Παρασκευή 7 Αυγούστου 2020

υποδοχή

 





για τη κυρία Αδαμαντία Α.,
περίπου όπως τα θυμάμαι.





 μπαίνω με ο,τι σώθηκε απ΄ τα δανεικά στο τραίνο  
 να τσουλήσω ως την Αθήνα, να μη δω το Κορδελιό χωρίς τον Βότση 
 και αυτός να το χαζέψει ένα βράδυ χωρίς εμένα.
 
 Να τον υποδεχτώ στην πρωτεύουσα.


 Νύχτα και με ολίγη καθυστέρηση ξεκινάμε. Ρωτούσα που είναι το βαγόνι οχτώ, με στείλανε στο εφτά και από εκεί πίσω στο οχτώ ενώ κοπανούσα το βαλιτσάκι και την τσάντα μου στις θέσεις και παράθυρα. Στο κουπέ έξι θέσεις αντιμέτωπες και στη δικιά μου ένα ξωτικό πλαγιοκουρεμένο με πράσινη φράντζα. 
- Θες να σηκωθώ ρε; 
- Κάτσε, κάτσε, αφού βολεύτηκες. . . δεν ήταν ώρα να μαλώνεις με ξωτικά, είχε απλώσει και τα ποδαράκια του. Απέναντι μου ένας τυπάκος που κοιτούσε το ρολόι του συνέχεια. Χάπι θα πάρει. . . σκέφτηκα. Τον χρονομέτρησα και έτσι όταν κοιτούσε το ρολόι του έκλεινα το βιβλίο που διάβαζα και έπαιρνα άλλο. Αυτό το παιχνίδι το παίζαμε ως την Οινόη όπου έβγαλε μια τσάντα πήρε το χάπι του και κατέβηκε.
 - Δεν έχει στάση για τσιγάρο στο Δομοκό; ρώτησα το ξωτικό.
 -Μπα το πάει καρφί μέχρι έξω από την Αθήνα. 
 Εκεί κάνει μια μυστήρια στάση δέκα λεπτά - ποιος ξέρει τι νταλαβέρια μας κρύβουν Νίκο; - και ντουγρού για σταθμό Λαρίσης. 
 Σκουντάω το ξωτικό να ξυπνήσει. 
- Τι θες ρε;
- Φτάσαμε. . . 
- Α. . . Καλημέρα. . . και τότε φαίνεται το χαμόγελο της. Κατεβάζω την βαλίτσα της - τρεις σαν και εκείνη χωρούσε - Πτώμα έχεις μέσα;
 - Μπορεί. . . 
- Την άλλη φορά βρες κάποιον, κάποια πιο ελαφριά να πατικώσεις μέσα. . . σαν χαμάλης στο λέω. . .
 - Θα δω. . . και σκάει δεύτερο χαμόγελο. 


  Ξανά εδώ, ολόκληρος σχεδόν.
  Με το που αφήνω έξω απ΄ το σταθμό το βαλιτσάκι κάτω να ανάψω τσιγάρο, βλέπω δυο αλαλιασμένους να τρέχουν φωνάζοντας ΠΟΥΤΑΝΕΕΕΕΕΕΕΣ. . . . και χάνονται κατά το παλιό κέντρο διερχομένων μεριά.
  Έτσι με βρήκε το ξημέρωμα 
  και ο Βότσης την επομένη το απόγευμα στο Κηφισό. 

  
  Με ένα χαρτόνι να γράφει Welcome NikoVotsara  
( οδός που που το σύστημα αποχέτευσης δουλεύει ρολόι και οι κάτοικοι του χαρίζουν τα κουφάρια τους στην Επιστημονική Φαντασία, ενίοτε και στην Κωμωδία που καραδοκεί )
  που το έχασα ενώ έψαχνα να αγοράσω μπύρες για μένα και σοκολάτες για τα παιδάκια που έπαιζαν γύρω από το συντριβάνι ενώ πατέρας τους ήταν αραχτός στα γρασίδια. 
 Μου τηλεφώνησε και με συνωμοτική φωνή - το φυσικό του - Έχει κίνηση, έχει καθυστέρηση, γαμώτο, θα αργήσουμε κάμποσο. . .
- Νόμιζα ότι ανατινάχτηκε το πούλμαν. . . Με την ησυχία σου. Έχει μπύρες φτηνές και εδώ κοντά μια προτομή που γράφει από κάτω ΚΑΒΑΦΗΣ. Πολύ πλάκα.
- Κατάλαβα.

 Όλα τα καταλαβαίνει σαν κάποιος που πήρε LSD και καπάκι έγινε λογιστής ή ένα παιδάκι εφτά χρονών που το ρώτησαν - Τι θες παλληκάρι μου να γίνεις όταν μεγαλώσεις; και εκείνο χωρίς να το σκεφτεί πέταξε ένα - Συμβολαιογράφος και τους έκανε αφίσα τους περίεργους.

  Έφτασε με το ηλιοβασίλεμα την στιγμή που έψαχνα μέρος να κατουρήσω, λίγο μουδιασμένος, κουρασμένος από την διαδρομή. Τον αγκάλιασα, τον φίλησα, του έδωσα μια σοκολάτα, του είπα Καλωσόρισες και Όλα θα πάνε καλά και Εδώ που βλέπεις είναι Αθήνα και Μια στιγμούλα να κατουρήσω και φύγαμε και ξανά Όλα θα πάνε καλά
  Βέβαια λίγο καιρό μετά έσκασε η πανδημία και άλλα πολλά ευφάνταστα - μαλακίες ως εκεί που φτάνει το μάτι και το μυαλό σου - αλλά σε γενικές γραμμές αυτή η εγκατάσταση πήγε καλά με εκείνον σε μια νέα αρχή, να ανθίζει. Κάπως.


Δεκέμβρης ΄19


Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

μια νύχτα χωρίς τον Van Buren Phillips




  Πήγα να στείλω αδιάβαστο το μπουκάλι στην άσφαλτο μόλις βγήκα από το αμάξι, ήμουνα σίγουρος - δυο τρεις φορές το χρόνο, δεν το παρακάνω -  ότι αν σκάσει στην άσφαλτο θα ακουστεί το όνομα της. Αλλά με συγκράτησε ο καλός της. ΄΄Άστο, άστο το γαμήδι. . ΄΄ .
 Το πέταξα σε ένα κάδο και ακούστηκε ένα φτέρνισμα. Ο τρίτος της παρέας, θρονιασμένος στο πίσω κάθισμα της κουρσάρας, έβραζε και έβριζε από μέσα του. ΄΄Ο χρόνος είναι μια πλάνη, καριόλα πλάνη όπου είμαστε με ένα πλεκτό στα χέρια και μια γελοιογραφία στην μάπα. Σώματα κρουστά και σώματα βουβά. . . και απ΄ έξω το ΄΄ Έχεις ένα τσιγάρο γιατί βαριέμαι να στρίβω;΄΄.  Έλαμπε μες τα νεύρα του και του είπα ΄΄Πάρε μόνος σου γιατί βαριέμαι να ανοίγω το πακέτο, πάρε όσα θες.  . .΄΄. Άνοιξε το πακέτο, πήρε ένα τσιγάρο, μου το έδωσε και έβαλε το πακέτο στην τσέπη του.
  Ήμασταν έτοιμοι για μια πρόταση γάμου, για καντάδα, για καβγά αλλά μας έκοψε την φόρα ένα κεφάλι που φάνηκε στο μπαλκόνι. Βγήκε σαν το λύκο και έριξε ανάθεμα με μια ματιά. Τρομακτική γυναίκα. . . Αλλά είχα δει το έργο πολλές φορές και ήξερα. Τράβα μέσα ρε λύκο. . .  θα της φώναζα και θα συνεχιζόταν το πατιρντί μες την νύχτα, ο λύκος θα πλήρωνε την νύφη μα ένα μουτράκι δίπλα μου με τσιγάρο στραβόστριμμένο με κοίταξε άοπλο και μου είπε ΄΄ Άστην, άστην. . .΄΄ και την άφησα μαζί με τις βλακείες, τους σχωρεμένους αγκαζέ με τις σκλάβες τους και το καριολίκι το επαναληπτικό μέσα και πάνω απ΄ τα κεφάλια τους να κυλήσουν μακριά μου. Όσο περνάει ο καιρός καταλαβαίνω όλο και λιγότερα αλλά δεν ξεχνάω τίποτα.
 Ήμουν καλά.