Κυριακή 23 Απριλίου 2017

από το τσουβάλι

 
- Bongos απλωμένα γύρω μου, οργή, ένα μπουκάλι χωρίς ουϊσκι - άδειο δηλαδή. . . ποιός αφορεσμένος; - μια ξεπατωμένη ράτσα να κάνει ωτοστόπ, εύχες που χουφτώνουν και κατάρες που πιάνουν ( ή ανάποδα; για διαγώνια;), ανηψάκι που ρωτάει - Θείο, γιατί κουνάνε αυτοί το δάχτυλο; και θείος, περιμένοντας μια δεκαπενταετία αυτή την έρωτηση, απαντά - Γιατί δεν έχουν που να το βάλουν οι χαντούμηδες. . . Μια κιθάρα για προσάναμμα και ο τροβαδούρος - ερωτικός, τι άλλο; - δεμένος σε ένα πλάτανο, μετεωρίτης που έσκασε πάνω σε χουντικό νεκροταφείο και φωνάζανε οι νοσταλγοί - ΘΑΥΜΑ ΘΑΥΜΑ. . ., δυο χιλιάδες κόσμος να χορεύει ζεϊμπέκικο, γύρω γύρω, σαν σβούρα ή τρυπάνι μέχρι να βρεί πετρέλαιο να καούν όλα, να πάρουμε την ασφάλεια.


- Με τους πυραύλους στην πλάτη, πάει να βρεί την αγάπη.
- Ε;
- Cast your dance spell away, I promise I go under it.
-  Oh, hell, yes!

- Σαν συγκαμένος με την πλάτη φορτωμένη και όλες οι ανηφόρες οι καριόληδες τις φτιάξανε για εκείνον. Στις κατηφόρες όμως άντε να τον πιάσεις. Κατρακυλάει και γίνεται ένα με το φόρτωμα.
- Άντε να τον σταματήσεις.

- Έριχνε μια ματιά, μετά δεύτερη. . . Ύστερα σαν να μασούσε κάτι χωρίς γεύση και έβγαζε συμπέρασμα. Απόλυτος.
- Τι να τον τάισαν;
- Τίποτα. Από μόνος του, τις σάρκες, τα άντερα του.

 - Είναι σαν να βγήκαν από το ίδιο εργοστάσιο. Ίδια κοψιά, ίδιες κινήσεις, ίδια λογάκια και λογάρες ΝΑ.
- Εσύ δεν βγήκες από φάμπρικα;
- Ναι. Άλλα έκλεισε μόλις έβγαλε εμένα.
- Έσπασε το καλούπι που λένε.
- Καμία σχέση. Το κάψανε για να πάρουν την ασφάλεια. Εκεί άρπαξα, λιγάκι.

-  Ένιωθα ότι μας πλήρωνε ο γκούγκλις μεταφραστής. Καθόμασταν και λέγαμε αστεία στην κοπέλα. Στα αγγλικά. Πρέπει να είπαμε δυο τρία πετυχημένα γιατί η κοπέλα γελούσε. Ή ήταν ευγενική.



- Κοπανισμένο τατού.
- Δε-ρμα-το-στι-ξία.
- Πες το και έτσι. Να συνεχίσω;
- Συνέχα.
- Κοπανισμένο τατού πέριξ της κωλότρυπας.
- Και το σχέδιο;
- Η Κερκόπορτα. Ζωγραφιστή η καμάρα με προγόνους που τους τζαμάκωσαν αδιάβαστους και στην πύλη συνθήματα εναντίον και υπέρ, συνθήματα να ξαναμοιράσουμε τον κόσμο, εξομολογήσεις, δηλώσεις αγά. . .
- Κατάλαβα.

- Η μάνα μου ήταν από το Τσέρνομπιλ και ο πατέρας μου από ένα χωριό, έξω από την Πτολεμαϊδα.
- Και σε λένε Σίμο;
- Ναι.

Τρίτη 11 Απριλίου 2017

νουντλόραμα


   Έρχεται ο Μουστάκας με την γυναίκα του στην πόλη. Περιοδεία ο ερωτικός μετανάστης και εμείς υποδοχή. Χαμογελαστοί. ΄΄Μας έλειψες ρε, αλλά αυτό είναι το κακό. . . Σου λείπει κάποιος, κάποια, αλλά μόλις σκάσουν μπροστά σου, δεν σου λείπουν κι ας τα να πάνε στο διάολο. . .΄΄
 Θα αρχίσουμε τα αποικιοκρατικά με αξάν από το Κιουπκϊόι. How do you do, Ms Moustaka; How was your flight,  Ms Moustaka; ; Oh. . . On foot;  Here is Mr Garlick and here is Mr Votsis, concierge of darkness and oblivion. - Πως λένε ρε μαλάκα το ΄΄μεροδούλι, μεροφάι΄΄ στα ουγγρικά και πάει λέγοντας. Θα είμαστε κύριοι. Υποδοχή χωρίς ιπτάμενο χαλί και πανό.
  Ο γαμογελαστούλης φεύγει προς νῆσον - ξηρά, μαλάκες, γύρω γύρω θάλασσα - και μετά στο Μπόστον και Νιου Γιορκ. Θα μας φέρει ντόλαρς κολλαριστά, θα πει για τα στέκια - τις μπριζόλες ρε, κάτι μπριζόλες σαν πιάτο, να βάλεις φαΐ απάνω τους ή να τις στρώσεις να τον πάρεις λίγο -, για τις ατελείωτες λεωφόρους με τους ντούρους ουρανοξύστες και ίσα με εξήντα δυο χιλιάδες άστεγοι. Μπορεί να βρει κάνα πατριώτη, κάνα ψηφοφόρο του παιραιτηθέντα Σπύρο Αναγνωστόπουλος.
  Είναι και ο Κροίσος των Nudles. Φρεσκοκουρεμένος άρχοντας που ξεκινάει μια αυτοκρατορία με μακαρόνια παραβρασμένα, φίσκα στο μπαχάρι. Να τρως και να παπαριάζει η ψυχή σου. Ιαματικά ζυμαρικά. Θα ανοίξει ένα κιόσκι πρώτα στην Θεσσαλονίκη, κοντά στην Νέα Παραλία, που έχει τα ίδια μπαχάρια με την Παλιά και μετά θα εξαπλωθεί σαν επιδημία. Το όνομα της μυρωδάτης του αυτοκρατορίας; Nουντλόνειρο. Εγώ πέταξα την ιδέα να το βαφτίσει Νουντλόραμα. Ακούγεται πιο μυστικιστικό, με προϊστορία όπου ο ένας έσφαζε τον άλλον, με σκιές , χειρονομίες, σιωπές που αναλύονται, με συνταξιούχους μια φορά και ένα καιρό, με αχαχούχες προφήτες που δεν πρόβλεψαν τον θάνατο τους ή πάτησαν σκατά και σιχτίριζαν.Αν ευκαιρείς, να του στείλουμε βιογραφικό, μπας και μας πάρει. Είπε ότι θα παραβλέψει πολλά - την μάπα μας, κάποιες ιδεοληψίες που μας κατατρέχουν ( αλλά δεν μας δίνουν να φάμε - κάπου είχα ακούσει ΄΄Τι με χτυπάς ρε; Με ταΐζεις και με χτυπάς;΄΄). Θα τα σβήσει όλα και μπορεί να μας προσλάβει. Θετικός άνθρωπος. Θα αλλάξει η ζωή μας και δεν θα ξέρουμε τι θα κάνουμε. . . Για κάνα τέταρτο.



Κυριακή 19 Μαρτίου 2017

Προς Β.Θ.


 Γράφει ο Τέλλος Άγρας ( ψευδώνυμο του Ευάγγελου Ιωάννου που μια πληγή από ρημάδα αδέσποτη τα Δεκεμβριανά τον έστειλε με ταλαιπωρία διαβασμένο ) για τον Μαριάμπα του Σκαρίμπα' Ένα είδος μέθης, ζούρλιας, βίας - να γίνη κάτι καινούργιο, κάτι απίθανα παιγνιώδες, που άλλοτε ζευγαρώνει με τη φόρμα και γίνεται << ένα πλάσμα τιποτένιο και εξαίσιο>>, άλλοτε όμως απομένει ολομόναχο και χωρίς δικαίωση... << Αισθανόταν την αμηχανία του ποίημα. Σχεδόν το έλκυσμα, τη γοητεία της γκάφας>>, γράφει κάπου ο κ. Σκαρίμπας για τον ήρωα του. Το ίδιο θα μπορούσαμε και μεις να λέγαμε κάποτε για τον συγγραφέα. Αισθάνεται τη γοητεία της γκάφας. Παίζει. Άλλοτε ιδιοφυής, άλλοτε ασήμαντος...

 Αλλά γιατί όλα αυτά; Ε, αυτό είχα στην τσέπη του παλτού μου και πήγαινα. . . Όμως η  τελευταία φράση. . . Άλλοτε ιδιοφυής, άλλοτε ασήμαντος. Άνθρωποι, ρε. . . .

  Αλλά σε θυμήθηκα

  Σε θυμήθηκα ολόκληρο και κοντοκουρεμένο. Συνήθως θυμάμαι κάποιον που είναι δίπλα μου, μπροστά μου. Κάτι λεπτομέρειες, όλες αφορολόγητες. Αλλά χωρίς να είσαι εδώ, με βοήθησες.
 Είδα μια παλιά γνωστή όταν κατέβηκα πριν λίγες μέρες στο κέντρο. Πέρασε απο μπροστά μου, μου έριξε μια ματιά και συνέχισε. Της φώναξα. Γύρισε και ήρθε κοντά μου. ΄΄Χωρίς την μπύρα στο χέρι, δεν σε γνώρισα. . .΄΄. Το χάρηκα. Τι πνεύμα,ε; Στα λίγα δευτερόλεπτα, πέρασαν πολλά από το κεφάλι μου σαν απάντηση. Τότε σε θυμήθηκα. Τι θα έκανες; Το βρήκα.
 Έκανα ένα Χμμμμ. . . . και μάλλον κατάλαβε ότι βρίσκομαι στα ξενερώματα.
 Έφυγε.
 Αλλά δεν γαμοσταύρισα, δεν της έφαγα τα λαιμά. Ήμουν οπαδός σου εκείνη την στιγμή. ( Άραγε υπάρχει βουδιστής, παλαιστής του κατς; )
 Σκεφτόμουν και πράγματα μπροστά μου.
 Μουσικοί του δρόμου, κάτι μελωδίες ΝΑ και αυτοί με χαμόγελα να περιμένουν να αφήσουν οι περά δώθε, κάτι. Κάποιοι μάζευαν πολλά, άλλοι λιγότερα. Ένας έπαιζε τρεις ώρες και ρίξανε ένα πενηντάλεπτο μόνο. Το έριξε στο πιο πάνω καλλιτέχνη. Τρείς ώρες εξάσκηση. . . έτσι το σκέφτηκε. Ανεβαίνουν οι απαιτήσεις. . . Καμιά μέρα θα δούμε ένα πιάνο με ουρά, τρία βιολιά, δυο τσέλα και ένα μπαγλαμά να παίζει ουγγρικά βαλς στην Ναβαρίνου. Υπερπαραγωγές του δρόμου.
 Μια φορά συνόδευσα την Δ. σε κάτι τέτοιο. Εκείνη κοπανούσε το μπεντίρ και τα έλεγε ωραία και ΄γω λίγο πιο πέρα διάβαζα τα ημερολόγια του χορευταρά του Νιζίνσκι, έπινα τις μπύρες μου και άκουγα τα κλινκ κλίνκ, από τα κέρματα που τις ρίχνανε. Σαν νταβάς χωρίς όφελος. . . . Σε μιάμιση ώρα μάζεψε κάπου έξι ευρώ. Τα καλύτερα λόγια βέβαια, τα είπε μια κοπέλα που δεν έριξε τίποτα. Συγχαρητήρια και Ήσουν υπέροχη. . .  Όμορφα πράγματα.
  Κάθομαι στην στάση και χτυπιέμαι με το Zig Zag Wanderer, του Καπιτάνιου και της Μαγικής μπάντας του στα ακουστικά. Μια που μοιάζει με την αδερφή σου με πλησιάζει και μου λέει Ωραία χορεύεις.
- Ε; 
- Ωραία το πας. 
- Όχι. . . Απλώς κατουριέμαι.

 Γελάει και μου δείχνει το στενό στην Ιπποδρομίου να πάω να ξαλαφρώσω. Ένας πιο πέρα φωνάζει Μια δεκαπεντάχρονη θέλω. . . 
 Λίγο πιο μέτα ένα ζευγάρι πιο πέρα. Κεφαλοκλείδωμα, χάχανα. Σκέφτομαι να λέει εκείνη

- Με αγαπάς;
- Ουουου, πολύ.
- Πόσο;
- Από Βούλγαρη μέχρι την Bratislava.

  Μετά στριμωξίδι στο λεωφορείο, να γυρίσω στα πυρηνικά δυτικά. Γύρω σαρδέλες προς διασκέδαση. Βυζούδες με χαρ χαρ χαρ και καβλωμένοι, πλαγιοκουρεμένοι με άλλα χαρ χαρ χαρ. Όλοι προς διασκέδαση και να δω ποιος θα πηδήξει.
 Βυθίζομαι.
 Λέω το όνομα της, σαν ξόρκι που διώχνει το κακό ( η διπλανή κοιτάει περιέργα. . . Τι ΄΄Μαρία΄΄΄;) και όλα καλύτερα. Όλα.


 Φτάνω καλά.

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

ένας μαλάκας να σηκώσει το χέρι

  
Αναρχοφεμινιστικά συνθήματα στους τοίχους στο κέντρο της πόλης και θυμήθηκα τότες που πήγες να με σκοτώσεις ολίγο σε εκείνο το κολπάκι με τα σκαλιά. Σκατοψυχούσα, κορόιδευα ενώ έβγαινα από το σπίτι σου,  κουνώντας τα χέρια μου, να δώσω σχήμα στην ξεφτίλα και την ματαιότητα των πραγμάτων γύρω μας. . . Βάλε και αυτόν τον άχρηστο που αγάπησες για να σου μετρήσει τα παΐδια μετά.  . . Βάλε και την άρνηση σου να πάω να μετρήσω τα δικά του δυο φόρες, για σιγουριά. . . Άχρηστος κι εγώ. . .  Οπότε δως του κοροϊδία. . . Τότε έκανα το λάθος να σου γυρίσω την πλάτη. Μου έσκασες μια σπρωξιά και έφυγα τέσσερα, πέντε σκαλιά κάτω. . . Γλίστρα αλλά δεν κατρακύλησα. Σηκώθηκα και ανέβηκα με δυο βήματα όλα τα σκαλιά να σε βούτηξω, να γίνουμε ένα ωραίο ακροβατικό στην σκάλα αλλά πρόλαβες και μπήκες μέσα. Γαμημένε χαχαχαχαχαχαρ. . . . Και μου άφησες όλες τις μπύρες. . . . και δως του γέλιο. Τράβηξα μια καλή στην πόρτα και έμεινε αναμνηστικό ένα μικρό λακκάκι, σαν αυτό που εμφανίζεται στην μάπα μου όταν χαμογελάω και λες ότι σου αρέσει.  Τότε βγήκε η γειτόνισσα από το δίπλα διαμέρισμα, με την νυχτικιά, σαν μαδημένη μπομπονιέρα και φώναζε να σκάσουμε επιτέλους και τι πράγματα είναι αυτά. Της είπα Όλα θα πάνε καλά και Νεκροί δεν υπάρχουν. Την ηρέμησα με ένα αστειάκι για τον Φ.Π.Α. που ανεβαίνει και μας τρώει την ζωή, της είπα ότι είσαι μουρλή και δεν σε έχουν μαζέψει ακόμα αλλά φεύγεις σε κάνα μήνα για τον Αλή Γαμιά στην Καβάλα. Ησύχασε. Ησύχασα και ΄γω. 

Εσύ;

3/3/17


Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017


Στην Γ.Δ.

πως ηχογραφούσε ο λατερνατζής o Bach

πως με μια κοροϊδία και με ταχύτητες κομμένου φωτός

πως μεθυσμένος πετούσε χώμα και λουλούδια στην άσφαλτο

πως χορτάτος με τα δόντια σάπια, σκόρπια

πως οι γιατροί έχουν κέφια και αυτοσχεδιάζουν

πως τα καπέλα μένουν τελικά και όχι τα κεφάλια

πως το δέρμα και η καθαρή του απόδοση

πως δεν περισσεύουν άλλες καρδιές

πως οι κανίβαλοι απήργησαν και ο ευνουχισμένος

την τρελή πια δεν την φοβάται

πως ικανοί για τίποτα το νηφάλιο

τσακισμένοι απ' ό,τι χαζό και απ΄ αύριο



πως από μια διαίρεση βγαίνει εξουσία 

και το μηδέν κομμένο στην μέση

χαμόγελο που κυλάει από τον παλιό το δρόμο



τώρα

μελωδίες από Σινικό υπόγειο

σήματα μορς με κουτουλίδια και φιλιά,

μακελειό, γκελ στις αγκαλιές

τακούνια να ανηφορίζουν τον Γολγοθά

GPS με την φωνή του Ιωάννου Μεταξά

επιστροφή με τα τέσσερα στις παρεξηγήσεις

στα συμπληρώματα

στις υπερβολές

στους μύθους


καμιά προκοπή
και τέλος

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

τ.


 Αφήνουμε την Θεσσαλονίκη βράδυ αρματωμένοι. Κατρακύλα στην Αθήνα. Ταξιδεύω με έναν άγγελο με κοκκινισμένη από το κρύο μύτη. Άοπλος, αόρκιστος εγώ στον στρατό, ο άλλος στην αναπαράσταση της Μάχης στο Καλπάκι. Περιηγητής.
 Απέναντι μας μια κυρία για Λιανοκλάδι. - Από το Ντίσελντορφ ήρθα και θα ρθουν να με πάρουν, θα ρθουν να με πάρουν, τρεις η ώρα θα σηκωθούν να 'ρθούν να με πάρουν. Εσείς; Εκδρομείς; Εμένα θα έρθουν να με πάρουν. . .
 Όχι ρεμούλας και φοροαπαλλαγής, απλοί εκδρομείς, εμείς. Κατρακύλα για Αθήνα. Συστημένοι.
Το βαγόνι ήρεμο σχετικά. Ούτε παρεούλες με μπηχτοιστόριες - Στα τέσσερα κι ας είναι δεκατέσσερα και να σου τρίβεται και πέτρα εγώ -  ούτε φαντάροι, μόνο ένας να ψάχνει με το λουκάνικο στον ώμο την θέση του - Για την Πατρίδα ρε, τι να κάνεις;
 Ύπνος, ναι και όχι, τσιγάρο στην στάση, δέκα λεπτά, στο Παλαιοφάρσαλο, ο παραδιπλάνος να ξέρει σε ποιο βαγόνι ειναι το κυλικείο όταν τον ρωτάω αλλά και όταν δεν τον ρωτάω ότι αυτοί οι πούστηδες οι μασόνοι όλοι, αποκαϊδια, το μπουρδέλο πως να το κάνουν μέγαρο, μαλάκες εγώ καλά σας τα έλεγα και φτάνουμε ξημέρωμα, χωρίς να έχει κάνει κακό ο ένας στον άλλο.

Ίσως δεν ακούω καλά.

 Καφές στο σταθμό Λαρίσης και μετά στάση έξω από την Βουλή. Ένα μαύρο κωλόπραμα σύννεφο από πάνω της.
 Πιο κάτω από την Όμονοια κατοικοεδρεύουμε. Χαμόγελο, καλή καρδιά και φιλοξενία. Το έχουμε σαν ορμητήριο και κάθε πρώι πάνω κάτω με πόδια. Να βρούμε εικόνες. Να πιάσουμε ατάκες. Εκ του ασφαλούς στο ύψος των παραστάσεων

από το τσουβάλι

- Μπαμπαταράντουλος.
- Coooneheads.
- Προχωράτε.
- Από που είστε;
- Ένας Σαρακατσάνοσουρδος στο Γκάζι.
- Όχι, Ερούλοι είμαστε.
- Ποιο αιώνα ξεπάτωσαν αυτοί, το Θησείο και τα πέριξ;
- Τον τρίτο.
- Ρε χαμένοι. . .
- Προχωράμε.
- Που πήγε το Μαρικάκι;
- Να χαιρετήσει τον Γκοντάρ και φεύγουμε.
- Ακοινώνητοι που είμαστε. Έπρεπε να πάμε να κουνήσουμε κεφάλα και εμείς.
- Να πάρεις παυσίπονα από το περίπτερο.
- Τι ματάρες που έχει.
- Σαν εκείνα τα φώτα που ξεκάνουν τα κουνούπια.
- Μπρος.


Χάλκινα μέσα μου ενώ λαχανιάζω στις αναφορές.
Εμβατήρια κοφτά, άνεμοι να μουντζώνουν την πόλη.
Κοροϊδεύω.
Χαμογελάει.
Δεν είμαι ο Bobby Brown.
Όχι άχρηστο δίκιο όταν μιλώ. Τίποτα.
Μόνο μαζεύω τα χαρτάκια από τα καρέλια, να σου δώσω ένα μικρό πάκο, να το κάνεις με λίγες κινήσεις - σαν να τις ξέρεις εσύ μόνο - καραβάκια.
Χάλκινα μέσα μου, εκείνη απ΄ έξω.
Μουσική, δική της.

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Β. & Λ.

χαζή καρδιά
καλή καρδιά
όταν ξαναμοιράσεις τον κόσμο
να θυμηθείς μόνο τα καλά μας

και τα άλλα στον αγύριστο

από εκεί που ξεκινήσαμε
σαν αστείο
και μας πήγανε καροτσάκι
                             καρσί
για άλλα αστεία ( θιάσος απλήρωτος - τσούρμο αγαθομούνικο
να αναρωτιέται για το καιρό
και ποιός ψόφησε από τα γέλια ).
 

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

Being happy is part of being crazy, λέει. . .



 Από τα ΚΤΕΛ ποδαράτι μέχρι το σπίτι. Τι ωραία να ακούω την φωνή σου, σαν να με πιάνεις από το χέρι και λες μην δίνεις σημασία, προχώρα, μια ανάσα μια επιτύχια - τσιγαρόβηχας με ηχώ, Μαρίκα μου, τον συνεχίζω εγώ και κάνω ότι πνίγομαι. Πρόβες, ματάρες μου. Πρόβες, μια δεκαπενταετία. . . και ζούμε. Τα χουφτώνω όλα από την αρχή και οι ιστορίες μου τελειώνουν - όταν τελειώνουν οι ιστορίες, τελειώνουν και οι φίλοι. Μούρες μένουν μόνο.

Τριγυρίζω στους γέρους πάλι. Ιστορίες, ιστορίες, ιστορίες - όχι συμπεράσματα, όχι αριθμοί. Τα υπόλοιπα παπατζιλίκι. Έστω και καλοπροαίρετο.

Χθες ξενάγησα ένα Γάλλο κάπου είκοσι χρονών που μπλέχτηκε με οικολογία και πολιτική και ήρθε στην Θεσσαλονίκη να βρει άλλους με τις ίδιες ανησυχίες να τα πούνε και να οργανωθούν.

Είχατε το ίδιο μπόι αλλά αυτός ήταν καστανόξανθος με γένια και μιλούσε τα γαλλικά καλύτερα από εσένα.

 Δεν του είπα Zoot Allures. Ήμανε καλός. 
Όπως στην Αθήνα.

Τον γύρισα όλο το κέντρο και έλεγα ό,τι θυμόμουν με τα σπασμένα αποικιοκρατικά μου για τις εκκλησίες και τα φαγάδικα, για το κοτζαμάνικο. Σταματούσα πότε πότε στα περίπτερα για καμιά μπύρα. Ο Γάλλος - Τίο τον λέγανε - με ρώτησε γιατί πίνω. Του είπα ότι φταίει ο πούστης ο Petain. Γέλασε και συνεχίσαμε. Τον ρώτησα και για τον Celine, μου είπε Voyage au bout de la nuit και κούνησα την κεφάλα μου.

Τον άφησα και εκεί που θα τα έλεγε με τους άλλους και γύρισα σπίτι.

  Δεν βγάζω συμπεράσματα ούτε συγκρίνω πια.
  Τις μάγισσες δεν τις έκαψα.
  Τις άφησα να φέξουν μοναχούλες τους.
  Κάψανε άλλους,
  κάνανε και παιδιά.

       Δεν άλλαξαν πολλά. . . Τα ρούχα μόνο.

      Τηλέφωνο από Γερμανία.