Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Πάλι

 

  Ο παλιός μου πεθερός / συνταξιούχος γκεσταπίτης / και μετακομίσεις / πολλές μετακομίσεις / με περισσότερα πράγματα κάθε φορά και κάθε φορά ψηλότερα / πέμπτος όροφος, έκτος όροφος, με ένα ασανσέρ που χωράει μόνο τον ενοικιαστή του σπιτιού / θυμάμαι τον πατέρα να μου λέει για ένα πιάνο που ανέβασε στις δωδεκαόροφες  στην Λαγκαδά / απέναντι από το σπίτι του Αργάμη / ΄΄Ωραίο όργανο το πιάνο, αρκεί να μην χρειάζεται να το ανεβάσεις δώδεκα ορόφους΄΄ / βαριά μουσική παιδεία / δόξα και τιμή στην χαμαλαρία.

  Ο παππούς πονάει και ρίχνει πάνω του ούζο και κάνει εντριβές και σκέφτομαι τον άλλον παππού τον Σκορδά / που έλεγε ότι νερό πίνουν μόνο τα γαϊδούρια /  και έριχνε μέσα του το ούζο - μόνο ούζο, όχι τσίπουρο / για να κάνει κεφάλι και να ανεβάσει την πίεση της γιαγιάς. Ο Σκορδάς γενικά ανέβαζε την πίεση των άλλων / δεν φώναζε όμως ποτέ, δεν γελούσε ποτέ / εκτός από μια φορά που με ρώτησε κάτι και του είπα ΄΄Παιδιά είμαστε, ρε παππού;΄΄ και μια άλλη φορά που ανακάλυψα ότι δεν ήταν στην ανατίναξη της Γέφυρας του Γοργοποτάμου με τον Ζέρβα, τον Βελουχιώτη και τον Γουντχάουζ.

  Πάλι στις μετακομίσεις των άλλων / γυμναστική με ανιδιοτέλεια και καλαμπούρια / σαν σερβιτόρος χωρίς δίσκο, μπουκάλια, ποτήρια και ρέστα  / από δω, εκεί / από εκεί, πάντα πιο πέρα και πιο ψηλά.

  Μια μέρα θα τα βάλω στην σειρά αυτά τα πράγματα  - ένα τσέλο, πίνακες ζωγραφισμένους με κέφι, πενηντάρια οπλοπολυβόλα, την νεκρή νύφη του Burton, ένα υπέρδιπλο στρώμα για μάχες σώμα με σώμα και νταλαβέρι μπες - βγες συμβατικό με προοπτικές 70 τ.μ., με λογάκια και ρόλους (από την Τριανδρία μέχρι την Μελενίκου με άλλους πέντε, πάνω στους ώμους μας, σαν επιτάφιος και οι οδηγοί δίπλα μας να κορνάρουν και να φωνάζουν στην πομπή μας), ψυγεία,  χαλιά, πλυντήρια,  κολώνες αλουμινίου, μπουκάλια γεμάτα και μπουκάλια πιο άδεια, βαλίτσες φίσκα στα χειρόγραφα και ανθρώπους χειρόγραφους στα τέτοια αυτών που βγάζουν νόημα, συμπεράσματα και ψυχές - όλα σε μια σειρά, να φτάνουν ως την πόρτα σου / θα είναι όλα εκεί /  η μέση μου θα ξέρει ακριβώς πόσο ζυγίζει το καθένα / και αυτό θα είναι το μόνο που θα ξέρω.

- Εσένα ποιος θα σε κουβαλήσει;
- Εγώ.

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

Σ.


  Από το τίποτα, ξεκουρδιστάν μελωδικό, ο ρυθμός, μπινελικι όρθό και οι αρθρώσεις να λαλάνε μια ιστορία με μάπες πατημένες κι άλλες παραχαϊδεμένες, όλα ένα - μια εικόνα, έρωτας και μπες/βγες και το νοήμα όταν μας θάψουν οι  επαΐοντες - και όχι τίποτα σκιτζήδες με πτυχίο. 

-  Αυτοί όμως δίνουν και ένα μεροκάματο σε αυτούς που σιάχνουν κορνίζες. . . Χαμένε.

- Σαν τα σκατόμουτρα που δίνουν μεροκάματο σε εκείνους που στήνουν αγάλματα ή ιστορικούς, σαν τις μύγες, όλοι μαζί, γύρω από το σκατό που θέλει να μείνει αξέχαστο.


Μαζί σου αδερφάκι.


  Μαζεύω τα χαρτάκια από τα καρέλια, να σου δώσω ένα μικρό πάκο, να το κάνεις με λίγες κινήσεις - σαν να τις ξέρεις εσύ μόνο - καραβάκια. . . Αφήσαμε κι ένα στην παραλία. . . Μετά ήρθε η ηθοποιός - με κέρασε μπύρα - οι μουσικάντηδες  που θα κάνουν παπάδες, δεν θα πουλήσουν παπά και η παθητική μαστούρα. . . Δελτίο καιρού να δώσω; Στα κουτουρού. . . Όπως αυτοσχεδιάζω και σου μοιάζω. . . Μαλάκες θα πέσουν από τα σύννεφα. και τα από κάτω αναρωτιούνται. . . Το πιστοποιητικό γέννησης, στοιχείο ενοχής καραμπινάτο και οι καραμπίνες στις εκπτώσεις, με σιγαστήρα, να μην ενοχλούν. . . Το καριολίκι πως φωσφορίζει πάλι και θα βρούμε ξανά τον δρόμο μας στα σκοτάδια. Τρεις αιώνες γελάμε και θάβουμε αυτούς που φύγανε αδιάβαστοι από τις αδέσποτες. . . Τα ξέρουμε, τα βλέπουμε, περνάνε από πάνω μας και νομίζουν ότι μας έχουν. . . Νομίζουν.