Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2021

Ανάγκη

 


1.


 Περπατάνε αγκαζέ,αμίλητοι στην μεγάλη πλατεία με τα μάρμαρα. ΄΄Εκεί πιο κάτω ένας τίναξε τα πέταλα. . . Από μόνος του, όχι από φυσικού του. Κάτω από τα δέντρα, μεσημεράκι. . . Θυμάσαι;΄΄. Εκείνη κάτι πήγε να πει αλλά την έκοψε ένας κουρελιάρης τσακισμένος, με μια τεράστια ταμπέλα να σκεπάζει το στέρνο του. Σε αυτή πάνω όλος ο πόνος και η ζωή του. Έχει καρκίνο στον εγκέφαλο. Δείχνει χαρτιά, εξετάσεις που το αποδεικνύουν. Ο άλλος του δείχνει την καλή του και του λέει Εσύ μάστορα έχεις αυτό το κωλόπραμα στο κεφάλι σου, εγώ αυτή στο σβέρκο μου. . . Κάνουμε μια τράμπα; Τι λες; Είναι καλύτερη από ότι φαίνεται. . .  και κουνάει τα χέρια του, φουρφούρια μαύρα, γύρω της, να ξεδιπλώσει την χάρη της. Ο κουρελιάρης την κοίταξε, δεν κατάλαβε και γύρισε να βρει άλλους να πει τον πόνο του. Η καλή του δεν μίλησε, μόνο κοιτούσε κάτω τα μάρμαρα.

 Συνέχισαν τον δρόμο τους ως την αποβάθρα του μετρό.

 Μέσα στο βαγόνι τον έπιασε. Το στομάχι του καιγόταν. Ένιωθε τα έντερα του να λιώνουν, να του φωνάζουν ότι τελειώνει. Το κεφάλι του ήταν έτοιμο να πέσει κάτω και να σπάσει. Φλόγα ολόκληρος, έτοιμος να σβήσει. Γύρισε ζαλισμένος, την κοίταξε και της έπιασε το χέρι. Ήταν παγωμένο και τον δρόσισε λίγο. Ένιωσε καλύτερα.
Ζορίστηκε αλλά της το είπε.
- Συγνώμη.
Το πρόσωπο της άλλαξε χρώμα και σχήμα. Κοκκίνισε και τα μάτια της μεγάλωσαν, γίνανε διπλά, έτοιμα να τον δαγκώσουν να σκάσει. Τράβηξε με δύναμη το χέρι της, κόλλησε το μούτρο της στο δικό του και άρχισε να ουρλιάζει Ψόφα. . . Ψόφα. . .Ψόφα ρε πια. Δεν σε αντέχω. . . Ψόψα. Καταλαβαίνεις; Ψόφα. . . Μπορείς να το κάνεις; Για μένα, να ψοφήσεις να μην σε ακούω πια. . . Ψόφα, γαμώτο. . .

 Μια γριά παραδίπλα της χώθηκε. Ντροπή σου κοπέλα μου, ντροπή. Ο άνθρωπος είναι χάλια, έτοιμος να πέσει κάτω. . . Δεν τον βλέπεις; Τι του φωνάζεις; 
- Άμα τον πονάς τόσο ρε σάψαλο, παρ΄ τον σπίτι σου να τον έχεις να τον χαίρεσαι. . . 
- Αν μπορείτε. . . ψιθύρισε εκείνος.
Η γριά δεν απάντησε. Σηκώθηκε γρήγορα και πήγε στην άλλη άκρη του βαγονιού.
Αν μπορούσε.




2.


 Στα εφημερεύοντα, από εκεί που με στείλανε στον διάολο και εκείνος με την σειρά του με γύρισε πίσω. Σταυροπόδι στην αίθουσα αναμονής. Μας έχουνε σταυρώσει μέχρι να βγει η νοσοκόμα. Ένας στους δέκα, ανασταίνεται, οι υπόλοιποι; Ένας μπινές ζητάει τσιγάρο. Έχω αλλά δεν του δίνω. Του δείχνω όμως έναν που τον έχουν πετάξει στο φορείο και ουρλιάζει - πέτρα στα νεφρά -.΄΄Αυτός έχει΄΄. Πηγαίνει άνετος και του ζητάει. Ο άλλος ενώ ουρλιάζει βγάζει από την τσέπη του ένα πακέτο και του δίνει ένα τσιγάρο.
- Ευχαριστώ ομορφιά μου. . . Και περαστικά.
- ΑΑΑΑΑΑΑ. . . ευχ. .ευχαριστώ. . .
 Κάποια στιγμή έρχεται και η δική μου η σειρά. Σέρνομαι και μπαίνω μέσα στο δωμάτιο των γιατρών. Μια καλή κυρία, ογδόντα περίπου Μαΐων με τα βυζιά απ΄ έξω και ένα εγκεφαλικό είναι ξαπλωμένη σε ένα φορείο στην μέση του δωματίου. Μια νοσοκόμα ρωτάει - Τι θα κάνουμε με αυτό; - Θα δούμε. . . απαντάει ένας από τους γιατρούς, μια χαψιά άνθρωπος με ύφος ταξίαρχου. Έχω χάσει μισό λίτρο αίμα από πίσω, τα μέσα μου καίγονται. . . Τίποτα. Καμιά μουσική. Όχι, ένα ραδιοφωνάκι παίζει παλιά, αθάνατα σουξέ. Κάτι είναι και αυτό. Μια νοσοκόμα, παλαιστής χωρίς χιούμορ με πλησιάζει. Αυτήν λέω, θα την έχουν για τις φάπες. Πριν με αρχίσει την κόβω,

 - Πονάω ρε. . . Είστε από την Γαλατινή; Οχι; Αν κάποιος πάθει δηλητηρίαση μέσα στο νοσοκομείο, τον πάτε σε άλλο; Οι σακούλες σκουπιδιών που χρησιμοποιείτε είναι οικολογικές; Είστε παντρεμένη; Μεγάλο πράμα η αγάπη και δυο μεροκάματα κάτω από την ίδια στέγη. . . Ευτυχία. Μην με παρεξηγείτε, έχω χάσει πολύ αίμα και λέω ό,τι θέλω. . . Ελευθερία. . . Μήπως περισσεύει κάνα κρεβάτι; Πονάω. . . 

 Με κοιτούσε η κοιμισμένη, δεν απάντησε. Μόνο κούνησε πέρα δώθε την κεφάλα της σαν συμπέρασμα και έστειλε μια άλλη να μου πάρει τα στοιχεία και αίμα. Έγραψε κάτι σε ένα χαρτί ( Να με μαζέψουν; Να με δείρουν; ) και βγήκε πάλι έξω.
 Δύο ώρες μετά - πόσο αίμα φεύγει σε δυο ώρες; - με βούτηξε ο νοσηλευτής, με έβαλε στο αμαξίδιο και αρχίσαμε να τρέχουμε πέρα δώθε, ανάμεσα σε αυτούς που δεν τους είπανε ακόμα τι έχουν και που θα πάνε. Φάνηκε καλός άνθρωπος.

- Τι λες; Θα ζήσω; τον ρώτησα.
- Θέλεις να ζήσεις;
- Εγώ θέλω.
- Τότε θα ζήσεις.
- Κουβαλάτε και πτώματα;
- Ενίοτε. . .

 Σε μια στροφή του διαδρόμου, με αδειάζει κάτω. Γέλια οι άρρωστοι και οι γιατροί. Οι νοσοκόμες δεν γελάνε, όμως γελάω εγώ. Μου δώσανε με τον τρόπο τους παράταση, τους έδωσα κάτι λίγο από μια παράσταση και ό,τι έμεινε είναι η ψυχαγωγία τους.



3.


 Ήταν τελεσίδικη η αρρώστια χωρίς όλα καλά και οι γιατροί αυτοσχεδιάζανε, το - όχι τον - είχανε κάνει μπαλάκι στους διαδρόμους των νοσοκομείων. Εξετάσεις και πάλι εξετάσεις, διαφωνίες για το τι αγωγή θα ακολουθήσει, τι διαιτολόγιο.

 Αυτό - όχι αυτος, χάθηκε το ''αυτός'' - είχε καταλάβει ότι τέλειωνε. Τα παυσίπονα ήταν πια άχρηστα και ο πόνος δεν το άφηνε πολύ να σκέφτεται. Μόνο έξω από το παράθυρο κοιτούσε για λίγο τα κέρατα των πολυκατοικιών και μετά γύριζε στο μαξιλάρι του, να βολευτεί, να τον πάρει ο ύπνος.


. . .


- Γιατρέ, πέρασα τις εξετάσεις ή θα με κόψετε με το νυστέρι;
- Η κατάσταση δεν σηκώνει αστεία. Μην το κάνετε αυτό στον εαυτό σας.
- Ό,τι ήταν να κάνω το έκανα. Τώρα απλά σας βλέπω από πάνω να με λιβανίζετε και να με τρέχετε όλοι μέρα. Βάλατε μεταξύ σας κάνα στοίχημα ότι θα με σώσετε;

 Δεν είπε τίποτα και έφυγε νευριασμένος. 

 Στον θάλαμο, ο διπλανός μου είχε πεθάνει την προηγούμενη μέρα στο χειρουργείο. Κοιμισμένος, ανοικτός τους την έσκασε. Με εμένα να δω τι θα κάνουν. Ταλαιπωρία. Αλλά δεν υπάρχει δόλος. Αυτό το αναγνωρίζω. Είναι τυπικοί και οι νοσοκόμες κουρασμένες, με τα σώματα τους γυμνασμένα από τις εφημερίες. Θα αρρωστήσουνε ποτέ; Κι αν αρρωστήσουν θα πάνε σε άλλο νοσοκομείο;
Την περίμενα όμως. Ήξερα ότι θα έρθει.
Ήρθε. Έφερε και ένα κουτί χυμό ροδάκινο και μπισκότα. Να έχω κάτι να κερνάω όσους έρχονταν να με δούνε. Εγώ με το ζόρι νερό έπινα. . .

- Ήρθες να ακούσεις τα τελευταία μου λόγια; Έχω ένα καλό που μου το είπε ο διπλανός μου που τον σφάξανε χθες. ΦΑΤΕ ΠΟΥΤΑΝΕΣ ΤΑΛΙΡΑ ΚΑΙ ΠΟΥΣ. . .
- Σταμάτα.
- Όπου ΄ναι ναι θα γίνει και αυτό.
- ΣΤΑΜΑΤΑ.
- Τελειώνει ο χορός των καβουριών, τελειώνει. Τέρμα τα ακροβατικά μέσα στο δίχτυ. Πες μου όμως, γιατί ήρθες;
- Να σε δω, χαζέ.
- Με είδες;
- Σε βλέπω.
- Και πως νιώθεις;
- Είσαι ηλίθιος.
- Μπράβο, μπράβο. . . Ωραίος τρόπος.
- Μα. . .

 Έφυγε μετά από λίγο. Δεν είπαμε τίποτα παραπάνω, μόνο της είπα να δώσει το χυμό και τα μπισκότα στις νοσοκόμες. Όταν ήρθε η νοσοκόμα να με ευχαριστήσει, με ρώτησε τι της έκανα της κοπέλας.

  - Κάτι που μου είχε πει παλιότερα να κάνω. . . Γιατί τι έπαθε;
  - Έκλαιγε.


. . . 


 Το βάλανε πάνω σε φορείο, το σκέπασαν με ένα σεντόνι και άρχισαν να το τσουλάνε μέχρι τα υπόγεια. Ο πτωματοχαμάλης ήταν γερός άντρας. Είχε σπρώξει πολύ στην ζωή του. Προτιμούσε τα πτώματα από τους ζωντανούς, γιατί ήταν ήσυχα και δεν είχανε απόψεις. Αν τρακάριζε κάπου το φορείο δεν γκρινιάζανε, δεν τον μάλωναν, δεν μάλωναν μαζί του. Ήταν κάτι παραπάνω από βολεμένοι. Ήταν βολικοί.


Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2021

32

  

  o Jaroslav Hašek στην Μαβίλη, διήγημα γραμμένο στην Ανάφη, πως ο μεγαλύτερος Τσέχος συγγραφέας του κόσμου -  ο ίδιος το λέει - φτάνει στην στο κέντρο-κοινωνικής-στήριξης-και-ό,τι-προκύψει / ο Ν. / πάθος όλος / στην Σχοινούσα χαζεύει τις κατσίκες να μασάνε χώμα / ένας Σούρδος στην αυλή του Καϊζερ / Δεδέαγατς - Δουβλίνο / Καρατζόβα, Καϊλαρια και πίσω Θεσσαλονίκη / ένα δίμηνο καλές χαμάλες και ιστορίες να ακούω από τον μάστορα / με ένα τρόπο επιστρέφω στο μετρό στην Αθήνα, λίγο πριν την στάση Συγγρού-Φιξ και ρωτώ αν είναι ευτυχισμένη / Ναι, Βασίλη / κατεβαίνω από το βαγόνι / χαμογελάει και βγάζω το καπέλο μου νοερά και την χαιρετώ / με τον ίδιο τρόπο επιστρέφω στην στάση Κουλέ Καφέ  για την βιβλιοθήκη στην Κρίσπου / στάση Λοιμωδών και από ΄κει Παπάφη σε εκείνη που πήγε και ήρθε / αδυνατισμένη αλλά πιο δυνατή / η Βον-Nτι-Τσιάνου-χωρίς-ουρά-πιάνου-Siafarika-Φελίνα /και ακούει τα ίδια αστεία, τις ίδιες ιστορίες / λίγο αλλαγμένες βέβαια, ανάλογα την διάθεση / μετά με φιλελεύθερη χορηγία - όπως οι Ford, ας πούμε - σε ξενάγηση για την μούργα, σκατομοιρασιά και μεγαλείο αυτής της πόλης / και ξέρω από τότε που ήμουνα τρεις μέρες ξάπλα με τα άντερα ματωμένα στο ΑΧΕΠΑ / εκεί μου φάνηκαν όλα / τα αίτια του εσωτερικού μονόλογου στην σχολή Θεσσαλονίκης ( σαν σχολή καράτε με κυρελέησον, πες ) ήταν η βαριά κουζίνα και οι παρακρατικοί / αυτά τα λέω και στην φιλολογάρα Αντζελίν Βοναπάρτη χωρίς ίχνος αυθεντίας - αυτές πληρώνονται, ψυχή μου, αλλιώς δεν μολογάνε / και τα δέχεται γελώντας

 ( είναι και το δεκάμηνο στην Μαβίλη / όπου έβαλα πλάτη με άλλους από το κοινωφελές του ΟΑΕΔ / 36.500 / να ενισχύσουμε κοινωνικές και προνοιακές πολιτικές, εκεί να δεις ψυχούλα μου σφαγή / θα κάτσω μια μέρα και «Ο αυτόνομος οργανισμός μας, δεσποινίς Μ.. . .».)

 Έτσι, πάει και προσπαθώ όλα αυτά χρόνια να τελειώσω μια κωμωδία / στην προσπάθεια αυτή κατάφερα ο ίδιος να γίνω κωμωδία, χωρίς λογοπαίγνια, με κάμποσες γραφικότητες και ένα σκασμό πρόσωπα που πάνε και έρχονται χωρίς διάθεση να παλουκωθούν κάπου / μόνο για λίγο, να με ακούσουν / να τους κάνω να γελάσουν και πότε πότε να τους στεναχωρήσω. 

 Όμως είμαι πάντα στο ίδιο σημείο σαν παρονομαστής που κάνει τα στραβά μάτια κι όμως θυμάται / και φτιάχνει διαλόγους νοερά γιατί παίζει με τις πιθανότητες / γιατί όχι; είναι η βάση αλλά πάντα είναι  αυτοί / πάντα αυτοί και όχι το τσαρλατανίκο οι Άλλοι.

  Από αυτούς βγαίνουν όλα και ΄γω όπως τα θυμάμαι και τα φιλτράρω. 

 Θα κάτσω να στρώσω τώρα ενώ σκέφτομαι κάποιους που αφρίζουν με τα αυτοβιογραφικά. Σίγουρα κάπου έχουν θάψει το πλιάτσικο ή κανέναν που γυρνοβολούσε και τους έσπαγε τα νεύρα και δεν τα πάν καλά με τα αυτοβιογραφικά οι σιγανοπαπαδιές με ύφος.

 Θα τα στρώσω και έτσι θα είναι ο Χορός των Καβουριών που έσπασε για να ξαναρχίσει με κάποιον που ήρθε από την Καβάλα στην Θεσσαλονίκη για να υπάρξει μια μέρα και ακόμη μία και βάλε μία ακόμα και μια από τα ίδια από την ανάποδη σε ένα τόπο, όρεξη να ΄χεις. 



Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2021

πριν την ξενάγηση


 Δεν θα την έλεγα τρελή. Γι΄ αυτό χρειάζονται χαρτιά, σφραγίδες, μια μουράκλα να πει - Πάρτε την. . . και μπούγιο που να γεμίζει παραπάνω από ένα λεωφορείο, λεωφορείο Λειψίας, κόσμημα νοικιασμένο, μια κοινωνία που πάει χεράκι χεράκι να λιντσάρει και που να τους βρεις όλους αυτούς κυριακάτικα. Έβρεχε κιόλας.

 Ανεβαίνω στο λεωφορείο και έρχεται πίσω μου με μουρμουρητό. Κάθομαι και την βλέπω καλά. Διπλωμένη σαν σίγμα τελικό, μύτη γαμψή και πολλές σακούλες στα χέρια της. Ζητάει από ένα βλοσυρό χτικιάρη με στρόγγυλα γυαλάκια - έφερνε και λίγο σε Άιχμαν - σε μονή θέση να σηκωθεί για να κάτσει εκείνη. 

- Άδειο είναι, το λεωφορείο, γιατί δεν κάθεσαι πίσω; της λέει και εκείνη φτιαγμένη παραπάνω μουρμουρίζει, φεύγει από τον Άιχμαν  και έρχεται να κάτσει δίπλα μου.

 - Έχεις τον μαγνήτη και τους τραβάς όλους αυτούς, μου έλεγε η Debbie Tourbo που τώρα θριαμβεύει στις πίστες στην Αθήνα. Ξεχνούσε βεβαίως πως και εκείνη έτσι την τράβηξα. 

 Άφησε τις σακούλες, στρώθηκε δίπλα μου και άρχισε το μονόλογο. Όση ώρα τα έλεγε μου έριχνε ματιές, να της δώσω πάσα, να πιαστεί, να μου ορμήξει, να συνεχίσει να τα λέει, να πάει παρακάτω. Όμως έχω ανοίξει το βιβλίο του Σελίν και την γράφω. Ένας κάνει το λάθος να της πει κάτι, δίκιο να της δώσει αλλά τον κόβει, τον βρίζει και συνεχίζει τα δικά της. 

- Έτσι, έτσι. . . Θα σας κλείσει πάλι. . . Ο Μήτσος. . . Να σας κλείσει πάλι ο Μήτσος. . . Τέτοιοι που είστε, πρόβατα, να ξεχάσετε πως είναι το έξω ρε, μέσα όλοι και ο Μήτσος έξω. . . Ζώα. . . Τέτοιοι που είστε πάλι μέσα. . . Έτσι, έτσι. . .Και θα πλακώσει και ο Ερντογάν να δείτε εσείς. . . Έρχεται. . . Καλά θα κάνει να ΄ρθει. . . Θα μου πει εμένα που να κάτσω. . . Σκουπίδι. .  Ζώα. . . Εβραίοι. . . 

 Και οι Εβραίοι. Πάλι οι Εβραίοι γαμώ την πόλη που τους ξεπάστρεψε και μετά έκανε την παλαβή για να θησαυρίσει. . . Και οι Εβραίοι στο μυαλό της και ο Μήτσος; Με το Μήτσο, κλείστους εννοούσε την μουρόχαβλη ιδιοφύια που όχι μόνο θα σώσει τον τόπο αλλά θα τον πάει και παραπέρα, στον διάολο, όρεξη να ΄χεις. 

 Σε κάθε Ζώα που πετούσε ήθελα να βελάξω ή να κάνω τον βάτραχο τενόρο αλλά γύριζα στο βίβλιο.

 Σε κάθε Έτσι, έτσι δικαιωνόταν σαν να τα ήξερε από πριν και τώρα της βγαίνανε όλα, εξακολουθητικά. Έχωνε και άλλα μέσα και το πήγαινε μουρμούρικα μέχρι που κατέβηκε στην στάση της. 

- Μα γιατί δεν της είπε κανείς να σκάσει, παραπονέθηκε μετά ο Άιχμαν και μια γριούλα σαν σκαμπουδάκι χαμογελαστό εξήγησε ότι τα έλεγε όλα αυτά επειδή το προηγούμενο λεωφορείο δεν σταμάτησε να την πάρει και περίμενε μια ώρα. - Το ίδιο είχε γίνει, πετάχτηκα εγώ, έτσι για να πω κάτι, στα Μυτιληνακια πριν χρόνια. Περίμενε ένα παλληκάρι, δεν σταμάτησε ο οδηγός και αφρισμένο το παλληκάρι, πήρε ταξί, έφτασε στον σταθμό και κοπάνησε τον οδηγό. . . Α, η στάση μου. 

 Κατέβηκα και τράβηξα για το Γεντί Κουλέ, το Επταπύργιο με τους δέκα πύργους.



Τρίτη 24 Αυγούστου 2021

Είσοδος + βιβλιοθηκάρα


 είσοδος





 Ο χοντρός στην θέση του συνοδηγού, αφού φύσηξε την μύτη του και μετά από ένα ααααααχ, είπε στο οδηγό
 - Καλά κάναμε και το πήραμε το παλικάρι. . .
 Ο οδηγός δεν απάντησε. Έριξε μόνο μια ματιά στον πίσω από τον καθρέφτη.
 - Θεσσαλονικάρα; Για δουλειές;. . . συνέχισε ο χοντρός.
- Όχι, ένα φίλο πάω να βρω. . . είπε ο πίσω και έμπλεξε τα δάχτυλα του. Το τρέμουλο έτσι δεν φαινόταν πολύ.
- Και πως ξέμεινες στα διόδια, μες στην βροχή;
- Να. . . Τσακώθηκα με την κοπέλα που ερχόμασταν μαζί και με κατέβασε.
- Γκόμενα;
- Παλιά.
- Παλιά; είπε ο οδηγός. . . Τι εννοείς;
- Ότι παλιά την έβλεπα γυμνή και ξαπλωμένη και εκείνη δεν με έβριζε τόσο συχνά.
 Ο χοντρός γέλασε. Ο οδηγός ρώτησε πάλι
- Και γιατί μαλώσατε τώρα;
- Δεν έχει νόημα. . . Πάντα κάτι βρίσκουμε. Απλώς τώρα ήμασταν μέσα στο αμάξι της και με κατέβασε. Καλύτερα όμως. Έτσι πως οδηγούσε. . . Μπορεί να την βρούμε πατικωμένη μες στις λαμαρίνες πιο κάτω.
 Ο χοντρός χτυπιόταν από τα γέλια.- Θες να την βρούμε πατικωμένη, ε;
- Δεν θέλω κανενός το κακό.
- Ούτε και το καλό, ε; Και πως σε λένε παλικάρι. . . ρώτησε ο οδηγός.
- Βασίλη.
- Παναγιώτης. . . είπε ο χοντρός και του έδωσε το μες στις μύξες χέρι του.
  Ξέμπλεξε τα χέρια του και το έσφιξε.
- Και αυτός είναι ο Τάσος. Δεν σου δίνει το χέρι του για μην αφήσει το τιμόνι και βρουν εμάς πατικωμένους στις λαμαρίνες.


 Τον άφησαν στο κέντρο, στο άγαλμα του Βενιζέλου.
 Έριξε μια ματιά στο ουρανό. Μαύρος και μουντρούχαλος, απογευματάκι. Η βροχή είχε σταματήσει και είχανε βγει αέρηδες. Σήκωσε τον σάκο του και άρχισε να κατεβαίνει προς την Μητροπόλεως. Από την είσοδο στο Καπάνι του ορμήξανε για τσιγάρα αφορολόγητα αλλά δεν πήρε. Αγόρασε ένα κουλούρι, έκατσε σε ένα παγκάκι και έβγαλε μια μπύρα από τον σάκο. Ήταν ζεστή αλλά δεν το πείραξε καθόλου. Ήπιε την μισή με μια γουλιά.
- Μόνο μία σήμερα. . . είπε και ήπιε την υπόλοιπη πάλι με μια γουλιά.
 Πιο πέρα, στο διπλανό παγκάκι, είδε ένα ζευγαράκι να πιάνεται με φιλιά και γέλια. Ο τύπος είχε αφήσει δίπλα του ένα πακέτο τσιγάρα.
 Σηκώθηκε, πήγε μπροστά τους και ζήτησε ένα τσιγάρο.
- Τόσο κόσμο έχει ρε φίλε εδώ πέρα, άλλου δεν βρήκες για τράκα.
- Έχεις δίκιο αλλά. . .
- Τι αλλά;
- Η μάρκα σου είναι μόνη που δεν μου φέρνει βήχα.
- Είσαι και εκλεκτικός, ε; Άντε πάρε, να μην σε πονάει και το λαιμουδάκι σου.
 Άνοιξε το πακέτο και πήρε ένα. Η κοπέλα του είπε ΄΄Πάρε δυο. . .΄΄.
 Χαμογέλασε, ευχαρίστησε αλλά όταν πήγε να πάρει το δεύτερο ο άλλος έκλεισε το πακέτο και το έβαλε στην τσέπη του.
- Πλάκα κάνει. . . είπε ο τύπος.
- Μαρμάρινη;
- Ε; είπε εκείνη. . . Τι είπε;
- Σας ευχαριστώ για το τσιγάρο.

 Γύρισε στο παγκάκι και άναψε το τσιγάρο.
 Ωραίες πλακές. Η άλλη είχε φτάσει; Είχα και ΄γω κάποτε πλάκα. Ένα σκασμό πλάκες. Και τώρα; Μουντός, μουντρούχαλος ουρανός και τα τέρατα αγκαλιά στο δίπλα παγκάκι. Η άλλη πρέπει να έχει φτάσει. Όπως και να οδηγούσε, δεν παθαίνει τίποτα. Του το είχε πει. Εγώ δεν παθαίνω τίποτα ρε και χτυπούσε με δύναμη το κωλομέρι της. Οι άνεμοι τουλάχιστον είναι δικοί μου και ο βήχας έχει καιρό να με πιάσει, σκέφτηκε. Ωραίο τσιγάρο.
 Πέταξε το τσιγάρο, πήρε τον σάκο και περπάτησε μέχρι την Μητροπόλεως.
 Χτύπησε το κουδούνι κι από το θυροτηλέφωνο.
- Ναι.
- Εγώ είμαι.
- Ποιος;
- Εγώ.
- Σίμο.
- Σίμος.
- Ρε. . .
- . . .
- Σίμο. . . Μπορείς να ΄ρθεις σε κάνα δίωρο; Είμαι με την Κλάρα και. . .
- Σε ένα δίωρο;
- Ναι.
- Δίωρη η Κλάρα, ε Αντώνη;
- Άσε τις μαλακίες. . . Έλα σε δυο ώρες. Έχεις πολλά πράγματα; Αν είναι άφησε τα τώρα εδώ και. .
- Ένας σάκος είναι μόνο, τίποτα. . . Καλά. Θα πάω να χωθώ στην βιβλιοθήκη και θα σου σκάσω μετά.
- Ωραία. Έχει ζεστούλα εκεί.
- Κλάρα όμως δεν έχει.
- Άντε γαμήσου.
- Σε ένα δίωρο, Αντώνη.
- Κάν΄ το τρίωρο.
- Εντάξει, Αντώνη.

 Ενώ τραβούσε κατά την Εθνικής Αμύνης, τον έπιασε βήχας.
- Όχι ρε πούστη.
 Έκατσε σε μια γωνιά μέχρι ηρεμήσει. Του πήρε ένα δεκάλεπτο να βρει την ανάσα του. Αγόρασε ένα μπουκαλάκι νερό και έπινε λίγο λίγο. Τουλάχιστον δεν τον πονούσαν τα δόντια του - όσα του είχαν απομείνει. Αλλά δεν το πολυσκέφτηκε, για να μην αρχίσουν και αυτά να πονάνε.






βιβλιοθηκάρα




μυθολογία που δεν κέρδισε τίποτα
                         κάνεις
και επενδύσεις και χουφτώματα 
της καμαρίλας
με φως ανάκρισης ή χειρουργείου 
τα μάτια σου να κλωτσάει
να μην θυμάσαι ποιον πρέπει τώρα
να δαγκώσεις.


 Αυτά διάβασε στο πρώτο βιβλίο που πήρε στην βιβλιοθήκη. Βολεύτηκε σε μια πολυθρόνα και περίμενε να περάσει το τρίωρο. Συνέχισε να διαβάζει, να δει που το πάει ο ποιητής. Κοίταξε το βιογραφικό πιο πριν. Γεννημένος το 1980 σε ένα χωριό της βόρειας Ελλάδας, σπουδές σε οικονομικές και κοινωνικές επιστήμες και έπειτα ζωή ίσως χαρισάμενη στο εξωτερικό. Πάμε παρακάτω.

ένα χάδι τρελό
να μην σημαδεύει 
πέρα από το μεθαύριο
σαν να λύνει παζλ επιβίωσης
                           όπως όπως
από κόκαλα και μνήμες
από ημερομηνίες λήξης
από εμένα κολλημένο στους τοίχους
να λέω εντάξει
και τα ένσημα στους κυνόδοντες
ολίγα.

 Κάπου εδώ πρέπει να το πήρε απόφαση και να έφυγε στο εξωτερικό και μας άφησε πίσω. Κόκαλα και μνήμες. Σωστός. Η μνήμη είναι χαμαλίκισκέφτηκε. Έβγαλε ένα στυλό από τον σάκο του και το σημείωσε στο πλάι. Σωστός. Η μνήμη είναι χαμαλίκι.  Έψαξε να βρει κάποιο ποίημα όπου ο τίτλος θα ήταν μακρύτερος από τους στίχους από κάτω. Δεν βρήκε. Έβαλε το βιβλίο στην θέση του αφού πρώτα ρώτησε την βιβλιοθηκάριο αν το αγοράσαν ή ήταν δωρεά. 

- Γιατί ρωτάτε;
- Περιέργεια.
- Δωρεά είναι.
- Όμορφα. Σας ευχαριστώ.

 Κοίταξε κάποιες βιογραφίες όμως μετά από λίγο τον ξανάπιασε βήχας. Δεν ξανακάνω τράκα από σκατόψυχους, αποφάσισε. Ήπιε όσο νερό έμεινε στο μπουκάλι και ξαναπλησίασε την βιβλιοθηκάριο.

- Είστε καλά;
- Ναι, τσιγαρόβηχας. . . Θα περάσει.
- Να μην καπνίζετε τόσο.
- Δεν το ήθελα. . . Αυτοί που μου το κέρασαν επέμεναν και. . .
- Θα πάρετε κάποιο βιβλίο;
- Όχι πρέπει να φύγωΤα έχετε όλα τακτοποιημένα πάντως. Γκραν οργάνωση. Μπράβο σας.
- Σας ευχαριστώ.
- Μήπως έχετε ένα τσιγάρο;

Τον κοίταξε περίεργα, είπε ένα λεπτό, έβγαλε από την τσάντα της το πακέτο - η μάρκα του, δυο στα δυο σήμερα - και του έδωσε.

- Σας ευχαριστώ πολύ.
- Πάρτε δυο.
- Κι ένα για τ΄ αυτί. . . Σας ευχαριστώ πολύ.
- Τίποτα.

 Όταν βγήκε έξω από την βιβλιοθήκη, είδε ότι η βροχή είχε ξαναρχίσει. Γαμώ την Κλάρα σου. . . μούγκρισε. Kατέβηκε την Εθνικής Αμύνης μέχρι να βγει πάλι στην Μητροπόλεως. Όταν έφτασε στην Τσιμισκή, την άκουσε.

 - ΜΑΛΑΑΑΑΑΚΑΑΑΑΑΑΑΑΑ. . . .

 Γύρισε και την είδε. Κατέβαινε φορτσάτη με το αμάξι προς Λευκό Πύργο. Είχε βγάλει το κεφάλι της από το παράθυρο και αναμαλλιασμένη ούρλιαζε.

 - ΜΑΛΑΑΑΑΑΑΚΑΑΑΑΑΑ. . . .

 Δεν είχε τρακάρει. Δεν θα πάθαινε ποτέ τίποτα - και χραπ, μια στο κωλομέρι. 
Την είδε να στρίβει Τσιμισκή. Έβγαλε μεταλλικό κουτάκι από την τσέπη του, ζωγραφισμένο walkman, το άνοιξε και μέτρησε τα χάπια. Τρία. Κατάπιε το ένα ξερά και τα μέτρησε πάλι για να είναι σίγουρος. Δυο.
 Άλλες δυο φορές μπορώ να την δω, κατέληξε.


τα δυο πρώτα κεφάλαια - μια πρώτη μορφή βρε -
του Χορού των Καβουριών.
τα δημοσιεύω εδώ για την Έλενα Βοντιτσιάνου,
χρόνια φίλη και 
μεγάλη καρδιά πάντα.

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2020

υποδοχή

 





για τη κυρία Αδαμαντία Α.,
περίπου όπως τα θυμάμαι.





 μπαίνω με ο,τι σώθηκε απ΄ τα δανεικά στο τραίνο  
 να τσουλήσω ως την Αθήνα, να μη δω το Κορδελιό χωρίς τον Βότση 
 και αυτός να το χαζέψει ένα βράδυ χωρίς εμένα.
 
 Να τον υποδεχτώ στην πρωτεύουσα.


 Νύχτα και με ολίγη καθυστέρηση ξεκινάμε. Ρωτούσα που είναι το βαγόνι οχτώ, με στείλανε στο εφτά και από εκεί πίσω στο οχτώ ενώ κοπανούσα το βαλιτσάκι και την τσάντα μου στις θέσεις και παράθυρα. Στο κουπέ έξι θέσεις αντιμέτωπες και στη δικιά μου ένα ξωτικό πλαγιοκουρεμένο με πράσινη φράντζα. 
- Θες να σηκωθώ ρε; 
- Κάτσε, κάτσε, αφού βολεύτηκες. . . δεν ήταν ώρα να μαλώνεις με ξωτικά, είχε απλώσει και τα ποδαράκια του. Απέναντι μου ένας τυπάκος που κοιτούσε το ρολόι του συνέχεια. Χάπι θα πάρει. . . σκέφτηκα. Τον χρονομέτρησα και έτσι όταν κοιτούσε το ρολόι του έκλεινα το βιβλίο που διάβαζα και έπαιρνα άλλο. Αυτό το παιχνίδι το παίζαμε ως την Οινόη όπου έβγαλε μια τσάντα πήρε το χάπι του και κατέβηκε.
 - Δεν έχει στάση για τσιγάρο στο Δομοκό; ρώτησα το ξωτικό.
 -Μπα το πάει καρφί μέχρι έξω από την Αθήνα. 
 Εκεί κάνει μια μυστήρια στάση δέκα λεπτά - ποιος ξέρει τι νταλαβέρια μας κρύβουν Νίκο; - και ντουγρού για σταθμό Λαρίσης. 
 Σκουντάω το ξωτικό να ξυπνήσει. 
- Τι θες ρε;
- Φτάσαμε. . . 
- Α. . . Καλημέρα. . . και τότε φαίνεται το χαμόγελο της. Κατεβάζω την βαλίτσα της - τρεις σαν και εκείνη χωρούσε - Πτώμα έχεις μέσα;
 - Μπορεί. . . 
- Την άλλη φορά βρες κάποιον, κάποια πιο ελαφριά να πατικώσεις μέσα. . . σαν χαμάλης στο λέω. . .
 - Θα δω. . . και σκάει δεύτερο χαμόγελο. 


  Ξανά εδώ, ολόκληρος σχεδόν.
  Με το που αφήνω έξω απ΄ το σταθμό το βαλιτσάκι κάτω να ανάψω τσιγάρο, βλέπω δυο αλαλιασμένους να τρέχουν φωνάζοντας ΠΟΥΤΑΝΕΕΕΕΕΕΕΣ. . . . και χάνονται κατά το παλιό κέντρο διερχομένων μεριά.
  Έτσι με βρήκε το ξημέρωμα 
  και ο Βότσης την επομένη το απόγευμα στο Κηφισό. 

  
  Με ένα χαρτόνι να γράφει Welcome NikoVotsara  
( οδός που που το σύστημα αποχέτευσης δουλεύει ρολόι και οι κάτοικοι του χαρίζουν τα κουφάρια τους στην Επιστημονική Φαντασία, ενίοτε και στην Κωμωδία που καραδοκεί )
  που το έχασα ενώ έψαχνα να αγοράσω μπύρες για μένα και σοκολάτες για τα παιδάκια που έπαιζαν γύρω από το συντριβάνι ενώ πατέρας τους ήταν αραχτός στα γρασίδια. 
 Μου τηλεφώνησε και με συνωμοτική φωνή - το φυσικό του - Έχει κίνηση, έχει καθυστέρηση, γαμώτο, θα αργήσουμε κάμποσο. . .
- Νόμιζα ότι ανατινάχτηκε το πούλμαν. . . Με την ησυχία σου. Έχει μπύρες φτηνές και εδώ κοντά μια προτομή που γράφει από κάτω ΚΑΒΑΦΗΣ. Πολύ πλάκα.
- Κατάλαβα.

 Όλα τα καταλαβαίνει σαν κάποιος που πήρε LSD και καπάκι έγινε λογιστής ή ένα παιδάκι εφτά χρονών που το ρώτησαν - Τι θες παλληκάρι μου να γίνεις όταν μεγαλώσεις; και εκείνο χωρίς να το σκεφτεί πέταξε ένα - Συμβολαιογράφος και τους έκανε αφίσα τους περίεργους.

  Έφτασε με το ηλιοβασίλεμα την στιγμή που έψαχνα μέρος να κατουρήσω, λίγο μουδιασμένος, κουρασμένος από την διαδρομή. Τον αγκάλιασα, τον φίλησα, του έδωσα μια σοκολάτα, του είπα Καλωσόρισες και Όλα θα πάνε καλά και Εδώ που βλέπεις είναι Αθήνα και Μια στιγμούλα να κατουρήσω και φύγαμε και ξανά Όλα θα πάνε καλά
  Βέβαια λίγο καιρό μετά έσκασε η πανδημία και άλλα πολλά ευφάνταστα - μαλακίες ως εκεί που φτάνει το μάτι και το μυαλό σου - αλλά σε γενικές γραμμές αυτή η εγκατάσταση πήγε καλά με εκείνον σε μια νέα αρχή, να ανθίζει. Κάπως.


Δεκέμβρης ΄19


Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

μια νύχτα χωρίς τον Van Buren Phillips




  Πήγα να στείλω αδιάβαστο το μπουκάλι στην άσφαλτο μόλις βγήκα από το αμάξι, ήμουνα σίγουρος - δυο τρεις φορές το χρόνο, δεν το παρακάνω -  ότι αν σκάσει στην άσφαλτο θα ακουστεί το όνομα της. Αλλά με συγκράτησε ο καλός της. ΄΄Άστο, άστο το γαμήδι. . ΄΄ .
 Το πέταξα σε ένα κάδο και ακούστηκε ένα φτέρνισμα. Ο τρίτος της παρέας, θρονιασμένος στο πίσω κάθισμα της κουρσάρας, έβραζε και έβριζε από μέσα του. ΄΄Ο χρόνος είναι μια πλάνη, καριόλα πλάνη όπου είμαστε με ένα πλεκτό στα χέρια και μια γελοιογραφία στην μάπα. Σώματα κρουστά και σώματα βουβά. . . και απ΄ έξω το ΄΄ Έχεις ένα τσιγάρο γιατί βαριέμαι να στρίβω;΄΄.  Έλαμπε μες τα νεύρα του και του είπα ΄΄Πάρε μόνος σου γιατί βαριέμαι να ανοίγω το πακέτο, πάρε όσα θες.  . .΄΄. Άνοιξε το πακέτο, πήρε ένα τσιγάρο, μου το έδωσε και έβαλε το πακέτο στην τσέπη του.
  Ήμασταν έτοιμοι για μια πρόταση γάμου, για καντάδα, για καβγά αλλά μας έκοψε την φόρα ένα κεφάλι που φάνηκε στο μπαλκόνι. Βγήκε σαν το λύκο και έριξε ανάθεμα με μια ματιά. Τρομακτική γυναίκα. . . Αλλά είχα δει το έργο πολλές φορές και ήξερα. Τράβα μέσα ρε λύκο. . .  θα της φώναζα και θα συνεχιζόταν το πατιρντί μες την νύχτα, ο λύκος θα πλήρωνε την νύφη μα ένα μουτράκι δίπλα μου με τσιγάρο στραβόστριμμένο με κοίταξε άοπλο και μου είπε ΄΄ Άστην, άστην. . .΄΄ και την άφησα μαζί με τις βλακείες, τους σχωρεμένους αγκαζέ με τις σκλάβες τους και το καριολίκι το επαναληπτικό μέσα και πάνω απ΄ τα κεφάλια τους να κυλήσουν μακριά μου. Όσο περνάει ο καιρός καταλαβαίνω όλο και λιγότερα αλλά δεν ξεχνάω τίποτα.
 Ήμουν καλά.

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019

Λίγο πιο δίπλα


Εύχομαι ποτέ να μην χάσεις εκείνο το γέλιο που καλύπτει τα φάλτσα και τις οχλαγωγίες, όταν όλοι γυρνάνε απορημένοι και λένε "Μα καλά, γιατί γελάει αυτός;" και εσύ κλείνεις το μάτι, τους τσιμπάς το μάγουλο και φεύγεις για άλλα, για καλύτερα.
Γ.Σ.


Εδώ πάντα  - τώρα δηλαδή -
και λίγο πιο πέρα Γιώργο. 
Μια επιστροφή με φόρα, κατακέφαλη,
σαν να βγαίνεις μέσα από τα συντρίμμια 
και να γελάς ενώ πετάς από πάνω σου τις σκόνες
΄΄Ρε αφιλότιμοι, ρε γαμημένοι. . . Πόνεσα ρε. . .΄΄.
Μέσα μας μουσικές, 
αγάπες κουδουνίστρες και σκέψεις φουρφούρια
και απέναντι μια κόλαση ρουφιάνα 
να θέλει παίξει μαζί μας, 
να μας στήσει εκεί που εκείνη θέλει,
μα εμείς 
- που είναι εκείνο το χαρτί που δηλώσαμε χαζοί; -
 τελευταία στιγμή, πάμε λίγο πιο δίπλα. 
Λίγο πιο δίπλα.




   Πήρα χρώματα, πινέλα, επιφάνεια λευκή και για ένα τρίωρο άπλωνα και μάζευα το χρώμα. Στην αρχή βγήκε ένα σκυλάκι που τα μέσα του γάβγιζαν και δίπλα του ένα χαμογελαστό κόκκαλο. Πήγα να το κάνω πιο χαρούμενο το σκυλάκι και μου έγινε γάτος που γυρνοβολούσε σε ένα ξενοδοχείο στην Μεταμόρφωση Χαλκιδικής. Οι υπάλληλοι του hotel τον βάφτισαν Γιόλη, τον τάιζαν και τον πρόσεχαν. Αλλά δεν έκατσε πολύ ο Γιόλης στο χαρτί, έφυγε να πάει να γαμπρίσει και στην θέση του βρέθηκε ένα τρίκυκλο κοτζαμάνικο να μαρσάρει, έτοιμο για το Grand Prix των παρακρατικών. Το σιχτίρισα και του έδωσα φύσημα μαζί τον ανδριάντα του άλλου του ανεκδιήγητου που χαζεύει τον Θερμαϊκό και δακρύζει γιατί η θάλασσα δεν σηκώνει αντιπαροχή. Το κοτζαμάνικο έγινε πιάνο, τα πλήκτρα του σκαλοπάτια και η Αντζελίν Βοναπάρτη - μεγαλείο του 1,55, σαν όνειρο την θυμάμαι πριν τον Δεκέμβρη του 2008 - να τα ανεβοκατεβαίνει με ένα τσιγάρο στο χέρι και με το άλλο υψωμένο να βρίζει μέχρι που χάνεται για να εμφανιστεί ένα περίεργος τύπος που γράφει σε ένα κομμάτι χαρτόνι Για όσα δεν μπορούμε να μιλήσουμε. . . Θα βρούμε κάτι άλλο να πούμε, η ώρα θα περάσει. Τον έβαλα να φάει το χαρτόνι - αφού το δίπλωσε - και άφησα την επιφάνεια λίγο να ηρεμήσει.


Άναψα ένα τσιγάρο και είπα να σου γράψω.

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2019

Kommienezuspadt



 Είχα δει τον Β. στον ύπνο μου πριν την κατρακύλα στην Αθήνα το ΄17.
 Ήταν κάτω από το σπίτι μου και μιλούσε γερμανικά. Knoblauch. . .  Komm nicht zu spät. . . Knoblauch. . .  Knoblauch. Φώναζε, κουνούσε τα χέρια του και με την μάπα του μου έστελνε διάφορες γκριμάτσες. Γερμανικά δεν ξέρω αλλά τα καταλάβαινα όλα΄ δε γαμείς ψηλά καπέλα με παπούτσια ελβιέλα και τι έγινε με τα χαμένα παραστατικά του 93;
 Άκουγα με προσοχή - κουνούσα το κεφάλι πάνω κάτω, τι άλλο να έκανα; - κι εκείνος συνέχιζε σαν όρθιος κωμικός που πρέπει να προλάβει να τα πει όλα πριν μας στείλουν αλειτούργητους. Μετά έκανε τούμπες και όταν άνοιγε τις τσέπες του μπουφάν του ακουγόντουσαν γέλια και μπινελίκια. Κατέβηκα τρέχοντας κάτω να τον ρωτήσω για την βόμβα που βρήκανε σε ένα βενζινάδικο προς Διαβατά και τότε έπεσε ένας τεράστιος μπερντές στα κεφάλια και μας ξάπλωσε.
 Έτσι πεσμένοι στην άσφαλτο της Μαυροβαγγέλη μου είπε - Θα αγοράσω ένα μηχανάκι και θα γυρίζω την πόλη. Θα πάρω και εσένα μαζί. 
- Θα ντυθούμε ραβίνοι; 
- Όχι, έχω ό,τι απέμεινε απ΄ το πηγούνι του Lovercraft στην τσέπη μου. 

  Τότε ξύπνησα και του τηλεφώνησα αμέσως.

- Ξέρω, ξέρω. . . μου απάντησε πριν πω οτιδήποτε και το έκλεισε.