Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

περίπατος

Και τον Άι Γιώργη άκουσα να ψάλλει
με κόκκινη κορδέλα, δεμένη στο καρπό,
απ΄ την ψυχή του να κερνάει.

  Μου αρέσει η γιορτή του Άι Γιώργη. Για τον απλό λόγο ότι εκείνη την ημέρα - και παραμονή αυτής - το 19, το λεωφορείο που μας έφαγε τα νιάτα, αντί για την Καραμανλή, πάει από την Κατσαντώνη και με αφήνει μια δίπλα στο σπίτι μου. Τι πιο όμορφο; Αλλά είναι ένα κάρο ωραίες σκέψεις και στιγμές που επιστρέφουν, σαν καλοί - όχι μεγάλοι, δηλαδή πρησμένοι - ποιητές, πότε πότε.

 Είναι το καρφωτό Thank you, στο Bamboolazed by love - ΄΄το σκατό χτυπάει τον ανεμιστήρα΄΄ -  και το solo της κιθάρας στο Carolina Hardcore Ecstasy, του F.Z.

Είναι ο Αχιλλέας από την Αθήνα. Την Τσικνοπέμπτη, ξημέρωμα Παρασκευής, με πέτυχε να φοράω τα ρούχα του παππού και να περιμένω το πρώτο λεωφορείο στην Αντιγονιδών, να γυρίσω στα δυτικά.

- Σκορδά, ρε Σκορδά, τι είναι αυτά που φοράς;

 Είχε μια ξανθιά, δυο μέτρα και δυο στρέμματα δίπλα του να τον κοιτάζει στα μάτια. Έβγαλε ένα εικοσάρικο, της το έδωσε και της είπε - Τράβα και πάρε ένα καρέλια χρυσή. Ή μάλλον δυο, γιατί αυτός καπνίζει πολύ. Μετά με ρώτησε - Που έχει ωραία θέα, εδώ πέρα; Του είπα - Στα κάστρα. Ωραία θα είναι. Μας έβαλε στην Mercedes του. Στο πίσω κάθισμα όπου έκατσα βρήκα ένα μπουκάλι βότκα και ένα μπουκάλι ουίσκι. Να τα. . . λέω αλλά με προλαβαίνει ο Αχιλλέας, φωνάζωντας - Βούτα τα. . . Μανάρι μου, θες λίγο; Το μανάρι του, τραβάει γερές και μου δίνει. Πάσα το μπουκάλι - σαν διάλογος σε έργο που μπήκα τζάμπα να το δω.
  Στα κάστρα ξεδιπλώνουμε όλη την παραμύθα της στρατιωτικής θητείας στην Θήβα. Άνοιγα το πακέτο με τα καρέλια τα χρυσά και ορμούσαν όλοι. ΄΄Το καλύτερο τσιγάρο, το καλύτερο. . .΄΄. Μαζί τους και ο Αχιλλέας. Έτσι γνωριστήκαμε.
  Η δίμετρη / δυο στρέμματα, είναι όλο ερωτήσεις. Της εξηγώ και γελάει περισσότερο. Πίνουμε, γελάμε. . . Εκείνη πότε πότε σηκώνει την φούστα της και ο Αχιλλέας την θυμάται και την πασπατεύει λιγάκι. Γελάει.
  Έχει ξημερώσει και ο Αχιλλέας με ρωτάει αν έχει κάνα καλό πατσατζίδικο στην ΄΄ρημάδα΄΄ την Θεσσαλονίκη. Τραβάμε για του Τσαρουχά. Εκείνος παραγγέλνει ένα πατσά΄΄άνευ, άνευ΄΄ - μου άρεσε αυτό, έτσι τον έτρωγε και ο παππούς ο Σκορδάς - εγώ μια κοτόσουπα και η δίμετρη μια μερίδα πατάτες φουρνιστές. Στο τέλος, τα πληρώνει όλα ο Αχιλλέας και με γυρίζει στο Κορδελιό. - Θα τα ξαναπούμε, Σκορδά και μου δίνει τα δυο μπουκάλια - όσο περίσσεψε.



 Είναι το τραγούδι του Μπακιρτζή, στο οποίο μας λέει - Ο Παναγιώτης χαμογελάστος. Μου θυμίζει τον αδερφό μου και τον συμπολεμιστή Μπούργκ Γκαζάν στο Πολύκαστρο.


 Είναι ο Βότσης, με το γέλιο του, γεμάτο παράσιτα.


 Κινήσεις σκακιού, αποκωδικοποιημένες σε νότες. Αγίου Δημητρίου. 4Γ.

 Είναι ο Σούλης Νταλέσκου, αυτοεξόριστος όπου υπάρχει φτηνό αλκοόλ και φθηνή κατοικία, με την γυναίκα του να μαζεύει όλα της τα δίκια και να του τα πετάει με πυροβόλο. Από την Ιταλική στην Ιβηρική χερσόνησο. Και εκείνος, καρδιά αγάπη, καρδιά απάτη.


 Είναι ο Γιώργος ο -όχι - Ροδίτης με την Μαριλού, χωρίς το ακορντεόν της. Έχει όμως το χειρόγραφο του ΄΄Μοντάζ΄΄ - την πρώτη μορφή. Τους συναντώ τυχαία. Χαμογελούν και μου εύχονται.


 Είναι η Γιουδήθ Φρυν.η με της αντιδιαμετρικές της ανταποκρίσεις. Δεν της στέλνω περισσεύματα. Της στέλνω ό,τι μου απέμεινε και εκείνη ανταποκρίνεται με την χαμηλόφωνη φωνή της. Γεμάτη ένταση, γεμάτη μυστήριο κέφι. Θα ανταμωθούμε κάποια στιγμή από κοντά, να την σηκώσω στους ώμους μου, το γέλιο της να ακούσω.


 Είναι η Δέσπω- Σπούλα, φρέσκια Debra, που δεν είναι λυπημένη, βαριέται μόνο εύκολα. Στην Ζωοδόχου Πηγής, κοντά στο σπίτι της, τραγουδούσαμε το ΄΄Πολλαπλό σου Είδωλο΄΄. Χαρούμενοι, σατιρίζοντας το κάθε καθυστερημένο μας αντάμωμα.


 Είναι ο τύπος που πουλάει επιγονατίδες σε προσκυνητές και όσοι με κούρσα με γύρισαν σπίτι.


 Είναι η Αντιγονάρα, παλιά Debra, αθάνατη - δηλαδή να την σκοτώσεις θες αλλά δεν μπορείς - που μου τηλεφωνεί συχνά και με στέλνει στο διάολο. Έτσι μου κανονίζει ένα ραντεβού μαζί της.


 Είναι ο Βασίλης, που το δερματάκι του σκίζει και εκτίθεται για μένα.


 Και η Αφροδίτη από την Πρέβεζα. Μου είχε πει ΄΄Άντε πνίξου΄΄ και έφυγα σφαίρα  - αφού έβγαλα τα παπούτσια - για τον Αμβρακικό κόλπο. Το χάρηκε. Είπε σε πολλούς να πάνε να πνιγούν, μόνο εγώ τράβηξα για αυτή την δουλειά.

 Και ο Ντινάκος που μου γράφει Θέλω να σου πω ένα σκηνικό στο δρόμο για το αεροδρόμιο της Σεβίλης και να μου γράψεις (αν σου αρέσει η ιδέα και σου βγει) έναν διάλογο.... Νομίζω πως αν ήσουν εκεί θα γελούσες. Αυτό που δεν ξέρει, είναι ότι ήμουν εκεί. Χα.

 Αυτός ο περίπατος.



Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

h.

- Τι διάολο; Σε σαλούν παίζανε;
- Σοφόν το σαφές.
- Και λίπασμα το νεκρό που δίνει ζωή - το σκατό που δίνει ζωή. Θες;  Αλλά τι ήθελες να πεις;
- Ό,τι δεν είναι όλα ένα. . .Ας μην είμαστε απόλυτοι.
- Απόλυτοι; Εδώ ολόκληροι δεν μπορούμε να είμαστε, θα πάμε και αλλού να ρημάξουμε;
-  Καμιά βόλτα ίσως. . . Νοερά.
- Νοερά, όλα είναι απ΄ όλα. Κατουρημένες γυναίκες, άνδρες ανταλλακτικοί, παιδιά που δεν πήραν χαμπάρι τίποτα ακόμα για να τα κάνουν λίμπα, να φάνε λαρύγγια παραδόπιστα. . .
- . . . νύχτες ήσυχες, θα έλεγα, ζεστές κάπως και από το πουθενά, από το τίποτα, ένα αεράκι να ορμάει πάνω σου και να σε γλυκαίνει ολόκληρο. Δέρμα και ψυχή.
- Τσουβάλι και τεφτέρι δηλαδή. Ναι, μπορεί. . . Είχε γυρίσει ο άλλος στην καλή του, με τα παπάρια του φρεσκοξυρισμένα, να του τα χαϊδευει το αεράκι και της είπε Μακάρι να είχες αρχίδια να νιώσεις αυτή την αίσθηση.
- Και εκείνη του είπε;
- Ανάθεμα με κι αν ξέρω.
- Τότε γιατί μου το λές αυτό, αν δεν ξέρεις το τέλος;
- Στο είπα, δεν είμαστε απόλυτοι. . . Ούτε καν ολόκληροι.
- . . . 
- Έχω όμως μια συνταγή για παστέλι. Από Γρεβενά.
- Από Γρανάδα θέλεις να πεις. . .
-  Πάντα τα μπερδεύω αυτά.
- Κι άλλα μπερδεύεις.
- Ναι.
- Για πες την συνταγή.
- Άκου. . .Πήρα ο χαμένος και να το φτιάξω και μου ήρθε η έμπνευση. . . Άκου. . .Η μαγκιά έχει ως εξής: σκέφτηκα πως θέλω να χει αυτήν την καραμελένια και τραγανιστή γεύση και έριξα σ΄ ένα τηγάνι ζάχαρη στο οποίο σε χαμηλή φωτιά άρχισε σιγά σιγά να γίνεται καραμέλα και μετά την έσβησα με μέλι, Αυτό ήταν. Μετά έριξα το σουσάμι που το καβούρδισα σε ένα άλλο τηγάνι. Το άπλωσα και έγινε πιο νόστιμο.
- Δεν μου αρέσει το παστέλι.
- Και τι με αφήνεις να μιλάω σαν μαλάκας;
- Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να μιλάς. Δεν με ενοχλεί.
- Για αυτό σε χαίρομαι. Ενώ δεν θέλεις να με βλέπεις, σου αρέσει να με ακούς.
- Όχι ακριβώς έτσι. . .
- Τίποτα δεν είναι ακριβώς έτσι. . . Το ήξερες ότι ένας άνθρωπος γυμνός δεν έχει τσέπες;
- Έχει όμως άλλες τρύπες.
- Όχι όμως μπαλωμένες.
- Για αυτό ψάχνει πάντα κάποιον να τις μπαλώσει.
- Για μαλάκα ψάχνει;
- Όχι. Για μάστορα. Σου δίνω κάτι για να με μαστορέψεις. Βέβαια, αν πέσεις σε μάστορες. . .
- Σε γδέρνουν, έ;
- Ποντάρουν στην άγνοια σου και σου πίνουν το αίμα.
- Μάστορες, πολιτικοί, εραστές. . .
- Όλοι δουλεύουν.
- Σωστά.
- Σαν ζόμπι ντέφια.
- Τι είναι αυτα;
- Σαν ντέφια αλλά αναστημένα.
- Πως είναι ένα αναστημένο ντέφι;
- Όπως ένα κανονικό. . . Απλώς είναι πιο ξεκούραστο. Και ίσως βγάζει κάτι παραπάνω από τα άλλα.
- Εγώ στα ζόμπι δεν πιστεύω και τόσο. Θα επιστρέψουν μόνο αν η ζωή τους ήτανε καλή. Αν ήταν άστα να πάνε, γιατί; Γυρίζουν το πλευρό τους το σαπισμένο και τραβάνε για άλλα όνειρα. Ξεγυρισμένοι ύπνοι. . .
- Είναι η πίστ. . .
- Πίστη είναι, σαν να είσαι ο ηθικός αυτουργός σε κάποια μαλακία - χόντρη, λεπτή, χωνευμένη, κουκουλωμένη με τα χρόνια - και μετά από αυτή να σφυρίζεις αδιάφορα και να λες παραμυθάκια. Ούστ.
- Θα την χρειαστείς κάποια στιγμή. . . Με την ζωή που κάνεις. . .
- Με την ζωή που κάνω - όπως λές - το μόνο που θα χρειαστώ είναι έναν άνθρωπο πλάι μου, να με ανέχεται. Άντε δύο - αν είμαι τυχερός.
- Ποτέ δεν ήσουν τυχερός.
- Οπότε, πάμε στον έναν.
- Και σου φτάνει;
- Στο είπα και στην αρχή, βλάκα. . . Δεν είμαι απόλυτος, δεν είμαι ολόκληρος. . . . Οπότε, ένας και φτάνει. Το ένα ίσον κανένα, είναι για τους διψασμένους και τους νοσταλγούς. Τα περίσσια να πάνε στα τεφτέρια με τα γαμήσια και τα χρέη.
- Και η φύση;
- Που κολλάει η φύση; Η φύση ό,τι σκατιά και να της κάνουμε, γελάει. Εδώ οι δεινόσαυροι εξαφανίστηκαν - που ήταν και πιο έξυπνοι από εμάς - και εκείνη ντούρα, σκηνικό που δεν χαμπαριάζει από απόψεις. Το φύσημα θα το δώσουμε από μόνοι μας, σε εμάς. Διακοσμητικό το ανθρώπινο είδος. Δεν το καταλαβαίνουν όμως οι άνθρωποι.
- Κι η μουσική;
- Μουσική τα πάντα. Από πάντα. Από το χτύπο της καρδιάς, το ξυπνητήρι, το καζανάκι, τα καρφιά που χώνονται, ό,τι χωνεύεται και γίνεται σιωπή, όλα, όλα μουσική. Απλώς δεν θα υπάρχει κάποιος να την ακούσει.
- Χα.
- Χάραμα, χαραμάδα. . .
- Επαναλαμβάνεσαι.
- Όπως εσύ. . . Όπως όλοι. Ξυπνάνε και ορμάνε στην επανάληψη. . . Με ρυθμό που πότε πότε αλλάζει.
- Αλήθεια;
- Όχι. Τα λέω αυτά επειδή δεν έχω τίποτα. Μόνο εσένα να με ακούς. Σου αρέσει να με ακούς. Δεν σου αρέσει να με βλέπεις. Το έχω ξαναπεί αυτό;


Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

T.S.A.T.L.T.S.T.D.W.


για την Μαργκώ Γκροτέσκα


Μπουμ από εδώ και μπουμ από εκεί


περασμένες, τριάντα χέρια, αγάπες, όχι κουβέντες και βουλωμένες οι μητέρες.

Τα αναγκαία
τα αναγκαία ήταν τα προβλεπόμενα
τα αναγκαία ήταν υπερκοστολογημένα
τα αναγκαία ήταν μόνο μιλημένα
σε καιρούς για ανοιχτά μυαλά
και κεφάλια ανοιγμένα.


Δαρμένος, αυτόματος, μονόπρακτος και χαζός, χωρίς άλλες σφαίρες
και η άλλη λυσσασμένη και μπερδεμένη - με όλες της τις μέρες
με όλα της τα σκοτάδια άτακτα. Με παραπάνω λέξεις. Σπασμένες, χτυπημένες,
άλλες λέξεις, άλλα λόγια και δεν σκοτωνόμαστε.
Μπορούν να σηκώσουν τα πάντα, ο εαυτός τους μόνο, με αυτόν πλακώνονται,
με αυτόν σκεπάζονται.

- Δεινόσαυροι καταντήσαμε.
- Έτσι ακριβώς θα μας βρούνε. Εσύ θα γκρινιάζεις, εγώ θα ακούω τα μισά και θα ελπίζω στις λιγότερες απώλειες. Άπαντα μαλακισμένα - και θα γελάς. Θα θυμάμαι λεπτομέρειες του κερατά, ασήμαντες κι άχρηστες - μέχρι να τις θυμηθώ - και θα απορείς. Είναι αυτός ο πούστης ακόμα βαρύς; Όλα αυτά τα κέρατα που θυμάται, είναι ένας ακόμα πρόλογος; Πλάνη πουλάει για να χουφτώσει; Έκπληξη για προφήτες σκασμένους στην σιγουριά;  Πότε θα ξεχρεώσει;
Πότε θα μάθει;

. . . 

διάλειμμα


  Στο νοσοκομείο προχωρούσα. Οι διάδρομοι δεν τελείωναν. Θάλαμος 245, εκεί ταμπουρωθήκαμε. Οι γιατροί ξέρανε τον Mengele καλά. Οι νοσοκόμες ουρλιάζανε - Να πάτε να ψηφίσετε τους άλλους αν δεν σας αρέσει εδώ. . . κτλπ κτλπ. Μπέρδεψαν την ψήφο με τον ψόφο. Νταβραντωμένες οι νοσοκόμες. Αλλοιωμένες από την ορθοστασία, την αϋπνία και το νταλαβέρι με τους πονεμένους. Δύσκολα να τις κάνεις ζάφτι. Νοερά - γυροβολιά στο κεφάλι μου - οι ασθενείς παίζανε υπερατού με τους φακέλους, βελάκια με τις σύριγγες. Όλοι ήταν κερδισμένοι. Η ώρα θα περνούσε. Ο καθηγητής με την βουβή - σαν χαμένη - ακολουθία του, οι τραπεζοκόμοι, οι νυχτερινές νοσοκόμες, οι εφημερεύοντες, πομπή ολόκληρη. 
 
 . . .

Θα γελάω τότε. Ο κόσμος καίγεται, εκείνος στέκεται. Προφίλ ξεφτιλισμένο χωρίς πόζα. Ψυχή χωρίς τσιγκέλι για αξεσουάρ. Δεινόσαυροι αγκαζέ. Αφάγωτοι, ατελείωτοι, ανιστόρητοι χωρίς μούχλα και απόψεις.


Αγκαλιασμένοι αλλά όχι αλεξίσφαιροι. Από τα αζήτητα με κέφι και φόρα.

Αμνησία στο φιλί, καυτός αέρας στα πνευμόνια - και ΄΄να με λες Debra.΄΄ -
είσαι εσύ, είσαι εσύ ακόμα.

Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

Debra

Debra οι χοροπηδηχτάδες σου τρανοί

Debra δεν θα σε σκοτώσουν απόψε οι τρελοί

Θα τους μπερδέψεις

κόκκινοι και ασβεστωμένοι

αντί για βαλς αναστενάρια σε τσιγαρόβηχα μινόρε

απόψε Debra, γαμώτο - μου πήρες το μπουκάλι από το χέρι και μου το κοπάνησες στο κεφάλι, σαν βαφτίσια πλοίου και καθέλκυση. Ζαλισμένος, μάζεψα τα γυαλιά από το πάτωμα ενώ με πασπάτευες να βρεις τα τσιγάρα μου. Άναβες τον αναπτήρα και φύσουσες  να σβήσεις την φλόγα - Αν δεν πιάσουν οι ευχές, εσύ θα φταις . Ναι, Debra, κι αν πιάσουν, αλίμονο μου πάλι. Ηρέμησε, μην στεναχωριέσαι. Μικρό το κακό πάντα, λιγότερο το κακό, κι ας βρίσκει το πούστικο τρύπα να χώνεται. . . Θα τα μαζέψω όλα, θα καθαρίσω το σπίτι, όλες οι γωνιές θα είναι δικές σου, Debra. Δεν θα πω τίποτα κακό, δεν θα ειρωνευτώ, θα τα εννοώ όλα - τα αστεία μου δεν θα ενοχλούν κανέναν. Σαν αεράκι θα περνάω, λογάκια θα είναι όλα και θα κυλάνε. Τίποτα βαρύ - άσε τα ασήκωτα σε εμένα. Εκείνοι κομπάρσοι που λέγανε ΄΄Φυγέτε ηλίθιοι, θα τους καθυστερήσω εγώ΄΄ και σου άρεσαν πολύ. Με αυτούς θα πάω και θα καθυστερήσω τους άλλους κάμποσο. Στο ίδιο σημείο θα είμαι, με νύχια, δόντια και ό,τι άλλο βρω, Debra. Με ό,τι έχω και δεν έχω θα αυτοσχεδιάσω. Θα ζήσω, Debra και εσύ παίξε όσο θες. Θα τα γράψω όλα κι ας φτάνουν τα μισά. Όλα. . . Με ονόματα και τις βλακείες που σέρνουν. . . Ολα , όλα Debra, ακούς. . . Μόνο, αυτό, να θυμάσαι το όνομα μου και να το ακούω πότε πότε από το στοματάκι σου. Ξέρω, ο κερατάς δίπλα σου, κάθε πρωί είναι βαρύτερος και απαιτεί, μα εγώ έχω δυο, τρία αστεία καβάτζα - αυτά με σώσανε - και αυτός με σπασμένο το χέρι, δεν μπορεί να μου κάνει πολλά, Debra. . . Εσένα σε έχει τσακίσει, ξέρω, δεν σε έκανε δικιά του, μου το είπες - Ήμουνα δικιά του. . . Ναι Debra, το μουνί σου χόρτασε περιπέτεια και ο σβέρκος σου κοπάνημα, το μυαλό σου το γαμημένο. . .  Και ούτε μια φορά δεν σε είδα να κλαις ενώ εσύ. . . Ντάξει, θα σταματήσω, όχι τα παλιά, ναι δεν. . . Ακίνδυνος θα είμαι, Debra. . . Κακό μόνο σε εμένα μπορώ να κάνω - το είδες πολλές φορές - αλλά θα ζήσω. Θα ανταμώσουμε κι άλλες φορές και θα είσαι η ίδια και εγώ θα φοράω μαύρα αλλά θα λάμπω, όπως μια φορά φαρμακερή και ένα καιρό χαμένο.


Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

μ.

 από τον Κ.

καλή καρδιά χαζή καρδιά
       ανάποδα χτυπάει
ματώνει από τα μέσα 
δεν ξέρει πότε να σταματήσει
δεν ξέρει πως θα γυρίσει.
         



v.

τα πράγματα ξεκίνησαν απότομα να γελάνε

- αγκαλιές, λεφτά, ψίχουλα, ψυχούλα, καφέδες, οικογένειες, επιφάνειες, αντάμωμα, ανάθεμα, σιωπή, μια καλύτερη ζωή πάνω, μια καλύτερη ζωή κάτω, σχεδόν άνθρωπος, ψέματα, κοπάνημα, σκατοψυχιά,
κάβες, καβάτζες, μισό δάχτυλο νίκης, βασανιστήρια, υπομονή, ξεκλήρισμα, εχθροί,
μούτρα που δεν τα λένε όλα, τρέλα εδώ και εκεί, μηδενικά που κυλάνε όμορφα, πίστη συνθηματική, παιχνίδια από φυσικού τους -

υπήρξαν τα πράγματα και τώρα με την σειρά τους, γελάνε.


j.



δεν κλαιγόταν

ήταν πια πόνος ολόκληρος

με ξεφτιλισμένο προφίλ

με το βάδισμα τους πάνω του

και τα χέρια του ξένα

να χαιρετάνε, να σερβίρουν, να πασπατεύουν

για να μαθαίνουν


να τον πνίγουν
για να μάθει.

Β.

  Ήταν πριν τα χακί, πριν τα χρυσά καρέλια και την Σπούλα. Η Α. ακόμα γυρνοβολούσε στο κεφάλι μου. Το κεφάλι μου ακόμα δεν είχε κουρκουτιάνει. - Για να φουσκώσει το κουρκούτι, ρίχνεις μπύρα στο μίγμα. . . Μπορείς για την ίδια δουλειά, να βάλεις αντί για μπύρα, σόδα. . .- Πρέπει να ήταν Σεπτέμβριος γιατί εκείνη το απόγευμα κουβάλησα κάτι καρέκλες στην διεθνή έκθεση και πήρα λίγα λεφτά. Δεν πρέπει να ήπια. . . Όχι. Τράβηξα κατα την Ναβαρίνου και σου αγόρασα ένα βιβλίο. Το είδα και σκέφτηκα ότι θα σου άρεσε. Ήταν φτηνό. Ήταν η Μουσική του Έριχ Ζαν, μια μικρή ιστορία του H.P.Lovecraft, γραμμένη τον Δεκέμβρη του 1921. Μικρή, απλή έκδοση με πρόλογο μεγαλύτερο από το ίδιο το κείμενο. - Να γράψεις ένα ποίημα που ο τίτλος θα είναι μεγαλύτερο από το ίδιο το ποίημα. . . Μπορείς; - ( Τότε άκουγες Thrash Metal; Λογικά θα κορόιδευα, θα σε πείραζα για τα φωνητικά. Η μουσική πάντως μου άρεσε. Οι μεταλάδες τον αγαπούν τον H.P.L.) Ο Έριχ Ζαν έπαιζε τσέλο και ήταν μουγκός. Ναι, τα θυμάμαι σιγά σιγά όλα. Όταν έφτασα σπίτι σου, έριχνε χιονόνερο. Σου τηλεφώνησα ότι έφτασα και κατέβηκες με τις πιτζάμες. Μόλις είδες το βιβλίο άρχισες να χοροπηδάς, με αγκάλιασες. Έφυγα χαρούμενος. Έφυγα καλύτερα. Αργότερα το διάβασε και ο Ντίνος. Την ίδια εποχή πάνω κάτω, αγόρασε ένα τσέλο.

 - η φωνή ακουγόταν αβέβαιη αλλά δυνατή. . . Να σταματήσουν οι βλακείες. . . Να σταματήσουν οι βλακείες. . . Μην πιεις άλλο. . . Μην μιλήσεις άλλο. . . Μετά θα τρέχεις, θα μετανιώνεις και δεν θα σου φτάνει ο αέρας να απολογηθείς. . . Οι πληγές δεν έχουν φερμουάρ. . . Το ξέρεις, ρε. . . Από πάντα. . .-

  Χθες τα έκανα όλα ανάποδα. Όλα εναντίον μου. Όμως βρήκα πάλι και σου αγόρασα ένα βιβλίο. Το έχω πλάι μου τώρα που σου γράφω. Να έρθεις το απόγευμα να το πάρεις. Δεν μπορώ να ΄ρθω, δυστυχώς. Άνοιξα πάλι μέτωπα μέσα μου. Κάποια στιγμή θα πιάσω όλα - πριν με πιάσουν για τα καλά αυτά - και θα στείλω στον αγύριστο. Χωρίς χαιρετούρες. Μια κι έξω. Μέχρι τότε όμως. . . Πρέπει να ανασυνταχτώ - Έρωτες, μάχες, γωνιές - να ηρεμήσω. . .
  Θα τα πούμε.

   Για να φουσκώσει το κουρκούτι, ρίχνεις μπύρα στο μίγμα. . . Μπορείς για την ίδια δουλειά, να βάλεις αντί για μπύρα, σόδα. . . 

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

287


  Δεν ήταν πριγκίπισσα του σκότους, το πολύ πολύ θυρωρίνα να την βάζανε αλλά έφυγε τώρα, βρέχει όλη μέρα και οι ανταποκρίσεις από τα πιο μακριά από εδώ πάνε και έρχονται. Ο άλλος αδειούχος ντεμπουτάρει κάθε μέρα στο μεγαλείο του. Τραγούδια με μπλιμπλίκια που δεν καταλαβαίνω αλλά μου αρέσουν - ίσα ίσα να φτιάξει η διάθεση και ούτε μια απώλεια.

- Τάισες τους χουλιγκάνους; Ο ανιψιός σου είναι 8 μηνών και από τώρα ποζάρει. . . Ο δικός μου έφτασε εικοσιέφτα χρονών και ακόμα μια κουβέντα της προκοπής δεν είπε. . .  Ποιος ξέρει;

- Οι ρουφιάνοι ξέρουν. . . Οι αυτόχειρες το συνιστούν. . . Κάνας σωσίας περισσεύει να κάνει την σκατοδουλειά;  Τελειώσαμε από αποτυχυμένους με χιούμορ;

. . . Στην Γρανάδα, βρέχει;  Εδώ περιμένουμε τον Νώε αλλά ζώα δεν έχουμε. . . Ούτε επιδόματα. . . Είμαστε ρεζιλίκια χωρίς εισοδήματα, με πόδια. . . Είμαστε αναλώσιμοι αλλά έχουμε γούστο πότε πότε. . . Χθες κατεβήκαμε στην υπόγα που έχει τα πάντα - από μαριονέτες και σκελετούς γυαλιών μέχρι δονητές και δίτομο το ΄΄Μαίτρ και Μαργαρίτα΄΄ του διαολεμένου του Μπουλγκάκοφ. Και Παπανούτσο. Πολύ Παπανούτσο. Αυτόν που μας κοτσάρανε τα κείμενα του και έπρεπε να τα αναλύσουμε, να γράψουμε μια περίληψη, δεν θυμάσαι;
  Είδα καμιά πενηνταριά ποιητικές συλλογές, με αφιερώσεις - αφιερώσεις να δεις, στάζανε από παντού. . . -  η μία πάνω στην άλλη, καταχωνιασμένες από δω και από εκεί. Θα πω στον πραματευτή να κρατήσει μια γωνιά και για την δική μου συλλογή, από τώρα.

- Ο τίτλος της;
- ΄΄Ο Θρίαμβος των Αχρείαστων.΄΄
- Άμα είναι δοκίμιο;
- ΄΄Δυσκοιλιοτήτα - ένας παρεξηγημένος εσωτερικός μονόλογος.΄΄.
- Πετυχημένο.
- Ναι. . . Σαν το ΄΄Η Lolita στην Disneyland΄΄.


  Αγόρασε 5 τεύχη ενός περιοδικού,με ημιεπίσημες γνώσεις, ( Ποιος είναι τόσο ηλίθιος για τα ξεράσει όλα ή να τα ξέρει όλα; ) - ευτυχώς όχι καμιά αστυνομική επιθεώρηση λογοτεχνίας -, ένα ευρώ το ένα. Εγώ πήρα πέντε μπύρες, 70 λεπτά την κάθε μία. Μετά τραβήξαμε κατά την Ναβαρίνου για λίγο. Φυσούσε πολύ, ο άλλος αναστέναζε, τσιγάρα δεν είχαμε και είπαμε να γυρίσουμε. Μέχρι να πάρουμε το λεωφορείο αλλά και μέσα σε αυτό, είπωθηκαν πολλά πράγματα. 

  Αστράφταμε και φωσφορίζαμε. Μπαινοβγαίναμε σε γελοιογραφίες. Παραμύθιασμα και Αποπαραμύθιασμα αγκαζέ. - Κάψε/Σβήσε, όπως λέει και το τραγούδι. - Εραστές, ανεργοι, ,κομίστες, ρουφιάνοι, μεταπτυχιακοί αυτοεξόριστοι, επενδυτές, νοικιασμένα δικαιώματα, η Debra Kadabra, μυαλά κουβάρια, μακαρονάδες που μας περιμένουν κάθε μέρα, ερασιτεχνικές καλές καρδιές, κάποιος καθικαράς που μας θυμήθηκε και ό,τι σημαδέψαμε, μας πέτυχε. Τάκα τάκα η ατάκα μπροστά μας μαζί με τον κόσμο που ήταν από πάντα εκεί. . . Όλο και πιο πρησμένος.

 Ρίχναμε κυβερνήσεις και σηκώναμε. . . Τίποτα δεν σηκώναμε. . . Μας έφτανε που ήμασταν όρθιοι εμείς. Έστω και εναντίον μας.

- Τι ωραία κορίτσια που έχει η πόλη σας. . .
- Δεν είναι απο εδώ.
- Α. . .
- Ούτε εμείς είμαστε απο εδώ. Ανάθεμα με πως βρεθήκαμε εδώ. . .
- . . .
- Βρέχει καθόλου στην Γρανάδα;


Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

μισού μήκους

μονοπάτια, φαγωμάρα και
κρεβάτια - γυρίσαν όλα καπάκια -
έρωτες, σπουδές
τις δικιές σας ζωές
τις κάνατε σαν τα μούτρα σας
- τι άλλο; - και έπαιζα άχρηστος όλος
με το κεφάλι μου τον σκλάβο
και έβγαλα μια άκρη μικρή
για να καθίσω.
 
δεν γύρισα τον κόσμο / μόνο πλευρό

και σε είδα.

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

r.

για βούλιαγμα, για φούντο

για πέταμα ό,τι ήταν να πετάξει

τρεις ουρανούς παρακάτω

με ένα ανεμιστήρα στην πλάτη

και δαγκωματιές εκεί που το μάτι

δεν φτάνει


ο κόσμος ακόμα καίγεται
κι εκείνος ακόμα στέκεται.