Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Ίσως φταίει κάθε ταινία που έβλεπε για εκείνον ήταν κωμωδία. . .

. . .και ανάσα αυτό που έμεινε
και πηγαίνει
στους ίσκιους να ξαπλώσει / δεν μετράει πια. Χωρίς να φοράει καπέλο κάνει μια κίνηση, ό,τι το βγάζει δηλαδή, χαμηλώνει το κεφάλι και ανοίγει το στόμα του, σαν να καίγεται. Στην προσπάθεια του να γράψει μια κωμωδία, έγινε ο ίδιος κωμωδία.  Ήταν σαν να προσπαθούσε ένα πούστη βράχο ή ρόδα τεράστια να σταματήσει ενώ κατρακυλούσε με φόρα, να τρακάρανε και τον πήρε παραμάζωμα. Γίνανε ένα και η κατρακύλα συνεχίστηκε. Κι ό,τι βρέθηκε μπροστά του, το πήρε μαζί του με αυτό τον τρόπο. Από τα δυτικά, πέρα από το κέντρο, της πόλης με τα φαγάδικα και τις εκκλησίες μέχρι την Αθήνα και πιο τελευταία στα Χανιά. Όλα μπερδέμενα, κόμπος, να γίνονται ένα.


  Στην Αθήνα γυαλισμένο παλικαράκι στην Ομόνοια, ανεβάζει την μπλούζα που φορούσε και δείχνει σώμα ωραίο. Ο άλλος κοιτάει και του λέει, Άς τα, μόλις έφυγε για το σπίτι της και πότε θα την ξαναπετύχω; Είναι η χαμαλίκα μου και κάτι μάτια. . . Το παλικαράκι καταλαβαίνει και ζητάει δυο ευρώ. Ο άλλος του τα δίνει και ρωτάει που σκατά είναι αυτή η πλατεία Θεάτρου.

- Κατά κει και θα κατέβεις. . . 
- Ευχαριστώ. Θες τσιγάρο;
- Μαλάκας είμαι;
- Δεν φαίνεσαι.

  Στην πλατεία Θεάτρου, σε μια ταβέρνα με γκοθάδικο φωτισμό, η Αντζελίν Βοναπάρτη τρέχει πάνω κάτω με δίσκους και σερβίρει. Φίσκα το μαγαζί αλλά τον βάζει σε ένα τραπεζάκι που το βαράει προβολέας και του φέρνει μισό λίτρο κρασί. 
- Τρέχω τώρα, βλέπεις, θα τα πούμε μετά. 
- Από δω θα πάρεις σύνταξη; 
- Εσένα πως θα σε θάψουν; 
- Δημοσία δαπάνη, αν τα καταφέρω. . . Αλλά δεν βλέπει γιατί ο προβολέας τον στραβώνει και  πίνει το μισόλιτρο σιγά σιγά ενώ η ορχήστρα σε μια άκρη βαράει Εσύ ήσουν για μένα μια παλιά ιστορία και τα λοιπά. Κάτι κόβει απότομα το φως του προβολέα. Ο Γαμογελαστούλης με την καρδιά την μεγάλη. Κουνούσε το κεφάλι του. Έκατσε δίπλα στον άλλον κάνα πεντάλεπτο, χαιρέτησε την Βοναπάρτη και του είπε - Πάμε;
- Το κρασί;
- Τι το κρασί;
- Να το πιω και πάμε. . . Δυο λεπτά δως μου. . .
- Θα το πιεις σε δυο λεπτά;
 Κοιτιούνται για μια στιγμή.
- Μάλλον όχι.

 Φεύγουν.


Τώρα
μια ανάσα έμεινε κι αυτή φτάνει
για να έρθουν κι άλλες
χωρίς γκρίνιες σάλια δίκια
μοστραρισμένα
και ίσκιοι φαίνονται ένα σωρό. Σκοτάδια και φώτα απόλυτα - ένα γκάπα γκούπα μονότονο που δεν περιμένει απάντηση. Τώρα χαμογελάει. Αλλού ακούει - Θησαυρέ μου, και σκέφτεται ότι κάποιον θα θάψουν ή θα ξεθάψουν. Ιστορίες με την οκά και στίχοι της αράδας. Τατουάζ με ληγμένα μελάνια από εκτυπωτές, σοφία και στιγμή κοπανιστή. Όλα του φαίνονται ακροβατικά και κάνει τα δικά του. Δικά του που μετά τα χαρίζει. Και όταν θα έρθει η κακιά η ώρα; Θα είναι εκεί όπως και στην καλή ή την περίεργη. Ξανά ξανά ξανά ξανά ξανά. Το ίδιο. Μπαινοβγαίνοντας στις γελοιογραφίες και προσέχοντας μόνο τις αδέσποτες. Εκείνες τις κατακέφαλες που δεν σταματάνε αλλά κάθε φορά πλακώνουν με άλλο ρυθμό.
  Ας έρθει ό,τι και όπως θέλει. Θα είναι στο ίδιο σημείο - όχι στόχος ή μνημείο - και θα ακούει την μουσική που βγαίνει από τα πάντα. Τα θαύματα θα κόβουν εισιτήρια, οι απόψεις στοιχήματα, το μακελειό ζωές και μίζες. Αλλά θα είναι εδώ ό,τι και να γίνει ή φανταστεί ό,τι έγινε βερεσέ και τίποτα για τα μάτια - ή άλλα όργανα. . .

Στις ράγες 
στις ρημάδες 
στις χαράδρες 
στις συμπληγάδες
με ένα γέλιο
και όλους σας.