Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2020

υποδοχή

 





για τη κυρία Αδαμαντία Α.,
περίπου όπως τα θυμάμαι.





 μπαίνω με ο,τι σώθηκε απ΄ τα δανεικά στο τραίνο  
 να τσουλήσω ως την Αθήνα, να μη δω το Κορδελιό χωρίς τον Βότση 
 και αυτός να το χαζέψει ένα βράδυ χωρίς εμένα.
 
 Να τον υποδεχτώ στην πρωτεύουσα.


 Νύχτα και με ολίγη καθυστέρηση ξεκινάμε. Ρωτούσα που είναι το βαγόνι οχτώ, με στείλανε στο εφτά και από εκεί πίσω στο οχτώ ενώ κοπανούσα το βαλιτσάκι και την τσάντα μου στις θέσεις και παράθυρα. Στο κουπέ έξι θέσεις αντιμέτωπες και στη δικιά μου ένα ξωτικό πλαγιοκουρεμένο με πράσινη φράντζα. 
- Θες να σηκωθώ ρε; 
- Κάτσε, κάτσε, αφού βολεύτηκες. . . δεν ήταν ώρα να μαλώνεις με ξωτικά, είχε απλώσει και τα ποδαράκια του. Απέναντι μου ένας τυπάκος που κοιτούσε το ρολόι του συνέχεια. Χάπι θα πάρει. . . σκέφτηκα. Τον χρονομέτρησα και έτσι όταν κοιτούσε το ρολόι του έκλεινα το βιβλίο που διάβαζα και έπαιρνα άλλο. Αυτό το παιχνίδι το παίζαμε ως την Οινόη όπου έβγαλε μια τσάντα πήρε το χάπι του και κατέβηκε.
 - Δεν έχει στάση για τσιγάρο στο Δομοκό; ρώτησα το ξωτικό.
 -Μπα το πάει καρφί μέχρι έξω από την Αθήνα. 
 Εκεί κάνει μια μυστήρια στάση δέκα λεπτά - ποιος ξέρει τι νταλαβέρια μας κρύβουν Νίκο; - και ντουγρού για σταθμό Λαρίσης. 
 Σκουντάω το ξωτικό να ξυπνήσει. 
- Τι θες ρε;
- Φτάσαμε. . . 
- Α. . . Καλημέρα. . . και τότε φαίνεται το χαμόγελο της. Κατεβάζω την βαλίτσα της - τρεις σαν και εκείνη χωρούσε - Πτώμα έχεις μέσα;
 - Μπορεί. . . 
- Την άλλη φορά βρες κάποιον, κάποια πιο ελαφριά να πατικώσεις μέσα. . . σαν χαμάλης στο λέω. . .
 - Θα δω. . . και σκάει δεύτερο χαμόγελο. 


  Ξανά εδώ, ολόκληρος σχεδόν.
  Με το που αφήνω έξω απ΄ το σταθμό το βαλιτσάκι κάτω να ανάψω τσιγάρο, βλέπω δυο αλαλιασμένους να τρέχουν φωνάζοντας ΠΟΥΤΑΝΕΕΕΕΕΕΕΣ. . . . και χάνονται κατά το παλιό κέντρο διερχομένων μεριά.
  Έτσι με βρήκε το ξημέρωμα 
  και ο Βότσης την επομένη το απόγευμα στο Κηφισό. 

  
  Με ένα χαρτόνι να γράφει Welcome NikoVotsara  
( οδός που που το σύστημα αποχέτευσης δουλεύει ρολόι και οι κάτοικοι του χαρίζουν τα κουφάρια τους στην Επιστημονική Φαντασία, ενίοτε και στην Κωμωδία που καραδοκεί )
  που το έχασα ενώ έψαχνα να αγοράσω μπύρες για μένα και σοκολάτες για τα παιδάκια που έπαιζαν γύρω από το συντριβάνι ενώ πατέρας τους ήταν αραχτός στα γρασίδια. 
 Μου τηλεφώνησε και με συνωμοτική φωνή - το φυσικό του - Έχει κίνηση, έχει καθυστέρηση, γαμώτο, θα αργήσουμε κάμποσο. . .
- Νόμιζα ότι ανατινάχτηκε το πούλμαν. . . Με την ησυχία σου. Έχει μπύρες φτηνές και εδώ κοντά μια προτομή που γράφει από κάτω ΚΑΒΑΦΗΣ. Πολύ πλάκα.
- Κατάλαβα.

 Όλα τα καταλαβαίνει σαν κάποιος που πήρε LSD και καπάκι έγινε λογιστής ή ένα παιδάκι εφτά χρονών που το ρώτησαν - Τι θες παλληκάρι μου να γίνεις όταν μεγαλώσεις; και εκείνο χωρίς να το σκεφτεί πέταξε ένα - Συμβολαιογράφος και τους έκανε αφίσα τους περίεργους.

  Έφτασε με το ηλιοβασίλεμα την στιγμή που έψαχνα μέρος να κατουρήσω, λίγο μουδιασμένος, κουρασμένος από την διαδρομή. Τον αγκάλιασα, τον φίλησα, του έδωσα μια σοκολάτα, του είπα Καλωσόρισες και Όλα θα πάνε καλά και Εδώ που βλέπεις είναι Αθήνα και Μια στιγμούλα να κατουρήσω και φύγαμε και ξανά Όλα θα πάνε καλά
  Βέβαια λίγο καιρό μετά έσκασε η πανδημία και άλλα πολλά ευφάνταστα - μαλακίες ως εκεί που φτάνει το μάτι και το μυαλό σου - αλλά σε γενικές γραμμές αυτή η εγκατάσταση πήγε καλά με εκείνον σε μια νέα αρχή, να ανθίζει. Κάπως.


Δεκέμβρης ΄19


Πέμπτη, 21 Μαΐου 2020

μια νύχτα χωρίς τον Van Buren Phillips




  Πήγα να στείλω αδιάβαστο το μπουκάλι στην άσφαλτο μόλις βγήκα από το αμάξι, ήμουνα σίγουρος - δυο τρεις φορές το χρόνο, δεν το παρακάνω -  ότι αν σκάσει στην άσφαλτο θα ακουστεί το όνομα της. Αλλά με συγκράτησε ο καλός της. ΄΄Άστο, άστο το γαμήδι. . ΄΄ .
 Το πέταξα σε ένα κάδο και ακούστηκε ένα φτέρνισμα. Ο τρίτος της παρέας, θρονιασμένος στο πίσω κάθισμα της κουρσάρας, έβραζε και έβριζε από μέσα του. ΄΄Ο χρόνος είναι μια πλάνη, καριόλα πλάνη όπου είμαστε με ένα πλεκτό στα χέρια και μια γελοιογραφία στην μάπα. Σώματα κρουστά και σώματα βουβά. . . και απ΄ έξω το ΄΄ Έχεις ένα τσιγάρο γιατί βαριέμαι να στρίβω;΄΄.  Έλαμπε μες τα νεύρα του και του είπα ΄΄Πάρε μόνος σου γιατί βαριέμαι να ανοίγω το πακέτο, πάρε όσα θες.  . .΄΄. Άνοιξε το πακέτο, πήρε ένα τσιγάρο, μου το έδωσε και έβαλε το πακέτο στην τσέπη του.
  Ήμασταν έτοιμοι για μια πρόταση γάμου, για καντάδα, για καβγά αλλά μας έκοψε την φόρα ένα κεφάλι που φάνηκε στο μπαλκόνι. Βγήκε σαν το λύκο και έριξε ανάθεμα με μια ματιά. Τρομακτική γυναίκα. . . Αλλά είχα δει το έργο πολλές φορές και ήξερα. Τράβα μέσα ρε λύκο. . .  θα της φώναζα και θα συνεχιζόταν το πατιρντί μες την νύχτα, ο λύκος θα πλήρωνε την νύφη μα ένα μουτράκι δίπλα μου με τσιγάρο στραβόστριμμένο με κοίταξε άοπλο και μου είπε ΄΄ Άστην, άστην. . .΄΄ και την άφησα μαζί με τις βλακείες, τους σχωρεμένους αγκαζέ με τις σκλάβες τους και το καριολίκι το επαναληπτικό μέσα και πάνω απ΄ τα κεφάλια τους να κυλήσουν μακριά μου. Όσο περνάει ο καιρός καταλαβαίνω όλο και λιγότερα αλλά δεν ξεχνάω τίποτα.
 Ήμουν καλά.

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2019

Λίγο πιο δίπλα


Εύχομαι ποτέ να μην χάσεις εκείνο το γέλιο που καλύπτει τα φάλτσα και τις οχλαγωγίες, όταν όλοι γυρνάνε απορημένοι και λένε "Μα καλά, γιατί γελάει αυτός;" και εσύ κλείνεις το μάτι, τους τσιμπάς το μάγουλο και φεύγεις για άλλα, για καλύτερα.
Γ.Σ.


Εδώ πάντα  - τώρα δηλαδή -
και λίγο πιο πέρα Γιώργο. 
Μια επιστροφή με φόρα, κατακέφαλη,
σαν να βγαίνεις μέσα από τα συντρίμμια 
και να γελάς ενώ πετάς από πάνω σου τις σκόνες
΄΄Ρε αφιλότιμοι, ρε γαμημένοι. . . Πόνεσα ρε. . .΄΄.
Μέσα μας μουσικές, 
αγάπες κουδουνίστρες και σκέψεις φουρφούρια
και απέναντι μια κόλαση ρουφιάνα 
να θέλει παίξει μαζί μας, 
να μας στήσει εκεί που εκείνη θέλει,
μα εμείς 
- που είναι εκείνο το χαρτί που δηλώσαμε χαζοί; -
 τελευταία στιγμή, πάμε λίγο πιο δίπλα. 
Λίγο πιο δίπλα.




   Πήρα χρώματα, πινέλα, επιφάνεια λευκή και για ένα τρίωρο άπλωνα και μάζευα το χρώμα. Στην αρχή βγήκε ένα σκυλάκι που τα μέσα του γάβγιζαν και δίπλα του ένα χαμογελαστό κόκκαλο. Πήγα να το κάνω πιο χαρούμενο το σκυλάκι και μου έγινε γάτος που γυρνοβολούσε σε ένα ξενοδοχείο στην Μεταμόρφωση Χαλκιδικής. Οι υπάλληλοι του hotel τον βάφτισαν Γιόλη, τον τάιζαν και τον πρόσεχαν. Αλλά δεν έκατσε πολύ ο Γιόλης στο χαρτί, έφυγε να πάει να γαμπρίσει και στην θέση του βρέθηκε ένα τρίκυκλο κοτζαμάνικο να μαρσάρει, έτοιμο για το Grand Prix των παρακρατικών. Το σιχτίρισα και του έδωσα φύσημα μαζί τον ανδριάντα του άλλου του ανεκδιήγητου που χαζεύει τον Θερμαϊκό και δακρύζει γιατί η θάλασσα δεν σηκώνει αντιπαροχή. Το κοτζαμάνικο έγινε πιάνο, τα πλήκτρα του σκαλοπάτια και η Αντζελίν Βοναπάρτη - μεγαλείο του 1,55, σαν όνειρο την θυμάμαι πριν τον Δεκέμβρη του 2008 - να τα ανεβοκατεβαίνει με ένα τσιγάρο στο χέρι και με το άλλο υψωμένο να βρίζει μέχρι που χάνεται για να εμφανιστεί ένα περίεργος τύπος που γράφει σε ένα κομμάτι χαρτόνι Για όσα δεν μπορούμε να μιλήσουμε. . . Θα βρούμε κάτι άλλο να πούμε, η ώρα θα περάσει. Τον έβαλα να φάει το χαρτόνι - αφού το δίπλωσε - και άφησα την επιφάνεια λίγο να ηρεμήσει.


Άναψα ένα τσιγάρο και είπα να σου γράψω.

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2019

Kommienezuspadt



 Είχα δει τον Β. στον ύπνο μου πριν την κατρακύλα στην Αθήνα το ΄17.
 Ήταν κάτω από το σπίτι μου και μιλούσε γερμανικά. Knoblauch. . .  Komm nicht zu spät. . . Knoblauch. . .  Knoblauch. Φώναζε, κουνούσε τα χέρια του και με την μάπα του μου έστελνε διάφορες γκριμάτσες. Γερμανικά δεν ξέρω αλλά τα καταλάβαινα όλα΄ δε γαμείς ψηλά καπέλα με παπούτσια ελβιέλα και τι έγινε με τα χαμένα παραστατικά του 93;
 Άκουγα με προσοχή - κουνούσα το κεφάλι πάνω κάτω, τι άλλο να έκανα; - κι εκείνος συνέχιζε σαν όρθιος κωμικός που πρέπει να προλάβει να τα πει όλα πριν μας στείλουν αλειτούργητους. Μετά έκανε τούμπες και όταν άνοιγε τις τσέπες του μπουφάν του ακουγόντουσαν γέλια και μπινελίκια. Κατέβηκα τρέχοντας κάτω να τον ρωτήσω για την βόμβα που βρήκανε σε ένα βενζινάδικο προς Διαβατά και τότε έπεσε ένας τεράστιος μπερντές στα κεφάλια και μας ξάπλωσε.
 Έτσι πεσμένοι στην άσφαλτο της Μαυροβαγγέλη μου είπε - Θα αγοράσω ένα μηχανάκι και θα γυρίζω την πόλη. Θα πάρω και εσένα μαζί. 
- Θα ντυθούμε ραβίνοι; 
- Όχι, έχω ό,τι απέμεινε απ΄ το πηγούνι του Lovercraft στην τσέπη μου. 

  Τότε ξύπνησα και του τηλεφώνησα αμέσως.

- Ξέρω, ξέρω. . . μου απάντησε πριν πω οτιδήποτε και το έκλεισε.


Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2019

Τσουβαλιαστά


- Κουτουλιές.
- In A minor.
- Σκαστοί παντού.
- Δια της ανεργίας.
- Ο επόμενος.
- Σπρώξε.
- Τζάμπα περιμένουμε;
- Αγαπηθήκαμε;
- Ναι αλλά ήταν σαν να ερχόντουσαν με απόφαση να τουλουμιάσουν μόνο τον έναν και εμείς δείχναμε - να ένα δάχτυλο - τον άλλον.
- Αλλιώς τα θυμάμαι εγώ.
- Και εκείνα αλλιώς σε θυμούνται.
- Να μπαίνουμε προς στο στενό και ένας ταξιτζής φουλαριστός να περνάει μπροστά μας. Στο τσακ δεν μας έφαγε.
- Εσύ ρώτησες, Που να πηγαίνει;
- Κι εσύ είπες με βεβαιότητα, Έμαθε ότι η γυναίκα του γαμιέται και τσακίστηκε να πάει να πάρει μάτι. 
- Κάπως έτσι.
- Ο επόμενος.
- ΖΖΖΖΒΙΝΝ
- Ναι; Επιδοματοφάγοι;
- ΦΡΡΡΡΡΡΡΦΤΑΦ.
- Μπηχτοχαρούλες ανόμπελες.
- ΚΡΑΚΕΝΖΒΑΧ
- Ναι, χουντικοί και νοσταλγοί του rock 'n roll, τα ΄χεις ξαναπεί.
- Γιου γκάτου, γκάτου ρέϊν.
- Ο επόμενος.
- Τα βυζά της, λέει ο σαλιάρηςόπως μου αρέσει το μπάσο σε αυτό το κομμάτι.
- Βάλανε και σαξόφωνο και μια μουρλή που μασουλάει άριες.
- Αυτοπειραματισμοί μουσικοί.
- Απαυτοπειραματισμοί με νότες.
- Ο επόμενος.
- Κούνια μπέλα στις κρεμάλες.
- Μόνο η χαμαλίκα μου και τίποτα άλλο.
- Και ο Αζαζέλος στον ΟΑΣΘ.
- Μαζί με τις γυναίκες του Nagyrév;
- Με διόδια στις Συμπληγάδες.
- Για όλα είναι ικανοί.
- Θα επαναλειτουργήσει ο Λευκός Πύργος. Ξανά μανά φυλάκα. Αλλά μόνο για αρχαιοκάπηλους αυτή την φορά.
- Όλα γίνονται.
- Ο επόμενος.
- Για το νόημα των πραγμάτων και κατ΄ επέκτασιν των πραματευάδων - αγκαζέ πάνε αυτά - να τηλεφωνήσετε στο 2310-981-245.
- Ποιος θα το σηκώσει;
- Κάποιος από το γραφείο απολεσθέντων του ΟΑΣΘ.
- Με φόρα από τα αζήτητα. . .
- Επαναλαμβάνεσαι.
- Όπως κοιμάμαι και ξυπνάω.
- Ο επόμενος.
- Σήκωσε το κινητό και ούρλιαζε σαν μπροστά από δίκιο χεσμένο ΕΔΩ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΝΕΚΡΟΙ και από την άλλη πλευρά ένα Δηλαδή να μην έρθω;
- Δίκιο χεσμένο;
- Αυτό που φαγώθηκε και οι ύστερα κάνουμε την παλάβη.
- Ο επόμενος.
- Αστραγγάλιστοι θα φτάσουμε στην Αθήνα.
- Ξημερώματα.
- Αξιομαρκάριστοι.


Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

παλιές παλαβιάρες λέξεις


  Και έλεγε, ενώ του τρέχανε τα σάλια, ότι το μυστικό της μακροζωίας είναι να πεθάνουν οι άλλοι πριν από εσένα και όλα τα υπόλοιπα, διατροφές, ανάσες και χέρια πάνω κάτω είναι παπατζιλίκια και τρίχες. Να γίνεις τόσο αναίσθητος που να μην χαμπαριάζεις τίποτα. Να μην σκέφτεσαι με την πέτσα σου ρε.  Μετά θυμήθηκε ένα κουαρτέτο ντελιβεράδων της Αποκάλυψης, ένα σκασμό από Ελλάδα και ό,τι άλλο νοικιάζεται βραχυπρόθεσμα. Σήκωνε σαν καταδότης που έκανε περιούσια τον δείκτη προς την Ακρόπολη και συνέχιζε Όταν τα βουτήξανε οι έμποροι από ξεφτιλισμένη αυτοκρατορία οι ψυχούλες των σκλάβων που σέρνανε από την Πεντέλη τα Μάρμαρα θα είχανε χεστεί στο γέλιο. Καταλαβαίνεις;
  Δεν καταλάβαινα. . .  Δεν κάπνιζα κιόλας τότε όποτε μου χάρισε τρεις αναπτήρες που δεν άναβαν. Δεν ήξερα να παίζω κιθάρα - μόνο ένα τραγούδι έβγαζα σωστά και αυτό γιατί το είχα γράψει μόνος μου, φάλτσο καπάκι φάλτσο κι από το πουθενά ΝΑ μια μελωδία. Έπρεπε να του το πω αυτό, μπας και μου έδινε μία χωρίς χορδές, να την κάνω κρουστό ή καπέλο σε κάνα αχώνευτο.
Τελικά αφού τον έπιασε γαϊδουρόβηχας και το βούλωσε, τον ρώτησα πολύ ήρεμα.

- Και πότε σου σάλεψε; Αν μου πεις την αλήθεια θα σου πω και εγώ πότε την άρπαξα. Τι λες;

  Πρώτα κιτρίνισε και μετά έγινε κόκκινος. Κάτι άρχισε να μασάει αλλά δεν έβγαλα νόημα γιατί κόντευε να βγάλει το πνευμόνι του απ΄ το βήχα. Όταν ηρέμησε, σκούπισε τα σάλια του, έβαλε το πουκάμισο μέσα στο παντελόνι του, συμμαζεύτηκε κάπως και μου είπε ενώ μου γύρισε την πλάτη για να φύγει - Συγνώμη.

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2019

10:38


- Θα σκοτωθούμε;
- Όχι.
- Ήπιες;
- Για μια βδομάδα.
- Δεν θα πιεις άλλο.
- Όχι.
- Δεν θα αρχίσεις να κοροϊδεύεις;
- Ό,τι καταλαβαίνω και ό,τι δεν καταλαβαίνω. . . Τίποτα δεν θα κοροϊδέψω. Όλα να περάσουν από πάνω μου, καλό δρόμο να έχετε, θα τους πω.
- Ούτε θα μπεις σε ξένες τσέπες πάλι.
- Αγγελούδι θα είμαι με το ένα φτερό λίγο μικρότερο από το άλλο.
- Ή ένα ανεμιστήρα στην πλάτη.
- Μαθαίνεις.
- Και ο Σίμος;
- Έσπασε. Έγινε ένας σκασμός ιστορίες. Τον πετσόκοψα πριν μου φάει το κεφάλι.
- Που είναι τώρα;
- Έλα ντε. . .
-  Που τον άφησες;
- Στην Δωδεκανήσου. Έστριβε για Τσιμισκή. Μου είπε ότι θα σταματάει σε κάθε περίπτερο για μια μπύρα και θα το πάει έτσι μέχρι την ΧΑΝΘ.
- Και μετά;
- Δεν τον ρώτησα. Ίσως βρει κάποιον που δεν θα βαρεθεί να τον βασανίζει. Αλλά θα αντέξει. Είναι μούτρο μεγάλο ο Σίμος. Ακόμα κι αυτούς που πάνε να τον ξεκοιλιάσουν τους κάνει να γελάνε.
- Κι αν τον ξεκοιλιάσουν πριν τους κάνει να γελάσουν.
- Βάζει τα άντερα του πίσω εκεί που ήταν και πάει παρακάτω.
- Άντε. . .
- Ναι. . . Η ιστορική προκατάληψη ότι πρέπει να ζήσει. . . Χαμαλική σκέψη. . . Κουβαλάω εμένα πρώτα απ΄ όλα και μετά όλα τα άλλα λέει και προχωράει πιο κάτω.
- Πριν τον αφήσεις, αυτά σου έλεγε;
- Όχι ψυχούλα μου. . . Αυτά τα σκέφτηκα εγώ πρώτα και μετά μου τα είπε. Ύστερα μου είπε ότι στο χωριό του το Πάσχα δεν καίνε το Ιούδα, γιατί ο Ιούδας είχε φιλότιμο και πήγε από φυσικού στο σκοινί. . . Απλήρωτο το ακροβατικό του, γκραν φινάλε χωρίς κέρδος. . . Αυτό δεν του συγχωρούν τόσα χρόνια μετά. . . Δεν ήταν το φιλάκι και η προδοσία μετά αλλά  ότι επέστρεψε τα λεφτά. . . 
- Και τι καίνε στο χωριό του;
- Μου αρέσει που στέκεσαι στις λεπτομέρειες που δεν ειπώθηκαν και σιάχνεις απορίες.
- Είναι το φυσικό μου.
- Έτσι ψυχούλα μου. . . Τι καίνε; Ένα ομοίωμα μαυραγορίτη που τους είχε ρημάξει στην Κατοχή και όταν φύγανε οι Γερμανοί, πήγε και αυτός μαζί τους. Δεν τον ξαναείδανε να τα πούνε ένα και δύο χεράκια. . .
-. . . στο λαιμό του.
- Ακριβώς ομορφιά μου.

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2019

ο χορός των καβουριών


( κομμάτια )


ο χορός ενώ επιστρέφουμε
τσακισμένοι απ΄ τον αγύριστο
που μας είπανε να τρέξουμε
για να γίνουμε συλλεκτικοί
 μοναδικοί και σε λίγο
αρχαίοι
ανάμεσα σε μάρμαρα 
πέτρες
που δούλοι τις ζαλώθηκαν
και τις αράδιασαν προς το μεγαλείο 
με τα εισιτήρια μετά.


. . .



ο κόσμος με το ΄΄μπα΄΄
και με ένα ΄΄χα΄΄
του τραβάω το χαλί
μα δεν πέφτει
να με πάρει μαζί του.


. . .


η Μαρία
η Μαρία ζει
η Μαρία έξω απ΄ το πηγάδι
η Μαρία
με χιλιάδες λέξεις
- άλλες σφαγμένες
άλλες με πέτρα στον ώμο
μπρος στον ανήφορο
ξεμαντρωμένες
θυμωμένες -
η Μαρία
με τα μάτια της
- τρέλα γλυκιά δυτικά του κέντρου -
να με αγκαλιάζουν
και ειρωνεία άλλη 
να μην έχω.


. . .


σε μια άκρη δικιά μου
πέρα απ΄ του Σκορδά το χάνι 
να γλιστράω χωρίς σάλιο
 για παρακάτω
    με τον Celine, ονειρικό καριόλη,
προφέσορα από τον Άδη
να χειρουργεί την ανθρωπότητα
με όλα της τα ρούχα.


 με τη Α., λαϊστέρα εκδικητικιά,
με άντρα  γκεσταμπίτη επίσημο,
 να ουρλιάζει, με όλο της το σώμα πέρα δώθε 
΄΄Είναι πούστικο το φεγγάρι, μην το χαζεύεις, προχώρα. . . ΄΄
και εκείνον,
τον ΄΄χαμόγελο χωρίς γιατί΄΄
- δεν θα το μάθει κανείς -
μαζί με τον Βότση τον Φουρνέλο
 στο παλκοσένικο  
στη μαστοράντζα  
στο χαμαλίκι.


. . .



τώρα 
όλα χρεωμένα να γαβγίζουν
πάνω μου

 σύνθημα το Berlin, 
παρασύνθημα το Alexanderplatz,
 Franz Biberkopf εναντίον Reinhold, 
Αντώνιος Χαμόδρακας εναντίον Κωνσταντίνου Ταπιάγκα 
μες στα λεωφορεία
δια της ανεργίας
του ΟΑΣΘ η μασονία
ο Χάκκας
ο Ζάππας
ο Κάφκας
ο Ζάπφκας
κάτι έγχορδα που έγιναν κρουστά,
 τρελά, ειρωνικά πνευστά 
σαν πνευμόνια πειραγμένα
και στα γενέθλια μου
 η Μάχη της Ζάμας.


. . .


νύχτα σαν κούραση καλή για να κοιμηθείς

ένα τσούρμο φίδια που καπνίζουν τις ουρές τους

ακροβάτες πάνω στις θηλιές τους

χαρές κοπανιστές

νευρόσπαστα σαλιάρικα που δαγκώνουν 
μα δεν κόβουν τα σκοινιά.


. . .


από την μια μεριά 
 προσκυνητές μυαλοκομμένοι
κι από από την άλλη 
 καβαλαραίοι κατακέφαλοι

τους ρωτάω
- όπως την ώρα καλή, κακιά, δικιά μας -
 όλους που τραβάνε

΄΄Τον γκρεμό να βουλώσουμε
με όποιον κι ό,τι βρούμε,
άλλοι να περάσουν΄΄.