άφησα κάτι φυλλάδια από οίκους ευγηρίας για μια τελευταία ώρα ανάγκης - και βρέχει όλη μέρα σαν θέλει η φύση να μας ποτίσει ή να μας πνίξει.

  Αυτοί που δείχνουν με το δάχτυλο, σαν τους παλιούς επενδυτές με τις κουκούλες, τους πήραμε εδώ και καιρό χαμπάρι. Δεν έχουν οι καριόληδες που να το βάλουν και δείχνουν. Πότε πότε το κουνάνε κιολάς, οι ρουφιάνοι.


Ασυμφωνία οι αχαρακτήριστοι.
Αντιλογία τα οινοπνεύματα.
Παλιότερα πουτάνες, τώρα φιλότιμες.
Και ζεστές, και πρόθυμες.

Τα ξέρω, τα ξέρω.
Μην με χτυπάς ρε στο κεφάλι.
Θα ανοίξει και τα μυαλά μου θα πάρουν αέρα.
Εγώ που μόνο να μασάω ξέρω και όχι να δαγκώνω.


 Νεκροί;
 Όχι ποιοι.
 Πόσοι να ρωτάς και πότε. Το πως θα αποφασιστεί μετά. Έχω κάποιες ιδέες και μια που κάνει ανάποδο κατακόρυφο όταν έχει κέφια. Έχει ωραία φωνή όταν τραγουδάει και είναι ήρεμη όταν κοιμάται. Τα προβλήματα αρχίζουν σε κάθε τρίτη φράση, δικιά της ή δικιά μου. Πέφτουν και ερωτήσεις. Ανακρίσεις στο σκοτάδι. Τι να κάνεις;


 Ζήτησε να τον θάψουμε με την φυσαρμόνικα του.
 Πάλι καλά. Σκέψου να έπαιζε πιάνο. Ή να έπαιζε πιάνο με την σύντροφο του. Η γκρίνια της θα ακουγόταν ακόμα και στην πιο βαθιά τρύπα.
Χωμάτινες μελωδίες, ζωντανά τα λιπάσματα.

Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

μ.


ό,τι σημαδέψαμε

μας πέτυχε.

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

Μεροκάματο έχε γεια

  
  Ποιο ήταν το σπουδαιότερο λα λα λα;
  Που έγκειται η σπουδαιότητα του; Στο ότι δεν δείρανε αυτόν που λαλάλιζε; Στην μουσική που συνόδευε; Στα κορμιά που λάμπανε οι καμπύλες τους κατά την διάρκεια της ακρόασης;

   Ένιωσα λίγο βιβλιοθηκάριος - αποθηκάριος πολυτελείας - σήμερα. 200 κάτι βιβλία κατέβασα σαν παναγίες πριν κοινωνήσω. Στο σπίτι ενός ποιητή, μεταπολεμικής γενιάς, μετά δηλαδή την δεύτερη παγκόσμια κοροϊδια.  Τα ξεσκόνισα, τα ξεφύλλισα. Βιβλία πολλά, περισσότερα. Το πολιτικό ημερολόγιο του Σεφεριάδη - εκείνου που τον γοήτευε η απλή,η παλιά η λαϊκή γλώσσα  - ΄΄Λυσσέα για έλα, κι αν δεν έρθεις στον μπούτζο μου, κι αν έρθεις στον μπούτζο μου΄΄ - με πολλά ανέκδοτα να γελάς και να κλαίνε όσοι τον λιβανίζουν, εκεί μέσα. Τα τούβλα τα αναπόφευκτα του Ρίτσου, οι Βάκχες σερβιρισμένες από τον Γιώργο Χειμωνά, αστυνομικές επιθεωρήσεις της λογοτεχνίας, μελέτες για ζωγράφους και μπογιατζήδες, μπακαλοτεφτέρια για το ΚΚΕ, αναμνήσεις του Ν. Χριστιανόπουλου στα μαλακισμένα χακί και άλλοι Θεσσαλονικείς μεταπολεμικοί. Εμείς - όλοι που έχουν τον χρόνο να γράψουν, τι δεν έχει και τόση σημασία, θα ρθουν ανατόμοι και πιο μετά νεκροθάφτες να τα κρίνουν αυτά - είμαστε μεσοπολεμικοί σε στιλ ΄΄μέχρι το επόμενο μακέλεμα, καλή διασκέδαση΄΄. Έχουμε το χρόνο για βλακείες. Έχουμε το χρόνο για οτιδήποτε' κουτουλιές, κακίες, μισογαμήμενα αστειάκια, μισοαποτυχίες και μονοπάτια για μεγαλεία, καρναβάλια, τσιμπούσια με την γόπα αγκαζέ. Το μόνο που μένει να κολλήσουμε δίπλα στο χρόνο, είναι ο σκοπός. - Πες μου το ΄΄γιατί΄ σου, μη σε κατουρήσω τώρα. . . έλεγε μια από τις τρελές που είχα νταλαβέρι. Αλλά δεν είχα γιατί. Ποτέ δεν είχα. Μόνο ότι σάλευε χαζό ή σίγουρο μπροστά μου. - Σκοντάφτει το μουνί σου σε έρωτες και τα παίρνεις όλα από πίσω και σοβαρά. . . της έλεγα πριν αρχίσω να τρέχω μακριά της φωνάζοντας ΦΩΤΙΑ.


  Όλα αυτά τα βιβλία απλωμένα μπροστά μου. Καθαρισμένα από 'μένα. Λες και ήμουν σε μια κάβα με υπάλληλο συμπαθέστατο να μην με κρίνει. Τα ρίχνω όλα από μια ματιά και τα χαίρομαι. Κάποτε θα βγάλω και εγώ ένα. Μικρούλι σαν ορεκτικό. Έτσι, για να δώσω κάτι στον Πολυβάκι. Προσωπική, συγγενική υστεροφημία, όχι μαλακίες και η μάπα, βιτρίνα.

  Αφού τα έχω τακτοποίησα όλα πάω να δω εκείνη που γύρισε από την Σεβίλλη.
  Μου μεταφέρει χαιρετίσματα.
  Μου λέει για την Ιβηρική χερσόνησο.
  Μου χαρίζει ένα μπρελόκ με μια μικροσκοπική Τουρκάλα δεμένη στην αλυσίδα.
  - Όσες Τουρκάλες συνάντησα, μύριζαν ωραία. Χαμογελαστές με το μάγουλο φράπα.
 Γελάει. Στην τσέπη της έχει τόσα λεφτά, όσο είναι το ύψος της. Όσο είναι, τόσο έχει. Όχι ανάποδα.
 Μου δείχνει το Ταξίδι στην άκρη της Νύχτας του Γιατρού από τον Άδη.
 Ανατιναχτικό βιβλίο. Ξαναμοιράζει ένα κόσμο έτοιμο να αλληλοσκοτωθεί ή να το ρίξει στην νοσταλγία από κάτι που δεν έζησε και απλά άκουσε και του καλάρεσε.
 Της αξίζουν αυτής της κοπέλας, όλα τα ανατιναχτικά βιβλία. Γιατί δεν περιμένει τίποτα. Γιατί όλα είναι μπροστά της και ξέρει. Όλα τα ανατιναχτικά. Ακόμα και αυτά που δεν τυπώθηκαν αλλά έχουν γραφτεί.

 Χαμαλίκι απρόσμενο σήμερα και στο τέλος πληρώνομαι. Ο τύπος με τα λαχεία βλέπει το χαρτονόμισμα στα χέρια μου και μου κοτσάρει τα δελτία στην μούρη.

 - Πάρε, πάρε. . . 
 - Τι να τα κάνω τα λεφτά; Και αυτό που βλέπεις - το βλέπεις ρε; Δανεικό είναι. . . Θα φύγει γρήγορα για να πάω να κουβαλήσω να βρω άλλο. 
 - Ε;
 - Όχι, παίζουμε. Παίζουμε να μην χαθούμε, μάστορα. Κι αν χαθούμε αλίμονο σε όποιον κερατά μας βρει.

  

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

προτροπή

  Θα σας παρακαλούσα, όταν τελειώσω ό,τι έχω να πω, να μην χειροκροτήσετε και αυτό σας το ζητώ επειδή έβαλα ένα στοίχημα με την γυναίκα μου. Υποστήριξε ότι δεν θα με χειροκροτήσει κανείς γιατί τίποτα άξιο για παλαμάκια δεν μπορώ ή έχω να πω και επειδή την αγαπάω, θέλω να το κερδίσει το στοίχημα. Δεν έχει κερδίσει και πολλά τελευταία. Ας την βοηθήσουμε. Φυσικά μπορεί και να μην χειροκροτήσετε έτσι κι αλλιώς και να κερδίσει το στοίχημα δίκαια. Αλλά θα ήταν προτιμότερο να μην το ρισκάρουμε.