Στον Δημήτρη Μακούση
να βράζουμε όλοι στο ίδιο καζάνι
όμως κάποιος πάντα
ρε συνάδελφε
πρέπει να κοιτάζει την φωτιά.
όλα τα κείμενα και τα οινοπνεύματα εδω πέρα είναι εκ του ασφαλούς
Θυμάμαι έναν ηλίθιο διαχειριστή πολυκατοικίας, εκλεγμένο με γερή πλειοψηφία, μες το κατακαλόκαιρο, γεμάτο αποπληξία και ηλίαση - σαν τις μύγες έπεφτε ο κόσμος - να ανάβει τα καλοριφέρ της πολυκατοικίας, για να δει αν δουλεύουν. Αυτόν τον άνθρωπο τον ψήφισαν πάλι για διαχειριστή. Οι ίδιοι. Και με τα δυο χέρια.
- Τι είναι μοναξιά;
Σε εκείνους που είπανε ΄΄ΝΑ ΠΑΤΕ ΡΕ ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ΄΄ , εξαφανίστηκαν κάπου μισή ώρα να κοιμηθούμε και τώρα ήρθανε με δώρα πάνω μας να χορέψουν / έχουν επιχειρήματα, έχουμε κρίματα δεκαετίας / έχουνε δικαιώματα, έχουμε και δικαιώματα / η γλώσσα τους από μαόνι, η δικιά μας για ξύλο κι άλλες για μάρμαρο κι άλλες στα χαμηλά χαμηλά, χαμηλότερα ενώ οι τοίχοι ρουφάνε ασταμάτητα συνθήματα, αφίσες, αιώνιες συζύγους και καπνούς.
Σε μια κλινική κοντά στις δημόσιες υπηρεσίες και τα μπουρδέλα στο Βαρδάρη. Εκεί πάνε τους γέρους και τις γριές που δεν έχουν πολύ χρόνο να γκρινιάξουν, για τελειώσουν πιο ήσυχα. Εκεί πήγαμε και τον παππού τρεις βδομάδες πριν ο καρκίνος τον φάει ολόκληρο. Στο θάλαμο του ήταν άλλοι δυο. Ένας παλιός του γείτονας που είχε πάθει εγκεφαλικό και έκανε εκεί φυσιοθεραπείες για ανανήψει. Ο άλλος ήταν ο μυστήριος. Κάθε πρωί ξυριζόταν, ντυνόταν και έβγαινε έξω για να πάρει εφημερίδα και να κάνει την βόλτα του. Το μεσημέρι γύριζε την ώρα του φαγητού, έβαζε τις πιτζάμες του και ξάπλωνε. Δεν φαινόταν να έχει κάτι. Ρώτησα τον πατέρα γιατί είναι εδώ.