Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

10 χρόνια - μέρος πρώτο


- Και;
- Και ο αγοραφοβίκος έφυγε τρέχοντας από παρτούζα.
- Δυσκοίλιος με κοπρολόγνα, χωριό δεν κάνουν.
- Καλή διάθεση να υπάρχει. . .
- . . . και ο ευνουχισμένος την τρελή δεν την φοβάται.
- Έτσι λέγανε στο χουντοχωριό σου;
- Ό,τι και να λες κρατούσαμε τις παραδόσεις.
- Όπως άλλοι τα αρχίδια τους όταν βλέπουνε παπά.
- Το ΙΚΑ αναλαμβάνει λοβοτομές;
- Τρέχα.
- Ο επόμενος.
- Τα γόνατα του παίζουν banjo όταν ανεβαίνει τις σκάλες.
- Μη βαράτε όλοι μαζί.
- Ένας ένας. . .
- Να σας θυμάμαι.
- Πριν ανοίξουν το στοματάκι ξέρω τι δεν θα πούνε.
- Όπως τότε που έκανες δώρο αναπτήρα που δεν άναβε σε κάποιον που δεν καπνίζει.
- Και το κάθαρμα μας γάμησε στην τράκα και τα χάριζε σε άλλους.
- Ας πάει όπου τον αγαπάνε και δεν καταλαβαίνουν ότι χάνει λιγάκι.
- Εγώ έκλεβα συνέχεια και εσύ κέρδιζες συνέχεια.
- Ο επόμενος.
- To Fur Elize, μα την Μπαναγία, από τους υπονόμους. . . . Ξημέρωμα ήταν.
- Ο Κλεάνθης προπορευόταν και ήθελε να χωθεί κάπου να κατουρήσει. Πρωτοχρονιά.
- Είχε πέσει η πρωινή πάχνη και ο ήλιος έβγαινε σιγά σιγά. Στην διάβαση μια κοπέλα είχε πετρώσει. Κουνούσε το κεφαλάκι της και έκλαιγε.
- Τόση δα ήταν.
- Αν της ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι, θα έλεγες ΄΄Σιγά την απόσταση....΄΄.
- Το αλκόολ όμως είχε φτάσει παντού.
- Ξες εσύ.
- Αυτό το έχεις ξαναπεί.
- Και εσύ.
- Ποιο;
- Αυτό το έχεις ξαναπεί.
- Καλά, κοροϊδευε εσύ.
- Δίπλα της είχε και κάτι σαν φίλη.
- Στραβομουτσούνιασε.
- Σήκωσε το κεφαλάκι της η κλαμμένη και την ρώτησε - Μ΄ αγαπάς;
- Αν έλεγε καμιά παπαριά θα την ορμούσα την στραβομουτσούνα. Βλέπεις την άλλη να λιώνει και πουλάς μούρη, ρε κάθαρμα;
- Πρώτη μέρα του χρόνου.
- Αλλά είπε Ναι.
- Και η κοντούλα την αγκάλιασε.
- Ο επόμενος.
- Κοίτα κάτι μούρες.
- Τρέχατε.
- Στα Χανιά που είχα για δεκαήμερο υποτροφία από καλή καρδιά και χαμόγελο ΝΑ, είδα τον Tom Waits να γυρνοβολάει μες στην παλιά πόλη.
- Οι Αμερικάνοι θα τον φέρανε. Του μίλησες.
- Προσπάθησα.
- Δηλαδή;
- Τον πλησιάσα μαζεμένος, κρατούσα και ένα φυλλό μπανάνας, για ντεκόρ το πήγαινα και σιάξανε μετά οι μουρλοί ντολμάδες.
- Άσε ρε τις σάλτσες....
- Ναι, τον πλησίασα και πριν προλάβω να πω κάτι, με ρώτησε που μπορεί να βρει κάτι καλοψημένο ευγενικώς - έτσι το είπε ο γαβ γαβμούρης - να φάει και ένα τσαγκάρη. Ή πεταλωτή. Δεν τον πολυκατάλαβα. . . Το γρέζι βλέπεις.
- Και τι του είπες;
- Τίποτα, έφυγε γελώντας προς το λιμάνι. She love me, she left me, έλεγε και πετούσε χαρτάκια γύρω του.
- Περίεργα πράματα. Είχες πιεί;
- Όχι.
- Σίγουρα;
- Στην ψυχή του Μιμότο.
- Βαρύ αυτό.
- Καθόλου. Πίπουλο.
- Πως πίπουλο;
- Αυτοσυγκεντρώνεται μες στο σπίτι του και ίπταται.
- Τι κάνει;
- Πετάει μες στο σπίτι.
- Και τον χαζεύετε;
- Τον κυνηγάμε με μια απόχη αλλά ξεφεύγει.
- Προχωράτε.
- Ο επόμενος



αστεία μην λες
αστείο είσαι εσύ
και ξέρεις
 όταν βαράνε
να παίρνεις πόζες
και να πονάς λιγότερο



- Δυο ήταν. Κατέβαινα από το λεωφορείο και τις είδα. Πιανόντουσαν. Κοίτα να δεις. Γελάνε.. Γελάνε και φιλιούνται. Όχι παθιασμένα. Πεταχτά γιατί της μιας το λεωφορείο έφευγε όπου να ΄ναι. Αργόσχολες και ανεπανάληπτες. Χωρίζουν και δεν μου φαίνεται να τους λείπει τίποτα. Η μια με πλησιάζει και μου ζητά τσιγάρο. Ανοίγω την κασετίνα.

- Πάρε.
- Ευχαριστώ.
- Αγαπιέστε;
- ΤΙ;
- Με την κοπέλα.
- Ναι. . . Σήμερα γνωριστήκαμε.
- Ε, τότε αγαπιέστε. . . Προχθες γνώρισα ένα ζευγάρι που αγαπήθηκε την ίδια μέρα. Τον Μητσάρα και την Κίρα. Πατικωμένοι με τατουάζ και οι δυο, να δεις χαρούλες.
- Έχεις φωτιά;
- Παντού.
- Αλήθεια;
- Δεν έχω πει ποτέ ψέμματα. Συνήθως λέω πράγματα που σκέφτομαι και δεν βγαίνουν. . . Ατυχής πρόβλεψη. Δεν είναι ψέμα.
- Σωστά. . . και κουνάει το κεφάλι.

- Ψυχούλες.
- Και σκατοψυχούλες.
- Γιατί;
- Όχι αυτές. Τρεις άλλες. Την επόμενη βδομάδα ενώ γύριζα στα πυρηνικά δυτικά από το κέντρο και διάβαζα μες στο λεωφόρειο έκατσε ένα κορίτσι δίπλα μου και με ρώτησε - ΓΙΑΤΙ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ; και δώστου χαχανήτο οι δυο φιλενάδες της από πιο πέρα.
- Όχι τι διαβάζεις, αλλά γιατί. Τα έχει πει ο Hicks αυτά.
- Ο Bill Hicks.
- You know I feel like a preacher waving a gun around,που ούρλιαζε ο Waits, εννοώντας εκείνον.
- Δίκαιο.
- Και τι έγινε με τις σκατοψυχούλες.
- Άφού μου είπανε να πάμε για καφέ γιατί φαίνομαι περίεργος. . .
- Ένα δίκιο το έχουν. . .
- . . .μου είπανε ότι το Κορδελιό έπηξε στις λεσβίες.
- Προβληματισμένες.
- Την βρώμα που σκάει από τις διπλανές βιομηχανίες δεν την πήρανε χαμπάρι;
- Τα εξισώνεις ρε χαμένε; Δυο άνθρωποι να αγαπιούνται πριν φάει ο ένας τον άλλον και από την άλλη. . . .
- Όχι, όχι. . . Μη βαράς, σε θυμάμαι, τα ξέρω.


Όχι νερό στο κρασί. . . 
Είδα το ανάποδο θαύμα σε φοιτητικά κρασάδικα
το ένα πλάι στο άλλο.
Το κρασί, τραβεστί νερό και άκαυλο.
 Να μην σε κερνάνε οι αφιλότιμοι  και να λες 
΄΄Να ΄ναι καλά οι άνθρωποι....΄΄.

 Νερό στο νεροπότηρο, λοιπόν, 
 εκατό σακιά μπάζα στον κάδο. 
Τα αγκαλιάζω και τα πάω. 
Με διακριτικό καμάρι σε στιλ 
΄΄Όχι τίποτα από αυτά δεν είναι δικά μου, 
αλλά τα αγκαλιάζω 
όπως ο καψούρης με προκαταλείψεις
 - κάπου να ακουμπάει -
 τα υπάρχοντά του
 και τα πάω μια βόλτα στους κάδους. 
Δεν μου ανήκουν 
δεν τα εκτίμησα 
δεν τα γνώρισα ποτέ 
αλλά ξέρω πόσο ζυγίζουν 
και ξέρω που θα πάνε.΄΄. 

Μακρινάρι στιλ 
σαν κάτι ποιήματα 
που δεν τελειώνουν όταν θες.



- Μα τι σημαίνει ρε ΄΄αμφιλεγόμενος΄΄;
- Αυτός, η καρδιά, που δεν ξέρεις αν πρέπει να τον δείρεις ή να μην τον δείρεις και να τον αφήσεις να παίζει και να βγάζει μελωδίες - ρα παμ παμ και τα κόκαλλα να κρατάνε το μεδούλι.  Ένα αβαντάζ καλο χρόνου κερδίζει ο αμφιλεγόμενος.



Σκορδά, έ, Σκορδά. . . 
Θυμάσαι που σου έφερα στο Ιπποκράτειο την Αντιγονάρα 
και έδωσες ευχές;
 Βίος ανθόσπαρτος και οι μπύρες μισά μισά;
Και όταν έφυγε μου είπες με νοήματα, 
που το πέτυχες το μπεκρόσκυλο;
Θυμάσαι που πηγαίναμε Ασπροβάλτα 
- εκεί που βρίσκουν την θάλασσα στα δεξιά -
και καθόσουν στην πίσω θέση, 
εγώ στου συνοδηγού
και μου απλωσες τα χέρια σου και μου χάιδεψες
τους κροτάφους.
Μετά ο γιός σου μου είπε - Να το εκτιμήσεις αυτό. . . .
Ο παππούς σου δεν μας χάιδεψε ποτέ....
 Ούτε ήθελε να τον αγγίζουν.
Και του είπα:
- Για αυτό πέθανε και δεν είχε ούτε μία ρυτίδα στο πρόσωπο του.
Δεν χαμογελούσε, ούτε στεναχωριόταν εμφανώς, στα πάνω πάνω μούρη.
Έκανε τα κέφια του χωρίς να υπολογίσει τίποτα.
Έ, Νάλο;

Δεν υπάρχουν σχόλια: