Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

Χρόνια Πολλά Βότση!!!





Νίκολο ΤσίΒο
ή
τα πτώματα μυρίζουν
όμορφα
όταν τα ραντίσεις
με ζωντανούς






125478569 ηλίθιοι με τα δίκια τους να αστράφτουν απέναντι απο έναν ηλίθιο χωρίς δίκιο. ο Αναπτήρας δεν ανάβει όσα γλυκόλογα και αν του πω και όσοι έχουν φωτιά τους μισώ γιατί με έχουν κάψει. Εκείνη περιμένει να σβήσει το τσιγάρο για να κάνει μια ευχή και αυτό με το που σβήνει εξαφανίζομαι εγώ. . .αυτές οι ευχές και Ο ΧΡΟΝΟΣ ΜΙΑ ΠΛΑΝΗ....το είπε ο Νικ ΤσίΒο μια βραδιά πρίν τηγανιστεί το μυαλό του ανάμεσα σε μακαρονάδες και στίχους του Blake. Του έχω αφιερώσει τόσα ποιήματα που στο τέλος θα γράφω το όνομα του απο κάτω. Έτσι είναι, όταν αφιερώνεις κάτι άμεσα και χωρίς διαδικασίες σε κάποιον περνάει αυτόματα στην ιδιοκτησία του. Αυτός πια έχει την ευθύνη...εκτός και αν έχει κέρδος...χρηματικό... εκεί ο Δημιουργός με το Κ κεφαλαίο ( απο το Καριόλης ) επεμβαίνει με λουλουδιασμένα ρόπαλα και δικηγόρους.

Αν έγραφα την Βιογραφία του Νίκολο ΤσίΒο θα ήταν κάτι ανάμεσα σε λίβελο, συνταγή μαγειρικής και βίος Αγίου. Μια τόσο πολυ
σύνθετη σε αποσύνθεση προσωπικότητα είναι δύσκολο να καταλάβεις τι γυρεύει στον κόσμο αυτό. Είναι μάλλον σαν τα Βουνά, τις Θάλασσες και τις Πουτάνες. Κανέναν δεν ενδιαφέρει γιατί υπάρχει, απλά στεκόνται στο γεγονός οτί υπάρχει. Αλλα πώς υπάρχει ;

Δημιουργώντας από το τίποτα της πραγματικότητας του και με μηδενικές φιλοδοξίες όσο να αφορά τα τετριμμένα ( σπίτια....μετοχές....γίδια...στάνες....κόμματα ) ξεκινάει μια πορεία που κανείς δεν θα την ζήλευε. Κανείς λογικός άνθρωπος - Η ΛΟΓΙΚΗ ΟΡΊΖΕΤΑΙ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΕΝΟΣ ΠΑΚΕΤΟΥ ΜΕ ΤΣΙΓΑΡΑ
, ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ ΤΩΝ ΣΥΝΤΡΟΦΩΝ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΣΕ ΚΩΜΙΚΗ/ΕΡΩΤΙΚΗ ( κωμική εννοώ τα λόγια πριν το σεξ ) ΕΠΑΦΗ ΚΑΙ ΜΕ ΤΑ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ. - Σαν επισκέπτης,περαστικός παρατηρεί ανθρώπους...δεν τους γνωρίζει...στέκεται σε στιγμές και κινήσεις...μετράει πόσα τσιγάρα του κάνουν τράκα και αν πούνε τίποτα για την αισθητική των μαλλιών του. Χαμογελάει στην θέα των υπολοίπων που ελπίζουν στον εαυτό τους, που ελπίζουν σε κάτι καλύτερο, από το καλύτερο που ήδη έχουν. Για αυτό και μένει στα δικά του. Προσπαθεί να συνδυάσει την διασκέδαση με τις βασικές του ανάγκες. Την πλήξη του με τον χρόνο που προσπαθεί να εξαφανίσει. Την όρεξη του με ποσότητες τροφίμων ικανές να χορτάσουν μια κωμόπολη και μια κωλόπολη.

Τον κατηγορώ ότι δεν πειράζει, δεν ενοχλεί κανέναν...αλλά ξέρω ότι έχω άδικο και στο τέλος θα βγω χαμένος. Η ευγένεια της ψυχής του που σαν νάνοι κάποιοι την κοιτάμε, δεν διανοείται να ανακατευτεί σε μικρότητες και ελ
αττώματα με το προβληματικό πλην πολιτισμένο (άλλο έγκλημα ο πολιτισμός...σκεφτείτε ότι του έκαναν και υπουργείο) ανθρώπινο γένος. Τις μικρότητες τις έχω αναλάβει εργολαβία εγώ. Εκείνος κοιτάει ευθεία και κάτω. Ευθεία γιατί ξέρει τι έρχεται, κάτω γιατί ξέρει που θα πάνε κάποιοι με γραβάτες, κουκούλες, τσέπες /ιδέες.

Σκέφτομαι κάποιες φορές (δεν το κάνω συχνά, μη με φοβάστε...) αν τον συλλάβουν ποτέ. Θα ήταν η πιο ΗΛΙΘΙΑ ΣΥΛΛΗΨΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ. Φαντάζομαι ( αυτό το κάνω συχνά, να με φοβάστε καργίοληδες ) να προχω
ράει αμέριμνος ( όλα έτσι τα κάνει ) ένα ζεστό απόγευμα του καλοκαιριού στην πλατεία Αριστοτέλους και αφού θα έχει γλυτώσει από μια ύπουλη επίθεση σκυλιών και λοιπών κομματικών, να τον πιάσει η μια περίπολος αστυνομικών. Θα του ζητήσουν ταυτότητα, αυτός θα την βγάλει κάπως απότομα, θα τους τρομάξει, θα τον βουτήξουν, ΜΕΣΑ Ο ΝΙΚΟΛΟ ΤσίΒο. Άλλος με τέτοιο περιστατικό στην πλάτη του θα έβγαζε καμιά 50ριά ποιήματα,1 - 2 μυθιστορήματα και κάποια μανιφέστα. Αυτός όμως θα περιοριστεί σε μια χλιαρή κριτική πάνω στο σάντουιτς που θα του προσφέρει κάποιος δόκιμος αστυνομικός, πριν την πλύση του όποιου εγκεφάλου του. Θα ζητήσει τσιγάρο, αν δεν του δώσουν θα κλείσει τα μάτια του και όλα γύρω του θα εξαφανιστούν. Ίσως γράψει και κάτι στον τοίχο του κρατητηρίου με κάποιο κομμάτι σοβά, όπως ο ήρωας σε εκείνο το ποίημα που του άρεσε.


ο Proust έλεγε σε κάθε ευκαιρία ότι ο χρόνος του είναι περιορισμένος και πολύτιμος. Στην περίπτωση του ΤσίΒο αυτό φαίνεται πολυτέλεια. Προσπαθεί όπως είπα να καταργήσει τον χρόνο ( και το κατάφερε εν αγνοία του μέχρι ένα όριο όταν πήγε μια ώρα νωρίτερα από το κανονικό στην Σχολή Χαρέμι οπού σπουδάζει).

Κάποτε του μίλησα μέσα στο λεωφορείο για Εκείνη που γράφει κατ΄ αυτόν επιτηδευμένα κατ΄ εμέ αληθινά ( όμως ποια τέχνη δε
ν είναι επιτηδευμένη και ταυτόχρονα αληθινή ; ) και τον ειρμό τον ρομαντικών ( Βλέπε Δουμά ) σκέψεων μου διέκοψε εκείνη η κοντούλα με το καλτσόν το περίεργο και την κόκκινη φούστα. Γέλασε πρώτος και εγώ ακολούθησα άνευ όρων. Τι Παρωδία.

Γελάμε πολύ με τα σοβαρά. Το γελοίο είναι σαν πάχνη πάνω σε όλα τα πράγματα. Σε όλα χωρίς εξαίρεση, δυστυχώς ή ευτυχώς. Του είχα πει πάλι μέσα στο λεωφορείο ( μιλάω πολύ το ξέρω... ειδικά μέσα στα λεωφορεία. Ίσως επειδή έχω την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει κάποιο ακροατήριο ) ότι είμαστε απόκληροι και
Χαμογέλασε.΄΄Υπερβάλω;΄΄ τον ρώτησα. ΄΄Βέβαια΄΄ μου είπε και συνέχισε να χαμογελάει.

Το γεγονός ότι δεν έχει κάνει κακό σε κανέναν πλην του εαυτού του τον καθιστά επικίνδυνο για τους αναίσθητους και αυτό πιστεύω είναι το πιο σημαντικό.


Να ΄ναι καλά.



Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

Γιώργος Χειμωνάς





Η Θεσσαλονίκη επέδρασε, και εξακολουθεί να υπάρχει σε ό,τι γράφω. Και με εικόνες και σχέσεις ζωής, αλλά και με μια ολική αίσθηση της ανθρώπινης μορφής και κατάστασης. Πήγαινα σ΄ ένα δημοτικό σχολείο της οδού Πέρδικκα. Πολυτελές, νεοκλασικό, το είχαν δυο υπέρκομψες γριές αδελφές δασκάλες, οι δεσποινίς Τσιγαλίδου. Το μόνο που θυμάμαι απο αυτές είναι τα τεράστια καπέλα τους, φορτωμένα ψεύτικα άνθη και υπερφυσικά χελιδόνια. Τα πρόσωπα τους ήταν πάντα σβηστά, κρυμμένα με ένα πυκνό βέλο. Οι μαθητές ήταν μια ρακένδυτη φτωχολογιά - παιδιά προσφύγων ή και ντόπιων, τα περισσότερα ισχνά και φθισικά, κι άλλα μιας απερίγραπτης, κακομεταχειρισμένης αλλά συγκινητικής ομορφιάς, κυρίως των προσφύγων, μελαχροινά με φωτεινά γαλάζια μάτια, πρόσωπα στιλπνά κι αερούφαντα. Αλλά και μερικά, με εκείνη την κυρτή, σχεδόν κυκλική κατατομή των αρχαίων Μακεδόνων. Πήγαινα πρώτη ή δευτέρα δημοτικού, κι ένα πρωί με συνάντησε στον δρόμο, έξω απο το σπίτι μου που έπαιζα με τα χώματα, μια τερατώδης χοντρή δασκάλα, κακιά και αποκρουστική. Το πάχος της έφερνε δύσπνοια και τα χεράκια της, σαν πάνινα και παράλυτα, τινάζονταν στον αέρα όταν περπατούσε. Έσκυψε και μου είπε με την ανδρική φωνή της: Πήγαινε στης Ευφημίας, να σου δώσει το ψωμί μου, να μου το φέρεις. Η Ευφημία ήταν μια γυναικούλα νευρική, καθόταν σε μια τενεκεδένια παράγκα, δίπλα στο εξοχικό των Τσιγαλίδου. Δούλευε σε φούρνο και θα έδινε, φαίνεται, σ΄ αυτήν την χοντρή δασκάλα το καλύτερο ψωμί, επειδή το κοριτσάκι της, η Ελισάβετ, πήγαινε στην τάξη της. Πήγα με ντροπή, σαν να ζητιάνευα, στης Ευφημίας, μπήκα στην παράγκα. Στο κρεβάτι ήταν αγνώριστη απο την αδυναμία και την χρυσή η Ελισάβετ, και εμπρός της ο παπάς της ενορίας, τουΑγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου - μια εκκλησία όλη ζωγραφισμένη με πλατεία βακχικά φύλλα αμπέλου σε γαλάζιο φόντο. Ο ιερέας ήταν θυμωμένος, είχε έρθει για να μεταλάβει το κοριτσάκι, κι εκείνο ξέρασε μετάληψη πάνω απο τα χρυσά άμφια. Ο ιερέας τα σκούπιζε με το κόκκινο κάλυμμα του δισκοποτήρου. Νευριασμένος έλεγε: Αυτό δεν έχει ξαναγίνει. Αμαρτία, είναι αμαρτία. Αλλά εκείνο που μου έκανε έκπληξη ήταν ένα πελώριο πιάνο μέσα στην παράγκα και μεγάλες χρυσές επιτραπέζιες κορνίζες κι ένα μεγάλο ασημένιο σερβίτσιο τσαγιού. Η Ευφημία, υστερική, με άρπαξε και βγήκαμε έξω, με τράβαξε απο το χέρι - και κάθε τόσο γυρνούσε και μου χάιδευε το πρόσωπο με την τραχεία παλάμη της και φθάσαμε κοντά στην τρομαχτική δασκάλα και η Ευφημία της φώναξε με την κοριτσίστικη φωνή της: Δεν πήγα σήμερα στον φούρνο, να με συγχωρείτε, Κυρία. Η δασκάλα την κοίταξε με κακία και της είπε: Πάντα ήσουν άχρηστη. Ζώο. Άλλα γιατί θυμήθηκα τώρα αυτή την σκηνή, τόσο παλιά. Ναι, η Θεσσαλονίκη με έχει σημαδέψει βαθειά, έχει διαποτίσει την ψυχή μου με την υγρασία της, κράτα την πικρή ρίζα μου της Μικράς Ασίας, την κρατά χλωρή.





Συνέντευξη στους Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο,

<<Η Λέξη>>,τ. 42, Φεβρουάριος 1985

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009



με μαραμένα τα χέρια να φοβούνται μην πιάσουν φωτιά

έρχεσαι και μου ψιθυρίζεις

να μην κάνεις ευχές

γιατί αν δεν πιάσουν

θα μου λές

''εσύ εσύ φταίς.''.


έτσι είναι, για τις ευχές που δεν πιάνουν φταίνε οι άλλοι.

και ας γκρεμίζουμε απο τον ουρανό αστέρια.

και ας μουλιάζουμε μαζί με τα φύκια τα όνειρά μας.


ας εξαφανιστούμε σου λέω

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Καλές Γιορτές


ο Χριστός θα είναι εδώ, στην τούρτα αντι για κεράκια θα βάλω δυναμίτες και το κοριτσάκι με τα σπίρτα πεθαίνει από το κρύο. . . Τέλος. Τέλος ; Όχι φυσικά. Αν θέσουμε υπόψιν μας το
Παλτό του Γκόγκολ, η μικρή αφήνει την Γιαγιά της, της λέει Γιαγιάκα μου πεθαμένη και ψόφια πάω να πάρω Τσιγάρα ( η Μικρή πριν γίνει παγάκι άναβε σπίρτα και μέσα από την φλόγα τους έβλεπε όνειρα - ίσως ο Άντερσεν άναβε τίποτα τσιγάρα προνομιακά και όχι τζαμπαντάν καρκίνος και έβλεπε και εκείνος όνειρα, ποιός ξέρει;).
Επιστρέφει λοιπόν η Μικρή
την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων.
Αλλά αντί για σπίρτα κρατάει ένα Φλογοβόλο
και με αυτό χτυπάει της πόρτες
περιμένοντας να πεί τα κάλαντα
και να κάνει ευχές
μεσά απο τις στάχτες
και τις φλόγες.


Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

το γλέντι πριν το φευγιό


Κανείς δεν φταίει

Όλοι τρώμε
Ακόμα και οι χορτάτοι

Η Ποίηση γεμίζει τα ποτήρια
και η Κακία κοιμάται

Αχ, και να ΄χα εκατό χέρια
να άναβα εκατό τσιγάρα.


Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

3 ;


1.
άπειρες απόπειρες απόψε.

2.
η ουσία του θέματος
μπαίνει στα τσιγάρα.

γαμημένα παραισθησιογόνα θέματα.



3.
έριξες όλη την ζάχαρη στα χείλη
και δεν περίσσεψε τίποτα για τον καφέ.

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Νοσταλγία ( μπρρρρρρ )



είχα γυρίσει από μια παράσταση που δεν υπήρχε κείμενο ή ρόλοι.
μια βιτρίνα στα μούτρα του καθένα που ανέβηκε στην υποτυπώδη σκηνή. Μα αν παίζουν έτσι, να υποκρίνονται τόσο κραυγαλέα, σκέψου πως ζουν. . .βέβαια το να παίζεις όπως ζεις είναι το εισιτήριο για τραίνο που πάει κατά τον γκρεμό.

{ Μαύρη Αράχνή
Ξάστερη
Με τα βυζιά της χυμένα
Να κερδίζουν το δωμάτιο
Να χαιδεύουν τα ματιά μας

Οι ρώγες της ξυράφι
Λυπημένη Καύλα. }


την είδα να χάνεται. ήμουν αρκετά μεθυσμένος για να της μιλήσω. αν της μιλούσα θα την μόλυνα με λέξεις που ούτε όταν βαριέσαι δεν σκέφτεσαι τέτοιες αηδίες. την πλησίασα με κοίταξε. Εντυπωσιασμένη από το χάλι μου. πάντα σκεφτόμουν να της πω κάτι περίεργο ή ένα πετυχημένο αστείο για να ανοίξει τα μάτια της. τα μάτια της είναι πολύ ωραία όμως δεν βρήκα τίποτα. κοίταξα τις τσέπες μου. τίποτα και εκεί. χα, το τίποτα δεν τελειώνει ποτέ. το ξέρουν οι ποιητές και οι τρελοί. οι νοικοκύρηδες. . .αλλά αυτοί δεν το λένε.

έφυγε.

έτσι έπρεπε. οι τόποι δεν την χωράνε. οι ποιητές την αγαπούν.

της αξίζει άραγε τέτοια τύχη ;