Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017

03:02


- Και πως αγαπηθήκατε;
- Πως ξεκίνησε το έγκλημα, ε; Να, ζητούσαν εθελοντές, κάποιον να πάει να παλέψει με τα θεριά και έκανα εγώ ένα βήμα μπροστά. . . Καθόταν και μοναχούλα. . . Τόση δα. . . Νόμιζες ότι έβαλε πέτρες στις τσέπες της, να μην την πάρει ο άνεμος. Πως άλλοι για να πάνε μπαμ, στο πάτο; Ε, αυτή δεν την πήρε ο άνεμος. . . Εμένα πήρε ο πάτος της. Δεν είχα δει και τους άλλους, τους αξέχαστους, τους δικούς της που φύγανε από τα παράθυρα κυνηγημένοι - όχι σαν. Είχανε καταντήσει κουδουνίστρες που βγάζουν μοιρολόγια. Σηκώνανε και χέρι, σε στιλ ΄΄το αίμα μου πίσω και πάρε καριόλα να ΄χεις.΄΄
Εκείνη όμως ήξερε. 
Ήξερε.
Και φεύγανε νύχτα κυνηγημένοι - όχι σαν.
Να τους παίρνει ο διάολος και να τους γυρίζει πίσω, απ΄ όπου σκατά ήρθανε.
Και καθόταν μοναχούλα.
Ήρεμη αφού είχε πια την ερημιά να απλωθεί.

Έτσι πήγα.


Τώρα τα θυμάμαι για να ΄χω κάτι να μασάω.
Να μην δαγκώσω.


Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

τσακ μπαμ


 . . .ρουφιάνοι με σπουδές και όχι, λογικοί, απόψεις μόστρα και χιλιάρικο και από την άλλη ψίχα και γόπα αγκαζέ, μέσα σε μια χτυπημένη κούρσα που πήγε και γύρισε παντού, κάτω από το σπίτι μου πλάι σε γραμμένο Camarillo Brillo - με περιμένει να με πάρει να πάμε να υποδεχτούμε ένα μικροκαμωμένο θαύμα - από αυτά που τριγυρίζουν και δεν στοιχηματίζουν πάνω τους τάματα. Σε ρόλο ξεναγού, ρόλο επιθεώρησης και ο υποβολέας - Ήπιες δεκαέξι μπύρες. Τι παραπάνω άλλη μία;

 Ήμουν με ένα βιβλιαράκι - δανεικό κοκκινοκέφαλης 1,80 ποιήτριας - με κείμενα του τρομερού Μπέκετ και καθόμουν στο λεωφορείο. Πίσω μου μια μάνα με τον πιτσιρικά της. Από το αντίθετο ρεύμα έτρεχε ένα πυροσβεστικό με την σειρήνα του να ουρλιάζει. Ο πιτσιρίκος είπε στην μάνα του
- Φαντάσου μαμά να φτάσει το πυροσβεστικό στην φωτιά και ο άνθρωπος που καίγεται το σπίτι του να τους διώξει τους πυροσβέστες και να τους πει ΄΄Φύγετε, δεν θέλω να την σβήσετε την φωτιά. . . . Θέλω να την βλέπω. . .  Εσάς δεν σας θέλω. . .΄΄.

  Άκουσα την μάνα να λέει - Άσε τις βλακείες. . .  και την φαντάστηκα να προσέχει, πολλά χρόνια μετά τα εγγόνια της - Αφήστε βρε τις βλακείες. . . 
- Τότε γιαγιά, τι κάνουμε εδώ;

  Την άλλη μέρα ξεκίνησαν οι πυρκαγιές στην Αθήνα.

Ιούλης/2015




- Σκέψου τον Οιδίποδα.
- Ναι.
- Και η αιμομιξία να τιμωρείται με ευνουχισμό.
- Ναι.
- Ε, από τραγωδία θα γινόταν όπερα. Καστράτος ο Βασιλιάς. Και δως του ΟΟΟΟΟΟΟΟ. . . .
- Δεν το είχα σκεφτεί έτσι.
- Δεν έχεις τον χρόνο;

- Τραβάτε, ρε.
- ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΓΝΩΣΗ, ΜΟΝΟ ΜΕ ΠΕΝΤΕ ΕΥΡΩ. Ό,ΤΙ ΜΑΣ ΚΡΥΒΟΥΝ ΟΙ. . .
- Πιο κάτω την έχει τέσσερα.
- Άμα βγει τζάμπα η απαγορευμένη γνώση, να δεις τι έχει να γίνει. 
- Τι θα γίνει; Θα τον κλείσει τον πάγκο και. . .
-ΑΙΓΙΔΑ ΒΡΑΣΤΗ. . . ΑΙΓΙΔΑ ΒΡΑΣΤΗ. . .
- Πρόσεξε μην πεταχτεί κάνας Έρουλος που ξεχάστηκε εδώ και μας φάει τα αυτιά.
- Και μετά που θα ακουμπάνε τα γυαλιά μας.
- Το ένα μου έχει ήδη αχρηστευθεί. 
- Σου πέφτουν και τα δόντια.
- Και το μυαλό κουρκούτι.
- Από τις μπύρες.
- Κελεπούρι είσαι ρε.
- Εμπρός, προχωράτε.
- Αλλαγή παραστάσεων εδώ.
- Φύγαμε από την πόλη με τα φαγάδικα και τις εκκλησίες. 
- Πρέπει να έπεσε τόσο τσιμέντο όσο στο Σινικό Τείχος.
- Chinese Basement.
- Σινικό υπόγειο.
- Διαδικασία Ημέρευσης.
- Μπουζούκι που σκάβει.
- Που σκάει.
- Να και το σπίτι του Άκη.
- Για αυτόν έγραψε τον Τυφώνα ο Zimmerman.
- Αυτά τα λένε οι ανόμπελοι.
- Θα ήταν ωραίο να λέγανε τι θα τα κάνουν τα λεφτά του βραβείου.
-  Να λέγανε - Θα τα φάω όλα σε ζαχαρωτά.
- Στις πουτάνες.
- Σε ηχοσύστημα.
- Για την προώθηση. . .
- Χέστο. . . Αν είναι για προώθηση. . . Τα πιο πολλά θα φαγωθούν στο δρόμο.
- Και χωρίς λαχάνιασμα.
- Τσακ μπαμ.
- Ο άλλος μας έδωσε κλειδί για το σπίτι;
- Ναι, εδώ τα έχω. 
-  Η Μαρίκα θα έρθει;
- Γιατί να μην έρθει;
- Μπορώ να σκεφτώ 11 λόγους στο τσάκα τσάκα. . . .
- Σιγά. . . Εγώ μπορώ να σου πω 32. . . Αλλά πες τους.
- Με τόσο που ήπιες, ό,τι θες θα ακούσεις.
- Θα έρθει. Και τα μάτια της. . .
- Τι τα μάτια της;
- Φωτίζουν. . . Εκείνο το φως που πάνε καρσί τα κουνούπια και ξεραίνονται. . . Έτσι είναι και οι ματάρες της.
- Και εσύ κάνεις το κουνούπι.
- Ενίοτε. Κάνω και Σαρακατσάνο Κροκόδειλο.
- Μαλάκα. . .



Φλεβάρης/2017





Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

μ.


Ρέστα και ΄σένα μόνο περιμένω
σε αυτή την μουρλή τροχιά με δανεικά.


Όλα πάλι φρέσκα


Αμνησία στα χείλη και τσιγάρο
Όσα δόντια έμειναν περιμένουν στο σκοτάδι
Ψίχουλα τριμμένα και ψυχούλες απάτητες
                                                αφάγωτες.






Κυριακή 23 Απριλίου 2017

από το τσουβάλι

 
- Bongos απλωμένα γύρω μου, οργή, ένα μπουκάλι χωρίς ουϊσκι - άδειο δηλαδή. . . ποιός αφορεσμένος; - μια ξεπατωμένη ράτσα να κάνει ωτοστόπ, εύχες που χουφτώνουν και κατάρες που πιάνουν ( ή ανάποδα; για διαγώνια;), ανηψάκι που ρωτάει - Θείο, γιατί κουνάνε αυτοί το δάχτυλο; και θείος, περιμένοντας μια δεκαπενταετία αυτή την έρωτηση, απαντά - Γιατί δεν έχουν που να το βάλουν οι χαντούμηδες. . . Μια κιθάρα για προσάναμμα και ο τροβαδούρος - ερωτικός, τι άλλο; - δεμένος σε ένα πλάτανο, μετεωρίτης που έσκασε πάνω σε χουντικό νεκροταφείο και φωνάζανε οι νοσταλγοί - ΘΑΥΜΑ ΘΑΥΜΑ. . ., δυο χιλιάδες κόσμος να χορεύει ζεϊμπέκικο, γύρω γύρω, σαν σβούρα ή τρυπάνι μέχρι να βρεί πετρέλαιο να καούν όλα, να πάρουμε την ασφάλεια.


- Με τους πυραύλους στην πλάτη, πάει να βρεί την αγάπη.
- Ε;
- Cast your dance spell away, I promise I go under it.
-  Oh, hell, yes!

- Σαν συγκαμένος με την πλάτη φορτωμένη και όλες οι ανηφόρες οι καριόληδες τις φτιάξανε για εκείνον. Στις κατηφόρες όμως άντε να τον πιάσεις. Κατρακυλάει και γίνεται ένα με το φόρτωμα.
- Άντε να τον σταματήσεις.

- Έριχνε μια ματιά, μετά δεύτερη. . . Ύστερα σαν να μασούσε κάτι χωρίς γεύση και έβγαζε συμπέρασμα. Απόλυτος.
- Τι να τον τάισαν;
- Τίποτα. Από μόνος του, τις σάρκες, τα άντερα του.

 - Είναι σαν να βγήκαν από το ίδιο εργοστάσιο. Ίδια κοψιά, ίδιες κινήσεις, ίδια λογάκια και λογάρες ΝΑ.
- Εσύ δεν βγήκες από φάμπρικα;
- Ναι. Άλλα έκλεισε μόλις έβγαλε εμένα.
- Έσπασε το καλούπι που λένε.
- Καμία σχέση. Το κάψανε για να πάρουν την ασφάλεια. Εκεί άρπαξα, λιγάκι.

-  Ένιωθα ότι μας πλήρωνε ο γκούγκλις μεταφραστής. Καθόμασταν και λέγαμε αστεία στην κοπέλα. Στα αγγλικά. Πρέπει να είπαμε δυο τρία πετυχημένα γιατί η κοπέλα γελούσε. Ή ήταν ευγενική.



- Κοπανισμένο τατού.
- Δε-ρμα-το-στι-ξία.
- Πες το και έτσι. Να συνεχίσω;
- Συνέχα.
- Κοπανισμένο τατού πέριξ της κωλότρυπας.
- Και το σχέδιο;
- Η Κερκόπορτα. Ζωγραφιστή η καμάρα με προγόνους που τους τζαμάκωσαν αδιάβαστους και στην πύλη συνθήματα εναντίον και υπέρ, συνθήματα να ξαναμοιράσουμε τον κόσμο, εξομολογήσεις, δηλώσεις αγά. . .
- Κατάλαβα.

- Η μάνα μου ήταν από το Τσέρνομπιλ και ο πατέρας μου από ένα χωριό, έξω από την Πτολεμαϊδα.
- Και σε λένε Σίμο;
- Ναι.

Τρίτη 11 Απριλίου 2017

νουντλόραμα


   Έρχεται ο Μουστάκας με την γυναίκα του στην πόλη. Περιοδεία ο ερωτικός μετανάστης και εμείς υποδοχή. Χαμογελαστοί. ΄΄Μας έλειψες ρε, αλλά αυτό είναι το κακό. . . Σου λείπει κάποιος, κάποια, αλλά μόλις σκάσουν μπροστά σου, δεν σου λείπουν κι ας τα να πάνε στο διάολο. . .΄΄
 Θα αρχίσουμε τα αποικιοκρατικά με αξάν από το Κιουπκϊόι. How do you do, Ms Moustaka; How was your flight,  Ms Moustaka; ; Oh. . . On foot;  Here is Mr Garlick and here is Mr Votsis, concierge of darkness and oblivion. - Πως λένε ρε μαλάκα το ΄΄μεροδούλι, μεροφάι΄΄ στα ουγγρικά και πάει λέγοντας. Θα είμαστε κύριοι. Υποδοχή χωρίς ιπτάμενο χαλί και πανό.
  Ο γαμογελαστούλης φεύγει προς νῆσον - ξηρά, μαλάκες, γύρω γύρω θάλασσα - και μετά στο Μπόστον και Νιου Γιορκ. Θα μας φέρει ντόλαρς κολλαριστά, θα πει για τα στέκια - τις μπριζόλες ρε, κάτι μπριζόλες σαν πιάτο, να βάλεις φαΐ απάνω τους ή να τις στρώσεις να τον πάρεις λίγο -, για τις ατελείωτες λεωφόρους με τους ντούρους ουρανοξύστες και ίσα με εξήντα δυο χιλιάδες άστεγοι. Μπορεί να βρει κάνα πατριώτη, κάνα ψηφοφόρο του παιραιτηθέντα Σπύρο Αναγνωστόπουλος.
  Είναι και ο Κροίσος των Nudles. Φρεσκοκουρεμένος άρχοντας που ξεκινάει μια αυτοκρατορία με μακαρόνια παραβρασμένα, φίσκα στο μπαχάρι. Να τρως και να παπαριάζει η ψυχή σου. Ιαματικά ζυμαρικά. Θα ανοίξει ένα κιόσκι πρώτα στην Θεσσαλονίκη, κοντά στην Νέα Παραλία, που έχει τα ίδια μπαχάρια με την Παλιά και μετά θα εξαπλωθεί σαν επιδημία. Το όνομα της μυρωδάτης του αυτοκρατορίας; Nουντλόνειρο. Εγώ πέταξα την ιδέα να το βαφτίσει Νουντλόραμα. Ακούγεται πιο μυστικιστικό, με προϊστορία όπου ο ένας έσφαζε τον άλλον, με σκιές , χειρονομίες, σιωπές που αναλύονται, με συνταξιούχους μια φορά και ένα καιρό, με αχαχούχες προφήτες που δεν πρόβλεψαν τον θάνατο τους ή πάτησαν σκατά και σιχτίριζαν.Αν ευκαιρείς, να του στείλουμε βιογραφικό, μπας και μας πάρει. Είπε ότι θα παραβλέψει πολλά - την μάπα μας, κάποιες ιδεοληψίες που μας κατατρέχουν ( αλλά δεν μας δίνουν να φάμε - κάπου είχα ακούσει ΄΄Τι με χτυπάς ρε; Με ταΐζεις και με χτυπάς;΄΄). Θα τα σβήσει όλα και μπορεί να μας προσλάβει. Θετικός άνθρωπος. Θα αλλάξει η ζωή μας και δεν θα ξέρουμε τι θα κάνουμε. . . Για κάνα τέταρτο.



Κυριακή 19 Μαρτίου 2017

Προς Β.Θ.


 Γράφει ο Τέλλος Άγρας ( ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου που μια πληγή από ρημάδα αδέσποτη τα Δεκεμβριανά τον έστειλε με ταλαιπωρία διαβασμένο ) για τον Μαριάμπα του Σκαρίμπα' Ένα είδος μέθης, ζούρλιας, βίας - να γίνη κάτι καινούργιο, κάτι απίθανα παιγνιώδες, που άλλοτε ζευγαρώνει με τη φόρμα και γίνεται << ένα πλάσμα τιποτένιο και εξαίσιο>>, άλλοτε όμως απομένει ολομόναχο και χωρίς δικαίωση... << Αισθανόταν την αμηχανία του ποίημα. Σχεδόν το έλκυσμα, τη γοητεία της γκάφας>>, γράφει κάπου ο κ. Σκαρίμπας για τον ήρωα του. Το ίδιο θα μπορούσαμε και μεις να λέγαμε κάποτε για τον συγγραφέα. Αισθάνεται τη γοητεία της γκάφας. Παίζει. Άλλοτε ιδιοφυής, άλλοτε ασήμαντος...

 Αλλά γιατί όλα αυτά; Ε, αυτό είχα στην τσέπη του παλτού μου και πήγαινα. . . Όμως η  τελευταία φράση. . . Άλλοτε ιδιοφυής, άλλοτε ασήμαντος. Άνθρωποι, ρε. . . .

  Αλλά σε θυμήθηκα

  Σε θυμήθηκα ολόκληρο και κοντοκουρεμένο. Συνήθως θυμάμαι κάποιον που είναι δίπλα μου, μπροστά μου. Κάτι λεπτομέρειες, όλες αφορολόγητες. Αλλά χωρίς να είσαι εδώ, με βοήθησες.
 Είδα μια παλιά γνωστή όταν κατέβηκα πριν λίγες μέρες στο κέντρο. Πέρασε απο μπροστά μου, μου έριξε μια ματιά και συνέχισε. Της φώναξα. Γύρισε και ήρθε κοντά μου. ΄΄Χωρίς την μπύρα στο χέρι, δεν σε γνώρισα. . .΄΄. Το χάρηκα. Τι πνεύμα,ε; Στα λίγα δευτερόλεπτα, πέρασαν πολλά από το κεφάλι μου σαν απάντηση. Τότε σε θυμήθηκα. Τι θα έκανες; Το βρήκα.
 Έκανα ένα Χμμμμ. . . . και μάλλον κατάλαβε ότι βρίσκομαι στα ξενερώματα.
 Έφυγε.
 Αλλά δεν γαμοσταύρισα, δεν της έφαγα τα λαιμά. Ήμουν οπαδός σου εκείνη την στιγμή. ( Άραγε υπάρχει βουδιστής, παλαιστής του κατς; )
 Σκεφτόμουν και πράγματα μπροστά μου.
 Μουσικοί του δρόμου, κάτι μελωδίες ΝΑ και αυτοί με χαμόγελα να περιμένουν να αφήσουν οι περά δώθε, κάτι. Κάποιοι μάζευαν πολλά, άλλοι λιγότερα. Ένας έπαιζε τρεις ώρες και ρίξανε ένα πενηντάλεπτο μόνο. Το έριξε στο πιο πάνω καλλιτέχνη. Τρείς ώρες εξάσκηση. . . έτσι το σκέφτηκε. Ανεβαίνουν οι απαιτήσεις. . . Καμιά μέρα θα δούμε ένα πιάνο με ουρά, τρία βιολιά, δυο τσέλα και ένα μπαγλαμά να παίζει ουγγρικά βαλς στην Ναβαρίνου. Υπερπαραγωγές του δρόμου.
 Μια φορά συνόδευσα την Δ. σε κάτι τέτοιο. Εκείνη κοπανούσε το μπεντίρ και τα έλεγε ωραία και ΄γω λίγο πιο πέρα διάβαζα τα ημερολόγια του χορευταρά του Νιζίνσκι, έπινα τις μπύρες μου και άκουγα τα κλινκ κλίνκ, από τα κέρματα που τις ρίχνανε. Σαν νταβάς χωρίς όφελος. . . . Σε μιάμιση ώρα μάζεψε κάπου έξι ευρώ. Τα καλύτερα λόγια βέβαια, τα είπε μια κοπέλα που δεν έριξε τίποτα. Συγχαρητήρια και Ήσουν υπέροχη. . .  Όμορφα πράγματα.
  Κάθομαι στην στάση και χτυπιέμαι με το Zig Zag Wanderer, του Καπιτάνιου και της Μαγικής μπάντας του στα ακουστικά. Μια που μοιάζει με την αδερφή σου με πλησιάζει και μου λέει Ωραία χορεύεις.
- Ε; 
- Ωραία το πας. 
- Όχι. . . Απλώς κατουριέμαι.

 Γελάει και μου δείχνει το στενό στην Ιπποδρομίου να πάω να ξαλαφρώσω. Ένας πιο πέρα φωνάζει Μια δεκαπεντάχρονη θέλω. . . 
 Λίγο πιο μέτα ένα ζευγάρι πιο πέρα. Κεφαλοκλείδωμα, χάχανα. Σκέφτομαι να λέει εκείνη

- Με αγαπάς;
- Ουουου, πολύ.
- Πόσο;
- Από Βούλγαρη μέχρι την Bratislava.

  Μετά στριμωξίδι στο λεωφορείο, να γυρίσω στα πυρηνικά δυτικά. Γύρω σαρδέλες προς διασκέδαση. Βυζούδες με χαρ χαρ χαρ και καβλωμένοι, πλαγιοκουρεμένοι με άλλα χαρ χαρ χαρ. Όλοι προς διασκέδαση και να δω ποιος θα πηδήξει.
 Βυθίζομαι.
 Λέω το όνομα της, σαν ξόρκι που διώχνει το κακό ( η διπλανή κοιτάει περιέργα. . . Τι ΄΄Μαρία΄΄΄;) και όλα καλύτερα. Όλα.


 Φτάνω καλά.

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

ένας μαλάκας να σηκώσει το χέρι

  
Αναρχοφεμινιστικά συνθήματα στους τοίχους στο κέντρο της πόλης και θυμήθηκα τότες που πήγες να με σκοτώσεις ολίγο σε εκείνο το κολπάκι με τα σκαλιά. Σκατοψυχούσα, κορόιδευα ενώ έβγαινα από το σπίτι σου,  κουνώντας τα χέρια μου, να δώσω σχήμα στην ξεφτίλα και την ματαιότητα των πραγμάτων γύρω μας. . . Βάλε και αυτόν τον άχρηστο που αγάπησες για να σου μετρήσει τα παΐδια μετά.  . . Βάλε και την άρνηση σου να πάω να μετρήσω τα δικά του δυο φόρες, για σιγουριά. . . Άχρηστος κι εγώ. . .  Οπότε δως του κοροϊδία. . . Τότε έκανα το λάθος να σου γυρίσω την πλάτη. Μου έσκασες μια σπρωξιά και έφυγα τέσσερα, πέντε σκαλιά κάτω. . . Γλίστρα αλλά δεν κατρακύλησα. Σηκώθηκα και ανέβηκα με δυο βήματα όλα τα σκαλιά να σε βούτηξω, να γίνουμε ένα ωραίο ακροβατικό στην σκάλα αλλά πρόλαβες και μπήκες μέσα. Γαμημένε χαχαχαχαχαχαρ. . . . Και μου άφησες όλες τις μπύρες. . . . και δως του γέλιο. Τράβηξα μια καλή στην πόρτα και έμεινε αναμνηστικό ένα μικρό λακκάκι, σαν αυτό που εμφανίζεται στην μάπα μου όταν χαμογελάω και λες ότι σου αρέσει.  Τότε βγήκε η γειτόνισσα από το δίπλα διαμέρισμα, με την νυχτικιά, σαν μαδημένη μπομπονιέρα και φώναζε να σκάσουμε επιτέλους και τι πράγματα είναι αυτά. Της είπα Όλα θα πάνε καλά και Νεκροί δεν υπάρχουν. Την ηρέμησα με ένα αστειάκι για τον Φ.Π.Α. που ανεβαίνει και μας τρώει την ζωή, της είπα ότι είσαι μουρλή και δεν σε έχουν μαζέψει ακόμα αλλά φεύγεις σε κάνα μήνα για τον Αλή Γαμιά στην Καβάλα. Ησύχασε. Ησύχασα και ΄γω. 

Εσύ;

3/3/17