Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

Νίκο,



χωρίς να σε υποστηρίξει κανείς, Νίκο
είσαι πάντα με τις μικρές ομάδες.

ο ερευνήτης του παράξενου 
και κάπου πενήντα μπύρες παραπέρα
χώνομαι, ερευνητής του γελοίου.
να ανταμωθούμε για δανεικά.


με όλες τις σεβαστές σου αδυναμίες
ζωντανός απέχοντας από τις κακοτοπιές
και την κάθε ημερομηνία λήξης
- χωρίς να την αγνοείς
ή να την παραμυθιάζεις -
με όλες τις παράξενες ιστορίες
να μην τελειώνουν όπως
οι ταινίες που παίζεις
κάθε μέρα
στην κάθε σου ζωή.

Καλύτερη καρδιά

στον Ν.Ν.Ν.Ν.


   Τι ωραίος που ήτανε. Πλάι στα τρένα έβραζε, ούρλιαζε και τίποτα δεν μπορούσε να τον πειράξει. Κοιτάζανε, άλλοι τρομαγμένοι και άλλοι με την έκπληξη ΄΄τι φρούτο είναι αυτό; τι ήπιε; τι θέλει;΄΄ - όπως ένα βράδυ στην πλατεία Ελευθερίας στην Κοζάνη - αλλά κανείς δεν μίλησε. 
  Ό,τι ήταν να περάσει από πάνω του, πέρασε με καμάρι. Είχανε τον χρόνο για σκατομοιράσιες οι σκοταδόψυχοι. Μα αυτός έμενε στο ίδιο σημείο και πιο πέρα. Δεν θα καταλάβουν ποτέ, τίποτα. Το πολύ, πολύ να νομίσουν ή να νιώσουν λιγάκι, για λίγο. Μα ξέρει κι ας είναι η υγεία του για τα πανηγύρια. Το παρόν στους νεκροθάφτες, το μέλλον στους αρχαιολόγους. Τα υπόλοιπα για να έχουνε να να λένε. Αλλά και να μην έχουνε θα λένε.



  Ήταν όμως δυνατός και όμορφος εκείνο το βράδυ. Κάπως επικίνδυνος - για εκείνον. Όχι ρολόι σκέτο. Τσουλώντας εμφανίστηκε πλάι του ο φίλος του. Με εκείνο το χαμόγελο του, από πάντα, άκουγε και μιλούσε λίγο. . . Τον πήρε και γύριζαν την πόλη με τις εκκλησιές και τα φαγάδικα - κι άλλο τίποτα ( τι καμάρι άνετο. . . ). Παραπατούσε, φώναζε, έλεγε τις ίδιες ιστορίες με άλλο τρόπο. . . Ο τρόπος, αυτό είναι, το πως θα πονέσεις όταν σε ρημάξουν, το πως θα πουληθείς όταν δεν σε αγοράζουν. Αλλά όταν μιλούσε ο τρόπος άλλαζε. . . Πρόσθετε, αφαιρούσε, γαμοσταύριζε υπέρ εαυτού. . . Να συζητήσεις μαζί του, δεν γινόταν. . . Όχι γιατί άκουγε μόνο αυτά που έλεγε, αλλά γιατί καιγόταν, γιατί είχε όλα τα δίκια, τα δεσμά δικά του. Μόνο για εκείνο το βράδυ.
  Βουτούσε πράγματα, όχι βιδωμένα στην γη, τα πήγαινε παρακάτω και τα πετούσε. . . Ένα ηλίθιο φυτό μαζί με την γλάστρα βρέθηκε στο χέρι του και από εκεί στην θάλασσα. . . Τον κοιτούσαν όλοι και ο φίλος του ένιωθε ότι συνοδεύει την πιο όμορφη γυναίκα. . .  



  Κάποια στιγμή ένιωσε να χάνεται και είπε να γυρίσουν πίσω. Επιστροφή, μπύρα φθηνή, μπύρα πιο φθηνή, φθηνότερη - την γεύση θα κοιτάξουμε τώρα; - ήξερε το τέρας όλα τα περίπτερα - μπουρδέλα λουξ, ιταλικό πλακάκι να κοπάνανε τα τακούνια και στο τέλος Κορδελιό. Όταν μπήκαν στην κούρσα, έλεγε κομματιασμένα πράματα. . . Ό,τι θυμόταν και χαρά καμία. Χαρά χειροπιαστή, δηλαδή. Όλα στα λόγια και στα σάλια. Πήρε ένα ένα ασημί μαρκαδόρο και έγραψε στο ταμπλό του αμαξιού, ΄΄Χαμόγελό χωρίς γιατί΄΄.  Με δυο τόνους. Έτσι, πιο σωστά.

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016

α. 03:30


  Ξηροκρήνη.
  
- Αυτά τα μάρμαρα πρέπει να πάνε στον τρίτο όροφο. Αλλά μην ανησυχείτε, ασανσέρ δεν υπάρχει. Θα ξεμουδιάσατε λιγάκι και αν τα σπάσετε, θα γράψω το όνομα σας πάνω τους.

  Μάρμαρο καλλιγραφία δηλαδή. Τα βλέπεις και στον Άι Δημήτρη, και αλλού.
 Ανεβάζουμε με όση ψυχή μας άφησαν. Ευτυχώς η μέση δεν νιώθει τίποτα και οι ώμοι έχουν πατικωθεί, ιστορικά πια. Ο άλλος έχει εκατομμύρια και μας γαμάει το πακέτο - είναι βαριά, είναι ωραία τα τσιγάρα σας - και προσπαθεί να κόψει από παντού, να μας δώσει όσα λιγότερα μπορεί. Είμαστε - είναι βέβαιο, το ξέρει, έτσι πέφτει και κοιμάται κάθε βράδυ - φτιαγμένοι για αυτόν.

- Έτσι βγαίνουν τα εκατομμύρια ρε. . . Φτωχομπινεδιάρικα κόλπα και οικονομία.
- Οικονομολόγε μου. . . 

  Σκάει πάλι ο παραλής ο Τράκας, την ώρα που κάτσαμε να πάρουμε μια ανάσα - Σε πέντε λεφτά, ξεκινάτε, τελειώνει το διάλειμμα. . . Άντε. . . και μας δείχνει το ρολόι του.

- Στην Ρωσία, ρε, για κάτι τέτοια  σφάξανε κάτι μουράκλες σαν και εσένα. . . πετάγεται αυτός που φεύγει σε μια βδομάδα για Γερμανία. Πιάνει και τα αρχίδια του, για να δώσει έμφαση.

- Α, ναι; Γιατί; - δείχνει ενδιαφέρον ο Τράκας.
- Πάνω από το κεφάλι τους, συνέχεια, να τους λένε - Σε πέντε, σε δέκα λεπτά. . . κοπανούσαν και ένα Άντε με βούρδουλα. . . Μέχρι που μια μέρα, είπανε Δεν γαμιέται και το ρολόι και το Άντε και ο βούρδουλας. . . Και τους πήρε όλους ο διάολος. . .

Ο Τράκας γέλασε.  . . Και ήρθε η προκοπή μετά. . . είπε και πήγε προς την κουρσάρα του.


- Αλήθεια ρε; Έτσι έγινε τότε;
- Όχι, αλλά ένα πούστη - σαν αυτόν - δεν θα τον φάγανε έτσι;

 Και ανεβάζουμε τα μάρμαρα - αυτό το μούδιασμα στο κεφάλι δεν υπάρχει πια.
 Μόνο εσύ.
 


Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

blink


κρύψε τα χάπια τους
και οι γυναίκες μας θα τους αγαπήσουν / βάλε παλαμάκια να μην ακουστεί τίποτα και ένα αλεξικέραυνο στο κώλο που θα δώσεις στην οργή / βρες ένα σωσία να κάνει την σκατοδουλειά καλά, θα τον θυμόμαστε και το όνομα του / οδός, μικροοργανισμός και τραγούδι / κράτησε θέσεις και για αυτούς που δεν θα ΄ρθουν / μην πιεις απόψε, μην ξεχάσεις το επίθετο μου, ζήσε άλλα εικοσιπέντε χρόνια, άλλα εικοσιπέντε τέτοια χρόνια / πες στα παιδιά σου και την άλλη αλήθεια και μην τους αφήσεις χρέη να σε θυμούνται / σβήσε τα φώτα - Ο ήλιος είναι. . . / σήκωσε ένα λευκό τραπεζομάντιλο μην μας φάνε αδιάβαστους / μάθε απ΄ έξω τους ευεργέτες, τις παραδόσεις, τα στενάκια, τα παραστατικά που χάθηκαν μια μέρα του ΄93 / άσε τους να φαγωθούν. . . Δεν θα χορτάσουν οι αχώνευτοι και θα ξαναγυρίσουν.

Ξαναγράφεται το κοστολόγιο
( σε ένα τεφτέρι με τις μαλακίες και τα χρέη
  σε είχα, ρημάδι, με είχες, κορόιδο )
και όλα προβλέπονται - μισά.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

π.

 Ξεκινάει στα σύνορα με την Βουλγαρία.

 Αρχές της δεκαετίας του Ογδόντα - Τι βιβλία βγαίναν τότε; Πόσο ήταν το Χρέος τότε;
 Φαντάροι με τα όλα τους - παλάσκες, κράνη, όπλα - καθαρίζουν την τάφρο.
 Κάποια τέρατα βρίσκουν ένα πιο ήσυχο. Πέφτουν αυτοί οι ήσυχοι από τον ουρανό, ενοχλούν και τους περιμένουν οι διαόλοι, καριόληδες σε υπηρεσία πάντα. Με αρχηγό, να κανονίζει να βγάζουν την πίστη και ο άλλος να υπομένει. Το είχανε σίγουρο ότι δεν θα ξεσπάσει. Ρίχνανε φάπες, μπινελίκια. . . . Το συνέχιζαν με ρυθμό. Μέχρι που σήκωσε το όπλο ο ήσυχος και ούρλιαξε ΄΄ΘΑ ΣΑΣ ΣΚΟΤΩΣΩ ΌΛΟΥΣ. . .΄΄. 

 Δεν συμμετείχαν όλοι. Γιατί να τους σκοτώσει όλους; Η κωλανθρωπιά είναι συνήθως οργανωμένη και η σκατοψυχιά θέλει μόνο πίστη.

 Κάποιος, ήρεμα τον πλησίασε και τον ρώτησε - Ποιος σε πείραξε;

 Ο άλλος τρομαγμένος του έδειξε τον Αρχικαριόλη.

 Τότε έπεσε μια ξεγυρισμένη ανάποδη στον Αρχικαριόλη και ξαπλώθηκε, η άχρηστη κοπριά. Τα γύρω του κοπούκια πάγωσαν. Φάγανε και αυτά μερικές μετά.

 - Είδες; Κανείς δεν θα σε πειράξει, Άγγελε. Να μιλάς όταν κάποιος σε πειράζει. . . 
 


Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

΄΄I'm a moron 'n this is my wife. . .΄΄

- Τι μουσική θέλετε να ακουστεί στην κηδεία σας;
- Αυτές οι ερωτήσεις με τις κηδείες. . . Οποιοδήποτε κομμάτι του Bob Dylan.
- Bob Dylan; Γιατί Bob Dylan;
- Γιατί δεν θα το ακούσω. . . Θα το χαρούν όμως οι φίλοι και χορηγοί μου, που τον εκτιμάνε. . . Αν δεν έχουν να πάνε σε καμιά άλλη κηδεία. . . Κηδείες. . .Εργολάβοι κηδειών. . . Από εκεί βγήκε το ομώνυμο γλυκό. . . Ας σιάξουν ένα γλυκό και να το πούνε ΄΄Τοκογλύφος΄΄. . . Ίσως κάτι με γρανίτα. . . Αλλά ρωτάς μαλακίες και ΄γω σου κάνω πάσα. . . Βοήθα κάνα άνθρωπο και προχώρα παρακάτω. . .
  







  Σφάξε με πασά μου να ξεχρεώσω, μια και καλή / το φέσι σε αυτή την χώρα έφτασε μέχρι τον αστράγαλο, όποτε πάλι μαλλί θα μασάμε, θα το ρίξουμε στους προγόνους, στον πατριωτισμό, πίστη, ιδέες, στον τζόγο. . . (Κλείνεις τα μάτια σου και δεν μένει τίποτα από αυτά).
  ΄΄Πρέπει να τιμωρηθεί η σκατόρατσα με τα δανεικά απαίτησε προκοπή΄΄ γράφει κάποιος στο γραφείο του και το μοστράρει το ψηφιακό μακρυνάρι του σε free-όποιον-πάρει-ο-χάρος-press. . . Μπαταχτσήδες, άξεστοι, με τα μούλικα τους να κάνουνε θόρυβο, μουρλόκαταστάσεις αδιάφορες με νεκρούς και χρήμα απ΄ έξω (χάζευε σχέδιο Μάρσαλ και άλλα πακέτα ανοικοδόμησής ραμμένα σε φόδρες), παρακμή υπερπαραγωγή. Όλα αυτά από το γραφείο του. Ησυχία θέλει ο άνθρωπος, όχι σιωπή. . . Τουλάχιστον να λένε για αυτόν. . . Δύσκολο όμως, στο κείμενο του δεν φαίνεται πουθενά ο ίδιος, ούτε σαν περαστικός, μόνο ύφος. . . Αλλά ξεκαθάρισμα κοροϊδευτικό μυρίζει πάλι. . . Χρόνια τώρα το συντηρούν σαν κακοθημένο που θα μας θάψει ενώ δουλεύουμε όλοι για αυτό. . . Είναι και εύκολο. Εύκολο σε ένα τόπο που δεν συμφωνούν τι  μέρα είναι σήμερα ή χτες. Να αραιώνουμε και μετά μέτρα πενήντα, εβδομήντα χρόνια,θα βρούμε τους λόγους, τους φταίχτες. . . Θα σκαλίσουμε κείμενα που ΄΄συζητήθηκαν τότε πολύ, όσοι ξέρανε να διαβάζουν δεν κοιμήθηκαν για μια βδομάδα κτλπ΄΄ και θα βγάλουμε άκρη πιο κοντά στο γκρεμό. . . Οικονομικοί λόγοι, θα πούμε με την σιγουριά του ηλίθιου. . . Ονόματα χορηγών δεν θα αναφέρουμε. . . Σε κάθε σκατοδουλειά και μακελειό, κοίτα μετά ποιος την έβγαλε καθαρή και όχι μόνο. . . Το πανηγύρι της άνω και κάτω Δυστοπίας. . . Ένα τσούρμο να ουρλιάζει ΄΄Τα λεφτά μας πίσω. . .΄΄. Οι υπεύθυνοι, αυτοί με την εξουσία και την χαρτούρα, θα ακούσουν ΄΄Τα λεφτά μας από πίσω. . .΄΄ και θα τους κάνουν το κώλο κουμπαρά. . . Θα τα δεις όπου να ΄ναι.  . .Μην γέλας. . .
  Σε αγαπάω B.M.B.
  Κάθε βράδυ, ένας μονόλογος για εσένα μόνο. . . Κόβοντας και ράβοντας τον κώλο και το κεφάλι μου. . . Μια ξενάγηση στα τεφτέρια της ιστορίας και της τέχνης. . . Επιβίωση και ψυχαγωγία. . . Μεροκάματα όπου κι όπου. . . Κι ο γαμπρός Mous από την Βουδαπέστη  να με ρωτάει για ένσημα αλλά και για Beckett και Borges (αυτά τα ΄΄Μπ.΄΄), το ΄΄Παράλληλο Πάρτυ΄΄ με τις γυναίκες του (ο καθένας έχει από μία) γαμιέται στις πρόβες, ο Κοκκινοτρίχης από άλλη μπάντα και μυθολογία παίρνει από τα χέρια μου ένα λευκό λουλουδάκι, το βάζει στην κιθάρα του και ανεβοκατεβαίνει με το λαρρύγι του, η Γρέκα Films ετοιμάζει ταινίες και δίσκους, με τον Σαββίδη τον Γιώργο (όχι τον μακαρίτη φιλόλογο αλλά τον τρανό ζωντανό ηχολήπτη από τις δυτικές πυρηνικές συνοικίες) και ο κυρ Βότσης εκπαιδεύεται στο ψηφιακό κουμάρι. . . Ο φίλος και χορηγός Ντ. έφυγε για Καρπενήσι, να διδάξει παιδάκια φέτος. . . Λιγοστεύουν τα στηρίγματα όσο περνάει ο καιρός. . . Αλλά είναι σαν να παίζω σε μια επιθεώρηση. . . Τελειώνουν τα λόγια μου, σκουπίζω τα σάλια μου στην αυλαία, την μέση μου δεν την νιώθω και τόσο και σκας εσύ από το καταφύγιο σου, φωνάζεις, Σκορδά. . . Βόμπουρν. . . Βόμπουρν. . . 

  Εγώ, ναι. . .

  Εσύ, τώρα. . .

  Ένας ολόκληρος θιάσος και μισή Ελλάδα, μεταξύ μας.


 . . .το να δίνω και να παίρνω μου φαίνονται σφιχτά ενωμένα,ακόμα κι αν το παίρνω παραγράφεται, η επιφάνειά στην τροχεία του κάθε προσώπου είναι επιδεικτικά ελαστική και σαλεύει σαν ανέμη σε κάθε άγγιγμα, μια αλλαγή τονικότητας στην φωνή, ένα σπάσιμο, ένα δεύτερο τσιγάρο,μια σιωπή... όλα γνέφουν και δίνουν, ένας αυτοσχεδιασμός χορευτών κάτω από εγκεφαλικά αισθήσεων, τεντώματα συρμάτων και καρούλια υπέρηχων ροών.

Μ.Τ.






Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

καλύτερα από πριν

καθόταν σε ένα παγκάκι,
έκλαιγε και ροκάνιζε
τα μέσα της

έκατσα δίπλα της

δεν μου έδωσε σημασία


ήξερε


τότε άρχισα να κλαίω
κι εγώ, πιο δυνατά
πιο φάλτσα από εκείνη

σκούπισε το
πρόσωπο της
με κοίταξε ήρεμη,
με απορία

είχε ξαναβρεί
τις δυνάμεις της

έστρωνε πάλι
τον εαυτό της
καλά

ήξερα

γύρισα
και της έριξα
μια ανάποδη

έπεσε κάτω

έφυγα γρήγορα
πριν το χουφτώσουμε
το πράγμα από την αρχή.

2011

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Μαρία

 - . . . Ψόφα κι άλλο αν είναι αλλού.
 - Τίποτα δεν σου δίνει σημασία να σε σκοτώσει.
- Δεν με βρήκαν ακόμα. Λογάκια, ζεστός αέρας. . .Κάτι φιλιά πεταχτά και κάτι φιλιά πεταμένα. . .
- Σε ακούω. . . Μόνο να σε ακούω και τα έχω καταλάβει όλα.
- Όλα;
- Ναι. . . Μια μαλακισμένη ιδιοφυΐα, με ψηφιακή υποστήριξη.
- Οκτώβρης; Ναι. . . Τώρα σε πιάνει η μαλακία. . .
- Όλοι οι άνεμοι είναι δικοί μου. . . Τους αφήνω να πάνε όπου θέλουν και εκείνοι γυρίζουν και χαϊδεύουν πάλι την μάπα μου.
- Σιγά την μάπα. . .
- Τα λες αυτά επειδή το μουνί σου χόρτασε περιπέτεια. . . Δες και λίγο παρακάτω. . .
- Το λάκκο σου ρε θα δω και. . .


 ( Είναι μερικά επίθετα σαν ξόρκια. Τα λες φωναχτά, τα σκέφτεσαι και ΜΠΑΜ ένα κόσμος ολόκληρος μπροστά σου. . . Κάφκα. . . Κάφκα και μικραίνουν όλα μέχρι που όλος ο κόσμος χαζός, έξυπνος, πεινασμένος, πιο πεινασμένος, χορτάτος και σκασμένος, γίνεται ένα αλλά με τρόπο πατείς με/γαμώ σε. . . Ντοστογιέφσκι. . . Σου έρχεται η βότκα και το κρύο της Ρωσίας που καθάρισε κάμποσους στρατούς και άλλα πολλά πιο πέρα από την ανατομία. . . Καρυωτάκης, σκέτος, παιχνιδιάρης Ελληνικός - παίρνοντας εργαλεία από Γάλλους κωλοτρυπίδια από το αλκοόλ που κοιτούσαν μακριά, τα ρίχνει στο τουρλουμπούκι που βλέπεις στο χαρτί και βγαίνει ένα γέλιο περίεργο που κλείνει με αίμα δικό του λογαριασμούς και φεύγει. . .  Μπουλγκάκοφ. . . Όλα είναι πιθανά με αυτό, κλείνει πονηρά το μάτι και όλα χάνονται για να ξαναβρεθούν όπως χάθηκαν. . . Είναι και άλλα. . . Πες μου όμως χαρά μου γεωγραφικά αντιδιαμετρικό μου, τι αντέχεις; Ένα γέλιο που θα ξεκάνει όλη αυτή την παρέλαση καριόληδων που σε πλήγωσε; Θα είμαι εδώ. . . Τρύπιο στομάχι, λυμένα κορδόνια, μυαλό αγάμητο σχεδόν. . . Σε περιμένω ολόκληρη. . . Ένα ανάθεμα από νότες θα σε υποδεχτεί. . .  
Και όλα καλύτερα. . . ).

- Πάω να κουβαλήσω.