Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

ηθελημένα ή αθέλητα



κατηφόριζα, κατρακυλούσα από την Ροτόντα

όλοι ήταν σε ταξίδι ή λουστράρανε την ψυχή τους κάπου

μια κοπέλα - μπαλαρίνα ή απλήρωτη φόνισσα
έσκασε μπροστά μου

΄΄Είσαι ωραίος΄΄ είπε
και κύλησε σαν μηδέν
με την παρέα της στην Εγνατία.

χαμογέλασα
ξέχασα όμως
να την πληρώσω να της πω ένα αστείο
ή μια ιστορία που όλοι νομίζουν ότι
ξέρουνε το τέλος - για εκείνον τον διακριτικό που
την απάτησε χωρίς να της πατήσει την καρδιά,
για εκείνη που της έκλεψε την σειρά στην ουρά
για τον γκρεμό, για τα δεντρά που την καρτερούν
να τα στολίσει όπως εκείνη πιστεύει ότι θα
είναι ΄΄ωραία΄΄ πριν τα κάψει, να την ρωτήσω πως
την βάφτισαν τα συμφέροντα και πως την φωνάζουν
οι καβαλάρηδες της.



Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

α




άπειρες απόπειρες απόψε
πορείες άπειρες απόψε
απόπειρες απόψε άπειρες
άπειρες
άπειρες
πορείες
απορίες
απόπειρες
απόψε
απόψε

πορείες
άπειρες απορίες απόψε
απόπειρες άπειρες απόψε




όλοι κάπου γεννήθηκαν
τους γέννησαν
για να χτυπηθούν και
να αγαπήσουν
αλλά ποιος μετράει πια πληγές;
- αυτός που τις θέλει πάντα αλατισμένες
και νόστιμες. . . διαφημιστής και εμφανίσιμος
πάντα και από παντού, σαν κέρατο στο κεφάλι
σαν μιζέρια κολλημένη στο πρόσωπο σαν μάσκα
από την μια άκρη ο βάλανος και από την άλλη ο
μαλάκας που φιλοσοφεί και χαζεύει το άπειρο
στα σκέλια την συμπαθητικής, της αυτόματης
αγάπης, της ρημαγμένης αγάπης
σε ένα τρελό πηγαινέλα στα χαρακώματα της
με το συναισθηματικώς
ενδιαφέρον ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ στο μέτωπο της.

Πριν σβήσει θα χαθεί για να βρει κάτι
κάπου να φτάσει
να δακρύζει, να κλάψει να γεμίσει τα ποτήρια
τα μπουκάλια το σπίτι τον πλανήτη, να πλημμυρίσει
σαν πλήθος χωρίς διμοιρίτη τους δρόμους που του
ανήκαν από πάντα.


άπειρες απόπειρες απόψε
πορείες άπειρες απόψε
απόπειρες απόψε άπειρες
άπειρες
άπειρες
πορείες
απορίες
απόπειρες
απόψε
απόψε

πορείες
άπειρες απορίες απόψε
απόπειρες άπειρες απόψε

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Μ.Ε.ή Θ. ή 3,52



αν είχα μια αλυσίδα θα σε έβαζα στα κλειδιά μου
μα εσυ γλιστράς απότομα και φεύγεις
και ψάχνω πασπαρτου
το βρίσκω το γυαλίζω
το περιφέρω

μα οι πόρτες
χωρίς κλειδαριές.


Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

Θεσσαλονίκη, Κατοχή




«Η νεκροφόρα του Δήμου προοριζότανε για τους άπορους. Μιλάμε για μια μαύρη παλιοκαρότσα με ένα ψοφάλογο, που το κουμαντάριζε ο ατυχής ηνίοχος. Τον ηνίοχο τον λέγανε Χαρίτο και ήταν πασίγνωστος στην πιάτσα των χασικλήδων, γιατί ο Χαρίτος πούλαγε στη ζούλα τσίκες. Ο Χαρίτος ήταν ένας γιγάντιος αμπλαούμπλας. Φόραγε πάντα στο κεφάλι έναν πλεχτό μάλλινο κούκο με φούντα. Μίλαγε βραχνά και κουτσαβάκικα, σαν τον Μάρκο Βαμβακάρη. Γνώρισα τον Χαρίτο το ’44 και κράτησα την φιλία μαζί του για πολλά χρόνια, γιατί ήτανε έξυπνος και αξιαγάπητος.

Όταν λοιπόν, ο Χαρίτος κατέφθανε στο νεκροταφείο της Αγίας Φωτεινής, σταμάταγε στην πύλη κι άφηνε τα σχετικά χαρτιά στην γραμματεία και, συγχρόνως, καλούσε τους νεκροθάφτες. Το άλογό του ήταν καταϊδρωμένο από τον ανηφορικό χωματόδρομο, που σήμερα τον λένε οδό Λαχανά. Οι νεκροθάφτες παρίσταναν τον κουφό, ώσπου ο Χαρίτος οδηγούσε τη νεκροφόρα πλάι σε κάποιον ανοιχτό ομαδικό τάφο. Εκεί, άνοιγε τα δύο πίσω πορτάκια της νεκροφόρας κι απομακρυνότανε τρέχοντας, εξαιτίας της μπόχας.

Οι νεκροθάφτες με διάφορες προφάσεις κωλυσιεργούσαν. Δεν φαινόντουσαν πουθενά για πουθενά. Και τότε, επαναλαμβανότανε ομοιόμορφα μια απερίγραπτη σκηνή: ο Χαρίτος γαμωσταύριζε, οι νεκροθάφτες του φώναζαν από μακριά να κατεβάσει τα πτώματα από τη νεκροφόρα, ο Χαρίτος απαντούσε ότι τυγχάνει αναρμόδιος, οι νεκροθάφτες ισχυριζόντουσαν ότι δικιά τους δουλειά είναι μόνον η ταφή κτλ. κτλ. Στο τέλος ο Χαρίτος (αναθεματίζοντας την μοίρα του) γράπωνε από το ποδάρι ένα-ένα τα πτώματα και τα βρόνταγε καταγής. Καθώς τα πτώματα έπεφταν χάμω έσκαγαν σαν μπαλόνια. Τότε πλησίαζαν οι νεκροθάφτες και έπιαναν να σκουντάνε τα κουφάρια με τα φτυάρια, για να κυλήσουν μέσα στον ομαδικό τάφο. Όλο αυτό το διάστημα ο παπάς του νεκροταφείου έμενε κρυμμένος στην δροσιά της εκκλησιάς. Ποτέ μου δεν είδα αυτόν τον πουστόπαπα να ψέλνει μιαν ευχή για τα σκοτωμένα παιδιά…»


«Κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου ο Χαρίτος εξαφανίστηκε. Είπανε πως τον σκότωσαν οι ταγματασφαλίτες, για να του πάρουν τις τσίκες. Την άνοιξη του ’45 τράκαρα τυχαία τον Χαρίτο στον δρόμο. Έμεινα ξερός. Τον ρώτησα πού είχε χαθεί. Και μου διηγήθηκε την ιστορία του. Τον είχαν εκτελέσει οι ταγματασφαλίτες με ριπές και τον άφησαν νεκρό. Όταν έφυγαν, ο Χαρίτος πήρε τα χυμένα άντερά του στα χέρια και σύρθηκε προς κάποιο νοσοκομείο, ψιθυρίζοντας στον εαυτό του: αγάντα, Χαρίτο! Τελικώς επέζησε».


Ηλίας Πετρόπουλος
παρμένο από το βιβλίο
Πτώματα, Πτώματα, Πτώματα

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

στο τηλέφωνο



Παρακαλώ;. . . Όχι δεν παρακαλώ να με γαμήσεις. . . Ναι,ναι. . .Αστειάκι. . . Έλεγα και εγώ παλιά τέτοια και με δέρνανε. . .Κατάλαβα. . . Που είσαι;. . . Ωραία είναι εκεί. . . Σου έβγαλε τίποτα;. . . Α, τα ρούχα της. . . Και τί κάνει;. . . Άντε ρε. . . Άμα πηγαίνεις σε πορείες, αυτά είναι παιχνιδάκι, ναι. . Είναι δίπλα σου τώρα;. . . Στο μπάνιο. . . Και γιατί δεν πας και εσύ;. . . Είναι μικρό ε; Σωστά. . .Αυτή είναι και ψωμωμένη. . . Ναι, ναι, άλλο να παρκάρεις Ferrari και άλλο νταλίκα. . .
Τι; Το βράδυ; Ναι, μπορώ. . . Θα πάω σε λίγο να καταθέσω στο Τμήμα. . . Ε, να. . . Ο από πάνω πήδηξε από το μπαλκόνι και έσκασε στο δρόμο. . . Πέρασαν και δυο μηχανάκια από πάνω του. . . Τώρα θα πάω να καταθέσω. . . Θα τα ρίξω όλα στο αφεντικό του. . . Η γυναίκα του είναι το αφεντικό του. . . Αυτή τον έστειλε. . . Έχω και ένα σημείωμα δήθεν δικό του που το αποδεικνύει . . Στα 6 μέτρα θα την στήσω. . . Θα στην μάθω εγώ να μου κάνει τράκα τσιγάρα. . . Τι; Γιατί είμαι μαλάκας; Να την στήσω καλύτερα στα τέσσερα; Μαλακίες. . . Άμα την ακούσεις μόνο. . . Ούτε καν να την δεις . . Άντε τέλειωνε. . . Μου τελειώσανε και τα τσιγάρα. . .
Σε απέλυσαν;. . . Για το καλό σου; Σωστά. . . Για να δεις τις άλλες προοπτικές που έχεις. . . Εγώ βρήκα δυο μεροκάματα. . . Σακιά με άμμο . . Όχι σε αερόστατα ρε. . . Σε μια οικοδομή κάνουνε κάτι μερεμέτια. . . Μια μέρα δουλειά την τραβήξανε μια βδομάδα. . . Μην πέσεις σε μάστορες και γιατρούς. . . Άστα να πάνε. . .
Βγήκε από το μπάνιο ε; Τι που το κατάλαβα; Άκουσα τα βήματα της. . . Άντε κλείσε να σε φάει με την ησυχία της. Θα τα πούμε το βράδυ με ο,τι απομείνει από εσένα. . . Γεια. . .


BAD AS ME





You’re the head on the spear
You’re the nail on the cross
You’re the fly in my beer
You’re the key that got lost
You’re the letter from Jesus on the bathroom wall
You’re mother superior in only a bra
You’re the same kind of bad as me

I’m the hat on the bed
I’m the coffee instead
The fish or cut bait
I’m the detective up late
I’m the blood on the floor
The thunder and the roar
The boat that won’t sink
I just won’t sleep a wink
You’re the same kind of bad as me

No good you say
Well that’s good enough for me

You’re the wreath that caught fire
You’re the preach to the choir
You bite down on the sheet
But your teeth have been wired
You skid in the rain
You’re trying to shift
You’re grinding the gears
You’re trying to shift
And you’re the same kind of bad as me

They told me you were no good
I know you’ll take care of all my needs
You’re the same kind of bad as me

I’m the mattress in the back
I’m the old gunnysack
I’m the one with the gun
Most likely to run
I’m the car in the weeds
If you cut me I’ll bleed
You’re the same kind of bad as me
You’re the same kind of bad as me


Tom Waits

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

όντας



εμπειρίες ομορφιάς
χωρίς πλήθος ή εξηγήσεις
άνευ νοήματος
άνευ αριστουργήματος
φασαρία δίχως λόγο
μουσική

με το ον και το προϊόν αγκαλιά

μαύρα μεροκάματα στα
πόδια σου / φιλιά απλήρωτα
χαρτογραφούν αυτή την
γαμημένη ερημιά / δεν
περιμένεις / στέκεσαι σε
μια επανάληψη

και εγώ προβλέψιμος
του κερατά

και εγώ ζωντανός
σχεδόν
υπογράφω / παίρνω
όλες τις ευθύνες και
γελάω με αστεία ερωτικά
τραγούδια, ντυμένα με
πανέμορφες δύσκολες μελωδίες

με χέρια που τρέμουνε
σου δείχνω το φεγγάρι
με χέρια που τρέμουνε
φτιάχνω τον κάθε ρυθμό
να ζήσω να σκαλίσω
πάνω σε μαρμαρένια λογική
τύχες και ευχές, να στολίσω
τις εικόνες που δεν πιστεύει κανείς
με στίχους και άλλα
τάματα, να ματώσω για
να βρω λίγο χρώμα να
βάψω τους τοίχους πριν
πέσουν.


με το ον και το προϊόν αγκαλιά








τάξη



ανοίγεις περισσότερους λάκκους
από αυτούς που μπορείς να
αγαπήσεις

μα πάντα ζεσταίνεις το χώμα
για εκείνον που θα ρίξεις
μέσα.

ανοίγεις το στόμα σου
δεν ξέρεις τι θέλεις να πείς
δεν ξέρεις τι λες

μα ο τρόπος τους πείθει
όλους και συμφωνούν.

ανοίγεις τα μάτια σου
και βλέπεις τα
πάντα τρομαγμένα
και κρυμμένα / μια
παρέλαση μπροστά σου
τρέχει να σωθεί

όμως αν τολμήσεις
να σκεφτείς
σε όλα υπάρχει λογική
και τάξη.