Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

/


- Από τους μύθους, την πίστη και τους μαρμαράδες της
προτιμώ τα ανέκδοτα  τα φουρφούρια
τα ακροβατικά σου τα αποτυχημένα
τα αστεία για τους νεκρούς σου και για τα μυαλά τα δεμένα.

- Από την κοιλιά σου που ταξιδεύει και την βρόμα σου 
που πιστεύουν όλοι, προτιμώ να κοιμάσαι δίπλα μου
και να μην ξυπνάς για τίποτα.

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

γκελ




ένα γαμημένο γέλιο πλημμύρισε όλη την Ιασονίδου, ανακουφιστικό, κοροιδευτικό, 
να κλείσει τεφτέρια και το κωλόπραμα έφυγε νευριάσμενο αφού
- δεν θα γίνεις άνθρωπος ποτέ, άχρηστε / - ήμουνα κάποτε ρε σαύρα κοιμισμένη - 
και πίσω πιο πριν
 πλάι στο σπίτι του Αργάμη, του Γομαροφόρτη, οδός Συνταγματάρχου Μπόγου, εκεί που τον κυνηγούσαν νύχτα σκυλιά όταν τον πήρανε χαμπάρι τον μάπα να τραγουδάει πάνω στο ποδήλατο ΄΄Ενα βράδυ που βρέχε. . .΄΄ και η γυναίκα του με τις ποδάρες της και ένα πάτο καθεστώς να τρέξεις να συνεργαστείς - δεν θα σε πιάσει κανείς - μια πλατεία, το λιγότερο μια οδό για ΄σενα αργότερα.


- Ένα λεπτό, μόνο ένα λεπτό να του ανοίξω το κεφάλι και μετά θα είμαι καλός, καλός, σοβαρός σαν να μην με έχεις δει ποτέ.




Έκαιγα χθες, τα μέσα μου τραβούσαν να γίνουν ένα, να βρούνε όποια τρύπα και να φύγουν.
Και ήρθε.
Άνοιξα την πόρτα, με έκανε στην άκρη και μπήκε μέσα φορτωμένη με σακούλες.
Το χριστουγεννιάτικο δέντρο γιατί το έχετε ακόμα;
- Σε περίμενα να το ξεστολίσεις. . .
- Αλήθεια;
- Όχι, παλουκώσου κάπου γιατί σε βλέπω και ζαλίζομαι.
- Παλούκωμα;
- Και Σκορδάς που διώχνει τα βαμπίρ. Αν θες να πιεις, δεν έχει τίποτα.
- Δεν πειράζει έφερα τα δικά μου.
Άνοιξε τις σακούλες και έβγαζε, έβγαζε. Μπύρες, πολλές μπύρες, ένα μπουκάλι βότκα και χυμό ροδάκινο. Όσο τα κοιτούσα ανακατευόμουν. Το καταλάβε και μου τα κολλούσε στην μούρη - Κοίτα τι έφερα; Κοίτα τι έφερα - Τα χέρια μου τρέμουν και τα πόδια μου πονάνε πολύ.
- Θες να σου βάλω;
- Χυμό μόνο, με πολλά παγάκια σε παρακαλώ. . .
- Άρρωστος είσαι;
- Πως σου φαίνομαι;
- Άρρωστος. . . Πάνω στην ώρα ήρθα δηλαδή. Να σου φτιάξω τίποτα; Καμιά σούπα;
- Το μόνο που μπορείς εσύ να μου κάνεις, είναι να μου κλείσεις τα μάτια, μανούλα. -
- Σκάσε. . .  
- Όπου να ΄ναι. . . 
Έβγαλε καμιά δεκαριά αναπτήρες και τους άπλωσε μπροστά της. Τους δοκίμαζε έναν ένα, μπας και ανάψουν αλλά τίποτα. . .
- Γιατί έτσι;
- Προπόνηση για όταν κόψω το κάπνισμα. Βγάζουν όμως ωραίο ήχο.
Σηκώθηκε να σερβίρει τον εαυτό της και εμένα.
Άρχισε να γδύνεται χωρίς να της το ζητήσει κανείς. Ξάπλωσα στον καναπέ και έκατσε απέναντι μου και με χάζευε. Κάποια στιγμή μου άναψε τσιγάρο - είχε σπίρτα - και μου το έδωσε. Μου χάιδεψε το μέτωπο. Το χέρι της ήταν κρύο, με δρόσισε. - Κρύα είσαι. . . Σου είπε απότομα κάνα ΄΄Σ΄ αγαπώ΄΄ ο άντρας σου αντί να σε κάνει μαύρη πάλι και σε τρόμαξε; - Εγώ φταίω, που ήρθα να σε δω. . . - Όχι, εγώ φταίω που ήρθες να με δεις. Με φίλησε, τα μάγουλα, τα χείλια της ήταν κρύα. Τι της είχε κάνει ο κερατάς; Τι να της έκανα κι εγώ;
Ξημέρωμα έφυγε. Ο πυρετός υποχώρησε. Ο πόνος στο στομάχι και στα πόδια σταθερός. Το τρέμουλο είχε φύγει. Αν ήξερα να παίζω πιάνο, θα έκανα παπάδες και εκείνη μάλλον θα χειροκρότουσε σαν τρελή.



Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Καληνύχτα


Στην Έλενα Βοντιτσιάνου Σ.
χωρίς προίκα

Κομψά αντίγραφα του εαυτού μου
αφηρημένες λεπτές γραμμές
και φορολογημένα μασημένα ναρκωτικά
πληρωμένα ακριβά
προκαταβολικά με προκαταλήψεις

αναρίθμητοι εκλεπτυσμένοι πόνοι

πολύχρωμη ιδέα θλίψης
σκεπάζει αιώνες την ελπίδα
σαν σαν σπασμένη ρόδα
που με πείσμα γυρνά

τρυπημένη από τρύπιους ψυχή
και από κάτω ανώνυμες αγάπες
ή καλύτερα σιωπηλές
σχεδόν ζωντανές
να κρατάνε το ρυθμό
να διώχνουνε από τα μάτια
τις στάχτες της καρδιάς

επενδύω κάθε μέρα στον χαμένο χρόνο
ίσα ίσα για να ονειρευτώ
και βγάλω αυτόν τον πυρωμένο σελιδοδείκτη
μέσα από το κεφάλι μου και τον προσφέρω
φυλακτό
ανάμνηση


. . .θα φοράω μαύρα κι όμως θα λάμπω
θα 'χω βάλει σε τάξη τα σκοτάδια μου
τις έγνοιες  τα αίσχη  τις ντροπές
θα κατρακυλάω σε μονοπάτια γεμάτα σκοτωμένους εχθρούς
-εκείνους που με αγάπησαν
οι πιο επικίνδυνοι -
θα ανοίξω τις πόρτες  τα παράθυρα
αλλά έξω δεν θα βγω
θα περιμένω
μπορεί να 'ρθουν
μπορεί να μην 'ρθούν
αλλά εγώ θα περιμένω
σαν ευεργέτης στραβός
σαν ερωτευμένος πολύ αργά
σαν έγκλημα που παραγράφηκε
πριν καν γίνει
σαν ένα δέντρο που τα φύλλα του
κιτρίνισαν μα δεν πέφτουν

θα είμαι εκεί
απόκοσμοι θόρυβοι και ανώριμες χειρονομίες
χάδια απλήρωτα
θα επιμεληθούν την καταστροφή μου
αλλά ως τότε
- και είναι το μόνο σίγουρο
που σου λέω -
θα είμαι εκεί.

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

από τον ΄΄Ξεναγό΄΄


  Τριγυρνούσε το γερμανικό γκρουπ με βήμα, όχι αστεία, στην Καμάρα, έτοιμοι όλοι για shooting. Ένα κλικ εδώ, ένα κλικ πιο 'κει. Ποζάρουνε οι πέτρες για όλους.
  Μια ξέφυγε από την ομάδα και με πλησίασε. Με είδε να κρατάω μια εφημερίδα σαν κουβέρτα και πολυτονικό και της φάνηκα αξιοθέατο. Αξιοθέατο τζαμπατζίδικο και ό,τι δεν καταλαβαίνω, πρέπει να με έχει σώσει. Ήθελα να την ρωτήσω, αν ήξερε για τους Ναζί που ήρθανε κρυφά στην Ελλάδα και γίνανε προϊστάμενοι ή εκπαίδευσαν υφισταμένους για να γίνουν άξια κέρατα πάνω από κεφάλια. Δεν την πρόλαβα, έπρεπε να πάει να δει τον Λευκό πύργο η ταξιθέτρια από το Μπαϊρόιτ. ΄΄Οι φτωχομπινέδες σε χαιρετούν, Frauλα μου. . Κοίτα να δεις. . . Πόσες χιλιάδες χρόνια παπατζιλίκι. . . Καλά να περνάς Frauλα μου και να αφήνεις κάνα φράγκο στις ντόπιες μάρκες΄΄. 

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

ό,τι καλύτερο

- Και τι κάνεις;
- Το γαμάς.
- Το γαμάς;
- Το γαμάς.

 Και τράβηξαμε τον δρόμο μας.

Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

τσαφ


  Γεμάτο το τρένο. Στην οροφή του, βάλανε κόσμο; Όχι, είμαστε πολιτισμένοι, είμαστε καρδαμωμένοι απέναντι σε όλα. Στο οπτικό μου πεδίο, μια ξανθιά με ψημένα μπούτια και πορσελάνινο πρόσωπο. Ακούει μουσική, τίποτα δεν την ενοχλεί. Το ξημέρωμα όταν φτάσουμε θα την βοηθήσω με την βαλίτσα της. Εκείνη μάλλον θα πει ένα ευχαριστώ. Πάει καλά.

  Βολεμένος στην θέση μου. Τα πόδια μου μουδιασμένα, να καίνε. Θέλω να κοιμηθώ αλλά ουρλιάζουν πιο πίσω. Μια πιτσιρίκα διαμαρτύρεται μαζί με την θεία της. Σαν να βγήκε από παραμύθι γεμάτο παραδόσεις και αρχιμαλάκες πρωτοπόρους, η ρουφιάνα. Το άδικο την πνίγει. Λογικό. Είναι όρθια ενώ οι άλλοι κάθονται. Μοιάζει δεκαέξι, δεκαεφτά χρονών.

- Είναι κατάσταση αυτή; Εμείς όρθιοι και οι μαύροι να κάθονται;
- Γιατί; Σκάκι παίζουμε και τα λευκά προηγούνται;  μπαίνω με το ρολάκι μου.
- Ε; Τι λέει, θεία; 
- Ας βγάλουν νόμο. . . Οι ροζ με μοβ βούλες να μένουν όρθιοι και οι υπόλοιποι να την αράζουν. . . Ή αυτοί που κατουράνε καθιστοί. . . Κανένας νομικάριος δεν υπάρχει να λύσει το θέμα; Που είναι οι υπάλληλοι του ΟΣΕ; Μάλλον την κατάλαβαν την δουλειά' ο οργανισμός πάει για σφάξιμο και πήδηξαν από το τρένο. 
- Θεία, είναι τρελός αυτός.
- Όχι θέλω να κοιμηθώ και εσείς φωνάζετε.  . . Ρε θεία, μάζεψε την. Δεκαεφτά χρονών και την πνίγουν από τώρα τα άδικα;
- Είκοσι ένα είμαι.
- Είκοσι ένα; Δώστε μια έκπτωση στην κοπέλα, ένα κουπόνι, κάτι. . . Ο κόσμος είναι δικός της.
- Τι λες ρε; 
- Είκοσι ένα. . . Κάνε υπομονή. . . Έρχονται όλα τώρα στο πιάτο. . . Θες δεν θες, θα το φας. . . Μαζί με το πιάτο.
- Θεία. . .
- Μη σου πω και το ταψί.
- Θειαααα. . .


  Η θεία πάει κάτι να πει αλλά έρχεται ένας υπάλληλος κοντά στην σύνταξη του και όλους τους βολεύει. Αυτοί πρέπει να κρατάνε τις τύχες του έθνους, σκέφτομαι. Να γίνει ένα κόμμα με αυτούς. Να γίνει ένα κόμμα με αυτούς που παρκάρουν μπρος στις ράμπες αναπήρων, με αυτούς που την βγάζουν τζάμπα καμιά δεκαπενταετία σερί, με εκείνους που έχουν ένα αρχίδι ή με τους άλλους που κάνουν το σταυρό τους έξω από τις τράπεζες.

 Θέλω να κοιμηθώ. Νομίζω ότι δεν θα ξυπνήσω αλλά ευτυχώς όμως, ανά μισή ώρα με ξυπνάνε να με ρωτήσουν αν αυτή είναι η θέση μου.

- Ναι, αυτή είναι η θέση μου. Αυτή. . .  Δεν γράφει το όνομα μου βέβαια, αλλά αυτή είναι. . .  Θα σας έδειχνα και την γυναίκα μου αλλά δεν την έχω πρόχειρη. . . Ξεκάνει άλλους τώρα μακριά μου αλλά εγώ είμαι μαζί τους . . . Δεν θέλω τίποτα άλλο από αυτή την θέση απόψε. . . Ίσως μια εξάδα μπύρες και ένα τηλεβόα για να συνεννοηθούμε. Να ουρλιάζω πιο δυνατά από σας. . . Τόσο δυνατά που να μην ακούτε τι λέτε και έτσι να συνεννοηθούμε μια και καλή. 

 Τελικά με παίρνει ο ύπνος. Όταν φτάσαμε Θεσσαλονίκη με ξυπνάει ο διπλανός μου.

 - Φτάσαμε. 
 - Γιατί;

 Δεν απάντησε.

 Κοιτάω από το παράθυρο. Ψιχαλίζει.
 Βοηθάω την απέναντι να κατεβάσει την βαλίτσα της. 

- Σε ευχαριστώ.

 Πάει καλά.