Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

άγγελος

- Να πεθάνεις, να πέθανεις. .
- Με τα νάζια που μου κάνεις;
- Φύγε ρε τσόγλανε να μην σε βλέπω. . .

 Και έκανα ότι μου είπε. Έχω χιούμορ αλλά και πόδια. Η ντροπή δεν βγάζει πουθενά και οι βλακείες επαναληπτικές. . . Αλλά όχι και να ενοχλώ, μεγάλη γυναίκα. . . Είχε παραγίνει κόκκινη αυτή την φορά. . . Ήταν η στιγμή που ξέχασε γιατί με φώναξε. . . Κάποτε, νόμιζα, αγαπηθήκαμε - αλλά σαν να την ακούω . . . Νομίσματα στον πάτο σου, να το κάνεις κουμπαρά, ρε. . . - και υπήρχε λίγο γέλιο. Ή μάλλον πολυ γέλιο. . . Μπαινοβγαίναμε στο γελοίο αλλά μετά από μια στιγμή ξεχνούσε. . .
  Της έλεγα ότι τραγικοί είναι μόνο οι αρχαίοι που δεν είδε κανείς  - κι έπειτα καλοψημένο, ένα ΄΄ποιος-κοροιδεύει-ποιον;΄΄,ομορφιά μου και θύματα αμέτρητα στην ουρά. Έβριζε και μου έλεγε κάτι σίγουρο και βαρύ, αμετακίνητο.
  Και το πήρα με τα πόδια από το Ιπποκράτειο, νύχτα. . . Δεν υπήρχε κανείς να του φορτώθω μέχρι να ξημερώσει. . . Γιορτές και όλοι οι γνωστοί τραβήξανε στις βάσεις τους. . .
 Μια ευθεία όλη η διαδρομή και δεν σκεφτόμουν τίποτα. Μόνο αυτή την ευθεία και ότι χάζευα σε αυτή. Αμάξια λίγα στο πέρα δώθε, κάναν σα και ΄μένα που να ξέμεινε και ένα ζευγάρι στην είσοδο μιας πολυκατοικίας για τα τελευταία.
  Κοντά στις τρεις τα πόδια και το κεφάλι μου παρέδωσαν και την έπεσα σε μια στάση στην Μοναστηρίου, πέρα από τις πιάτσες με τα κορίτσια. . .
  Με ξύπνησε και είπα  


- Αντιγόνη. . .
- Άγγελος. . .
- Τι Άγγελος; Ποιος;
- Εγώ ρε φίλε. . . Ο Άγγελος. . . Δεν με θυμάσαι; Πριν καμιά ώρα σε ρώτησα αν μπορώ να παρκάρω το αμάξι μπρος στην στάση και μου είπες κανένα πρόβλημα. . .
- Α, ναι. . .
- Ναι. . .
- Ναι. . . Και τώρα τι θες;
- Δεν θυμάμαι που το πάρκαρα και εσύ θα θυμάσαι. . .
- . . .
- Δεν θυμάσαι;
- Θα θυμάμαι. . . Κατά πίσω είναι. . . Στην Γιαννιτσών. . .
- Δεν είμαι από δω. . . Μήπως, ρε φίλε, μπορείς να ρθείς να το βρούμε;
- Να 'ρθω. . .

 Και μπρος εγώ, πίσω αυτός, να ψάχνουμε. Φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον.
 Μέχρι να το βρούμε μου τα είπε όλα τα δικά του. Ήρθε από την πόλη του, μόνο και μόνο να πάρει την δόση του, σε ένα γνώστο που είχε, και ο πατέρας του πέθανε, ο πατριός δεν τον χωνεύει, η μάνα καλή καρδιά και αυτός ψάχνει δουλειά να μη λένε οι γαμημένες οι κακές οι γλώσσες. Στο τσακ ήμουν να του πω όλα καλά θα πάνε. Σε μια φάση με ρώτησε αν ήμουν στις πουτάνες.

- Πήγα αλλά με διώξανε. . .
- Αλήθεια;
- Όχι. . . Πού λεφτά για γούστα, Άγγελε. . .
- Και γω. . . Θα την κόψω. . . Θα βρω μια δουλειά και μετά. . . Τσίλικος. . .
- Ωραίος. . .
- Ωραίος θα ΄μαι. . . Δεν μου λες. . . Ποια είναι η Αντιγόνη που είπες όταν σε ξύπνησα;
- Μια που ό,τι θυμάται. . Α, να το αμάξι σου. . .

 Για να με ευχαριστήσει είπε να με πάει μέχρι το σπίτι μου.

- Το 'χεις  ή θα το σεντράρεις σε καμιά κολόνα;
- Ρε. . Ρε. . Μπες, θα δεις. . .
- Άντε να δώ. . .

 Και με πήγε, μια χάρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: