Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

έξω από το κεφάλι σπάει

 για τον Βασίλη Θ.
δυο καημένοι
ένα μεσημέρι
δεν βάλανε φωτιά στην πόλη / τα μέσα μου ρημαγμένα, σπασμένα, να παίξεις,
παζλ με τα συντρίμμια / οι γιατροί στοιχηματίζουν λες και ξέρουν / λες και θα χάσουν τίποτα / τα μέσα μου όμως. . . Ξεκινάει σαν παιδικό τραγούδι. . . Μπαίνει σαν καταπέλτης μια Μarimba από κόκαλα καμήλας και ένα μπαταλιασμένο Bendir ζωγραφιστό από χέρια μάγισσας που στο πόνο της επιπλέει - την χάζεψα μια φορά και δυο - και κραυγές σαν σημειώσεις, σφήνα στη γενική εικόνα, λεζάντα κοπανισμένη. . .  Μετά. . . 

 θα του έλεγε αν δεν τον κουτουλούσαν και θα της απαντούσε αν δεν ήταν τρελή. . .

  - Μιλάς πολύ χαζή καρδιά, ένα τσούρμο από το στόμα σου κι όλο παλιά. . .  Σαν εκείνον τον ξεναγό που σκάει στις γωνιές τις πόλης με τα φαγάδικα και τις εκκλησιες και ρουφιανεύει εγκλήματα πολλά και ομορφιές. Είσαι όμως ετοιμόλογος. . .


- Γιατι ακούω συνέχεια μαλακίες και κάτι με τσιγκλάει να απαντήσω. . .

- Από αρχαιοτάτων χρόνων και δεν έζησε κανείς τους. . . Για ό,τι και να καμάρωναν, για ό,τι και να κρύψαν,θάψαν, βαλσαμώσαν. . . Δεν πήραν τίποτα χαμπάρι. . .


  Ήταν και είναι τρελή - μπορείς να την πεις έτσι, αν δεν ρίξεις μια ματιά τριγύρω - αλλά αν είσαι γεννημένος για περιπέτεια και κωμωδία, πρέπει να είσαι δίπλα της και να την αγαπήσεις, ενώ ουρλιάζει ή σε σημαδεύει. . . Έτσι το είπε σε μια που κοιμάται ξεσκέπαστη με το Αμερικάνο όνειρο, όταν τον ρώτησε τι είναι αγάπη. . . - Να τους βλέπεις να φεύγουν τρομαγμένοι, να τρέχουν μην τους πετύχει και από απόσταση ασφαλείας να κάνουν πνεύμα σκατόψυχο. . . Και εσύ να την πλησιάζεις και να μην την ρώτας τίποτα. . . Δίπλα της, εκεί. . . Ό,τι και να γίνει. . . Ή ό,τι δεν γίνει. . .
- Μα θα σου φάει την ψυχή αυτό. . .
- Και ποιος σου είπε ότι έχω ψυχή; Δυο - τρεις καλές ιστορίες και μια απάντηση στο στόμα. . . Α, και ψυχραίμια. . . Κάποιος δεν πρέπει να την αγαπήσει;
- Ε, από οίκτο. . .
- Καμία σχέση. . . Πάμε να σκοτωθούμε, πριν μας ξαπλώσουν χωρίς να στρώσουν. . . Πάμε  να γίνουμε λίγοτερο ξεφτιλισμένο ένα, στο δρόμο για κάτι καλύτερο. . . Σαν ήρεμα τεταρτάκια μεσοπολέμου έως να μας καθαρίσει ένα γέλιο και οι απόγονοι να έχουν λαμβάνειν, ένα βαρέλι αρχίδια, εύχες, χρέη. . .



  Ένα βράδυ χορεύαν βαλς - εκείνος, ατσούμπαλος του κερατά, προσπαθούσε να μην την πατήσει, να κρατήσουν ένα ρυθμό - και της έπιασε τον κώλο. . . Εκείνη κοκκίνησε και του είπε - Μην μου πιάνεις τον κώλο ρε όταν ονειρεύομαι. . . 

- Μα αφού και αυτός όνειρο είναι. . . και συνεχίσαν τον χορό, χωρίς να την πατήσει ούτε μια φορά επίτηδες.



Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

ψ.


ο μολυβένιος της
γέμισε τις σελίδες

εκείνη τις έσκισε
γιατί ήταν βέβαιη

τώρα ή γρήγορα

ό,τι γραμμένο
είναι ψέμα


για αυτό
και μένει.

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

άγγελος

- Να πεθάνεις, να πέθανεις. .
- Με τα νάζια που μου κάνεις;
- Φύγε ρε τσόγλανε να μην σε βλέπω. . .

 Και έκανα ότι μου είπε. Έχω χιούμορ αλλά και πόδια. Η ντροπή δεν βγάζει πουθενά και οι βλακείες επαναληπτικές. . . Αλλά όχι και να ενοχλώ, μεγάλη γυναίκα. . . Είχε παραγίνει κόκκινη αυτή την φορά. . . Ήταν η στιγμή που ξέχασε γιατί με φώναξε. . . Κάποτε, νόμιζα, αγαπηθήκαμε - αλλά σαν να την ακούω . . . Νομίσματα στον πάτο σου, να το κάνεις κουμπαρά, ρε. . . - και υπήρχε λίγο γέλιο. Ή μάλλον πολυ γέλιο. . . Μπαινοβγαίναμε στο γελοίο αλλά μετά από μια στιγμή ξεχνούσε. . .
  Της έλεγα ότι τραγικοί είναι μόνο οι αρχαίοι που δεν είδε κανείς  - κι έπειτα καλοψημένο, ένα ΄΄ποιος-κοροιδεύει-ποιον;΄΄,ομορφιά μου και θύματα αμέτρητα στην ουρά. Έβριζε και μου έλεγε κάτι σίγουρο και βαρύ, αμετακίνητο.
  Και το πήρα με τα πόδια από το Ιπποκράτειο, νύχτα. . . Δεν υπήρχε κανείς να του φορτώθω μέχρι να ξημερώσει. . . Γιορτές και όλοι οι γνωστοί τραβήξανε στις βάσεις τους. . .
 Μια ευθεία όλη η διαδρομή και δεν σκεφτόμουν τίποτα. Μόνο αυτή την ευθεία και ότι χάζευα σε αυτή. Αμάξια λίγα στο πέρα δώθε, κάναν σα και ΄μένα που να ξέμεινε και ένα ζευγάρι στην είσοδο μιας πολυκατοικίας για τα τελευταία.
  Κοντά στις τρεις τα πόδια και το κεφάλι μου παρέδωσαν και την έπεσα σε μια στάση στην Μοναστηρίου, πέρα από τις πιάτσες με τα κορίτσια. . .
  Με ξύπνησε και είπα  


- Αντιγόνη. . .
- Άγγελος. . .
- Τι Άγγελος; Ποιος;
- Εγώ ρε φίλε. . . Ο Άγγελος. . . Δεν με θυμάσαι; Πριν καμιά ώρα σε ρώτησα αν μπορώ να παρκάρω το αμάξι μπρος στην στάση και μου είπες κανένα πρόβλημα. . .
- Α, ναι. . .
- Ναι. . .
- Ναι. . . Και τώρα τι θες;
- Δεν θυμάμαι που το πάρκαρα και εσύ θα θυμάσαι. . .
- . . .
- Δεν θυμάσαι;
- Θα θυμάμαι. . . Κατά πίσω είναι. . . Στην Γιαννιτσών. . .
- Δεν είμαι από δω. . . Μήπως, ρε φίλε, μπορείς να ρθείς να το βρούμε;
- Να 'ρθω. . .

 Και μπρος εγώ, πίσω αυτός, να ψάχνουμε. Φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον.
 Μέχρι να το βρούμε μου τα είπε όλα τα δικά του. Ήρθε από την πόλη του, μόνο και μόνο να πάρει την δόση του, σε ένα γνώστο που είχε, και ο πατέρας του πέθανε, ο πατριός δεν τον χωνεύει, η μάνα καλή καρδιά και αυτός ψάχνει δουλειά να μη λένε οι γαμημένες οι κακές οι γλώσσες. Στο τσακ ήμουν να του πω όλα καλά θα πάνε. Σε μια φάση με ρώτησε αν ήμουν στις πουτάνες.

- Πήγα αλλά με διώξανε. . .
- Αλήθεια;
- Όχι. . . Πού λεφτά για γούστα, Άγγελε. . .
- Και γω. . . Θα την κόψω. . . Θα βρω μια δουλειά και μετά. . . Τσίλικος. . .
- Ωραίος. . .
- Ωραίος θα ΄μαι. . . Δεν μου λες. . . Ποια είναι η Αντιγόνη που είπες όταν σε ξύπνησα;
- Μια που ό,τι θυμάται. . Α, να το αμάξι σου. . .

 Για να με ευχαριστήσει είπε να με πάει μέχρι το σπίτι μου.

- Το 'χεις  ή θα το σεντράρεις σε καμιά κολόνα;
- Ρε. . Ρε. . Μπες, θα δεις. . .
- Άντε να δώ. . .

 Και με πήγε, μια χάρα.

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

ηρωικόν


482 χρόνια σκλαβιάς,
πόσοι εργολάβοι,
μεροκάματα, μακελειό
και ρουφιάνοι
μέχρι να γυρίσουμε πάλι πλευρό

χορός σακατεμένων, παστωμένων
- γύρω γύρω όλοι
βαράτε τον καριόλη -
και τα καθίκια με τα δίκια τους
απλωμένα


θα ανταμωθούμε αδιάβαστοι
στον αγύριστο
μέσα από τους δικούς μας καπνούς
πάνω από χώματα ζεστά
κάτω από ουρανούς κατουρημένους.

Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

Μ.Τ.


 η αγάπη μου είναι το κοριτσάκι με το φλογοβόλο,
 κλείνει με θόρυβο παλιά τεφτέρια και
 γαμοσταυρίζει το σύμπαν

 είναι μικροκαμωμένη
 είναι δικτάτορας
 που τον αγαπάνε όλοι
 τραγουδάει με το στόμα γεμάτο
 και δίνει το σώμα της για μόνο κρουστό.

 ξέρει μόνο ό,τι έχει δει
 ό,τι ήρθε κατά πάνω της με φόρα
 και φεύγει πριν την διώξουν.