Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Κοιμωμένη, άμμος

Father O'Blivion και
 Πάτερ Συνέσιος
 και
 Αναστήθηκε ο πούσταρος. 

 Ναι, αναστήθηκε ο πούσταρος.  Το χαμένο κορμί, ο τζαμπατζής και δήθεν σκοταδόψυχος, με μουράκλα που τα ξέρει όλα. . . Την διεκδίκησε και την έχασα. . . Μετά που άφησε το παραμύθι του να γκρεμιστεί μόνο του έχασε και εκείνη . . . Και της είπε για εμένα. . . ΄΄Τέτοιοι σου αξίζουν. . .΄΄.  Έίδες; Έκανε και κριτική ο τραγόπουστας. Εγώ όμως δεν τον είδα, δεν τον πρόλαβα να δει ότι και εγώ θα του άξιζα για κάνα τέταρτο - δεν ήθελα παραπάνω - να σκάσω μπροστά του, χαράτσι για τις αμαρτίες του και να τον κάνω αγνώριστο. 
 Αλλά αυτά πέρασαν. . .
 - Πέρασαν;
 - Περνούν.


 πιο πριν

 Ύφος ανθρώπου που έχει ευθύνες, πληρώνεται για αυτό και διατάζει. Με κοιτάζει σαν χαμάλη αλλά κάποιος του λέει ότι είμαι τεχνίτης. Δαγκώνεται που δεν του βγήκε η διαταγή και φεύγει πίσω φωνάζοντας ΄΄Σαράντα χρόνια δουλεύω, τέτοιο πράγμα. . . Τέτοιο πράγμα δεν έχω δει. . .΄΄

- Άντε ψόφα ρε μάστορα. . .  Δεν θέλουμε περισσότερα λεφτά. . . Εσύ να ζήσεις κι ας είμαστε φτωχοί.


 πολύ πιο πριν

 Ο Καπετάνιος είναι δυνατός - και το ντοσιέ του με τα σκίτσα μαζί του πάνω στην σκηνή - από το στόμα του βγαίνει ένας γαλαξίας, μπερδεμένα πράγματα που καίνε και δροσίζουν, μπερδεμένα, μπερδεμένα πράγματα. Η ορχήστρα είναι πίσω του, είναι μέσα στο στόμα του και ο Ζ. βουτάει την κιθάρα, έτοιμος για αέρινα γλυπτά.


 παλιότερα

 Διαολεμένοι, διαολεμένοι, συγγραφείς και γιατροί σε ένα σώμα. Ο Σελίν και ο Μπουλγκάκοφ που αγαπούσε τον Γκόγκολ και ανέστησε για λίγο τις Νεκρές Ψυχές του.


 χθες και σήμερα ( εκπομπή από το τηλέφωνο. . .)

  - Τι έγινε η γκόμενα που έβλεπε τις άλλες τσούλες να περνούν; Και το χαρτί υγείας έτσι γρήγορα μας τέλειωσε; Παιδικά τραγούδια και παιδιά αχάριστα. 

 - Κάνε και εσύ τον κληρονόμο σου.

 - Αυτόχειρες που δεν γράψανε τίποτα. Ούτε μια φωτογραφία δεν βγήκανε πέρα από εκείνη της ταυτότητας. Δεν έβγαλε κανείς λεφτά από αυτούς. . . 

-  Παλιά ήταν τρελή για μένα, τώρα είναι σκέτο τρελή. 
Υπήρξε και μια άλλη κάτω από ένα μπαλκόνι στην Αγίου Δημητρίου,
 που έτριβε τα βυζιά της ενώ άκουγε την μουσική που έπεφτε από πάνω 
( πιάνο, κιθάρα, ντέφι, γιουκαλίλι - λα ντο και ρε μινόρε ).
 - Τόσο πολύ σας αρέσει;
 -  Όχι καλέ. . . Είμαι τρελή.

 Βεβαίως. Μια Κοιμωμένη, άμμος.


 Τώρα

 Βαλς σε αναστενάρια

 Στιγμιαίες συνθέσεις
 προσθέσεις
 κατακέφαλες λέξεις που χορεύουν
 και λέξεις εσύ να τις χορέψεις
 λέξεις - μαλάκα να πιστέψεις

 σε μουντζώνουν
 και συ βλέπεις με έλεος
 την γραμμή της ζωής στην χούφτα τους.

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

όχι λίγο

  
Στα αρχίδια μας. . . υποστηρίζει το ασθενές φύλο.

 Έχω 689 χαζούς μες στο κεφάλι μου να παίζουν χωρίς να χάνει κανείς άρα δεν παίζουν, μοστράρουν και ο ρόλος τους με ρυθμό. Κάποιοι από αυτούς είναι μεθυσμένοι και ένας - ο πιο χαζουλιακάς - παρατηρεί και σημειώνει στα τεφτέρια. Τέσσερα ευρώ για μια γυναίκα. Μια στιγμή για πάντα να μασουλάς. Ορεκτικό σε στομάχι τρύπιο - μαλακία εγωιστική.

 Σηκώνομαι όρθιος, βραστός ρυθμός και ο συνθέτης/ξεναγός - και εγώ φιλοξενούμενος όχι περαστικός - μου φτιάχνει καφέ. Βλέπω στο τραπέζι απλωμένο ένα βιβλίο χειρουργημένο του Τζάρα που άρεσε στον Εγγονόπουλο.

 Αίφνης το παρακάτω σχέδιο.
 Ο Ιούδας ήταν πρακτικός - ο ταμίας των 11 - και καλοπροαίρετος. Μέχρι που ένας Ματθίας που τον πέταξε στην άκρη και από τα υπόγεια σφετερίστηκε την θέση του. Η Μαγδαληνή πήρε το μέρος εκείνου που φαινόταν πως θα επικρατήσει και όλα έγιναν όπως λένε τα κείμενα που μείνανε αμανάτι και λιβανιστά. Το παρασκήνιο, όπως πάντα, στην φαντασία και στην ευθύνη του καθενός.

 Φεύγω από την Αγίου Δημητρίου - τον δρόμο που κάποιος τάχα - εκεί - μαρτύρησε και κάποιος που έκανε μια ράτσα να μαρτυρήσει, τάχα - εκεί - γεννήθηκε και φτάνω στα χαμηλά να δω την Φελίνα, την Κιουμπρίκενα 1,58 με τον συνεργάτη της, τον Λεωνίδα. Γυρίζουμε την πόλη σαν να μην την ξέρουμε. Αναπολώ, τα βγάζω όλα μπροστά σαν να γίνανε χθες ή πριν είκοσι χρόνια. Γελάνε. . . Γελάω. . . Όλα σαν να ήταν χθες ή πριν είκοσι χρόνια.

 Στην βιβλιοθήκη, οι Δαιμονισμένοι του Επιληπτικού Ρώσου Κουμαρτζή, ο Μαλλοϋ του Ιρλανδού που τα ήξερε όλα. Εμφανίζεται η Διάκου. Εμφανίζεται σαν Καρδινάλιος - το γλυκό - παρότι Διάκου και φεύγει για παραστάσεις με εισιτήριο.

 Έπειτά ο Ντίνος. Ιπτάμενος - πότε πότε - χορηγός, φίλος, φίλος, καλοκαιρινός, δύναμή και χαμόγελο. Εδώ και τώρα, εδώ και πιο εκεί - θα τα βρούμε θα τα βρούμε και ό,τι χάνεται, χάνεται για να βρεθεί, από αμέριμνο, από αχάριστο, από ετοιμόλογο, από κάθαρμα που έχει κάπου να κοιμηθεί. Χάνεται για να βρεθεί και αλίμονο σε όποιον προσπεράσει.

 Χωρίς να μου εξηγεί, μου χώνει μια κασετίνα χρυσή στην τσέπη και μου δίνει μια σακούλα μπύρες. Θέλει να ξαναδεί την πόλη που άφησε για τον ολιγόμηνο διορισμό. Πιο πέρα από μας δυο κορίτσια που μοιράζουν τον κόσμο, που έχουν προβλήματα και πρωινό ξύπνημα. Η Βανέσα και η Νατάσα. Έρχονται και άλλοι να κάτσουν πλάι μας - μπουλούκι ατσούμπαλο, ανεξάντλητο - και όλα είναι ωραία.

 Καταλήγουμε στο τραπέζι της προηγούμενης ανάρτησης. Μπύρες και σάλτσες γλυκόξινες. Τσιγάρα στριφτά και λαρύγγια στριφτά. Μουσικές από την Βόρεια Κορέα που δεν ξέρουμε που πέφτει - που πέφτει; - στον χάρτη. Το ασθενές φύλο υποστηρίζει Στα αρχίδια μου.

 Νιώθω όλα μέσα μου να γλυκαίνουν. Να ηρεμούν από φυσικού τους. Ετοιμόλογα. Με τον κόπο τους και τα ρεζιλικια τους ομολογημένα. Όλα να μου μοιάζουν και ήχω νταβραντισμένη, μέσα μου, να πηγαίνει πέρα δώθε.

 Ποτήρια σπάνε
 Μα
 Όλα πληρωμένα.
 Όλα σε τάξη καμπυλωτή.

 Ξημερώνει;

 Ου. . .  Πολύ.




  



Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

22/5

  Μια αρχαιολόγος, από αυτές που θα μας ανακαλύψουν πριν μας θάψουν, μια επιμελήτρια κειμένων μια σταλιά γεμάτη και ένας ξεναγός, μεταφραστής και ό,τι άλλο θέλει, μπαίνουν σε ένα μπαρ. Πριν μας κάνουνε αρχαίους να γίνουμε ανέκδοτο, κάποιος να γελάσει. . . Έστω και φάλτσα, έστω για λίγο. Σηκώνομαι από αυτο το τραπέζι και κάνω πολύ ευγενικά στην κοπέλα που έβαζε μουσική, να βάλει Frank Zappa. Αν ήξερε ιταλικά ή ήταν τρελή θα έβγαζε από το πουθενά μια τσάπα και θα μου την χάριζε. Μου λέει ότι θα κοιτάξει, αν έχει θα βάλει και μου σφίγγει με χαμόγελο το χέρι. Μετά από λίγο ακούγεται το Joe's Garage. Έξι λεπτά και δέκα δευτερόλεπτα. Ροκ όπερα. Φωσφορίζουμε.
 Ώρες πριν ρωτούσα στα πανεπιστήμια που είναι η βιβλιοθήκη της Αγγλικής Φιλολογίας. Καλύτερα να ρωτούσα που δεν είναι η βιβλιοθήκη της Αγγλικής Φιλολογίας, θα ξέρανε όλοι. Με τα πολλά την βρήκα - ένας τύπος κοίταξε τις σημειώσεις του και μου έδειξε πως θα φτάσω εκεί που ήθελα. Είχε ωραίο γραφικό χαρακτήρα. Σχεδόν τον ζήλεψα.

 Σκάω στον τρίτο όροφο της Φιλοσοφικής και εκεί είναι ο Τσίβο. Έχει γραφείο. Έχει καλοσύνη. Έχει ένα ευρώ και του πουλάω μια φωτοτυπία με το Μονταζ. Δεκατρείς - ή δεκατέσσερις; - γρουσούζικες στιγμές κομμένες και ραμμένες - όχι καταραμένες, έχω τα ναύλα να γυρίσω σπίτι μου και δυο τρεις να θυμούνται το όνομα μου - φωτοτυπημένες με λίγα σχεδιάκια. Λέμε δυο τρεις κουβέντες χαμηλόφωνα - μην μας ακούσουν; - και φεύγω από τις σκάλες. Κύριος. Άνεργος και ποτέ φοιτητής.

 Ξαναγυρίζω στο Βατερλώ δυο γελοίων. Αντώνης Ταπιάγκας εναντίον Κωνσταντίνου Χαμόδρακα. Όλη η μάχη - το Βατερλώ - μια Αγγέλα. Πιάνω μια σελίδα στην τύχη και πέφτω στο

 Κατά τ΄ άλλα, κούφιες οι μέρες μου διάβαιναν σαν άδειο εξπρές στο σκοτάδι. Τ΄ αστέρια με έβλεπαν.

 Είχα και εγώ μια μάχη, στα χακί, στην Θήβα. Μια Ανδρομάχη που το έκοψε το όνομα της. Έπινε πολύ και ήταν λυπημένη. Δεν έπινε όμως επειδή ήταν λυπήμενη. Έπινε επειδή έβρισκε τα λεφτά να πιεί. Λυπημένη - είχε κόψει πολλά χιλιόμετρα, φαινόταν αυτό στο πρόσωπο της.  Κουρασμένο και να μην περιμένει τίποτα. Την έκανα όμως να γελάσει και αυτή. Την κέρασα, με κέρασε. Πάνω στην μισή ώρα της γνωριμίας μας άφησε το κεφάλι της στο στέρνο μου. Ήθελε να κοιμηθεί. Την σήκωσα, χαιρετηθήκαμε για να ανταμώσουμε την επόμενη μέρα για μάχη σώμα με σώμα.

 - Άοπλος, αόρκιστος. . . 
 - Όλα τα καλά. Ι4 ψυχολογικό. Νευρωσικές εκδηλώσεις, είπε ο γιατρός.
 - Μα τι τους είπες;
 - Ότι μόνο ο Καρυωτάκης ήξερε καλό σημάδι και πήδηξαν πάνω όλοι γιατροί. Άσε, άσε, όλα τα καλά έχω εγώ.
 - Φιλάς όμως ωραία.
 - Αλήθεια;
 - Όχι.
 - Είπα κι εγώ.

 Σε εκείνες τις λίγες άσχημες μέρες, αυτή η γυναίκα ήταν παρηγοριά για μένα όπως και εγώ για εκείνη.

 Μετά βγήκαν οι μεταθέσεις και φτάσαμε στην Θεσσαλονίκη δέκα φαντάροι, να πάρουμε το ΚΤΕΛ για να παρουσιαστούμε στο Πολύκαστρο. Μπήκαμε σε ένα αστικό, με τα λουκάνικα και τα όλα μας, και μια γριά καλή με ρώτησε αν έγινε πραξικόπημα. Τόσο ξεφτίλα; Πραξικόπημα με τα αστικά; Θα μου πεις, με ό,τι έχει ο καθένας πορεύετε.

- Όχι, κυρία μου. . . Αλλά που θα πάει. . . Ψήνεται η δουλειά.

 Χαμογέλασε η καλή γριά. Πρέπει να ζει, μάλλον ακόμα. Τέσσερα χρόνια πέρασαν.
 Μα
τώρα πίσω. Πίσω στα δυτικά. Η μόλυνση κάπου ωφελεί. Οι ανεργατολόγοι σκασμένοι στα γέλια και οι δημοτικές εκλογές θα αναδείξουν μια ηγεσία που θα ανατρέψει τα στερεότυπα και οι δήμοι θα φωταγωγηθούν λιγότερο - το επιχείρημα Και τι ωραίο να δεις; ακαταμάχητο -ε, Μάχη; - και η μόνη αξιόπιστη, στο δέρμα, στην καρδιά, στην τσέπη, ιστορία είναι οι προκαταλήψεις μας. Αυτές μας κρατάνε όρθιους και μιλάμε. Όλα απλά και φανερωμένα τραβάνε να γίνουνε ένα.

 Όμως να μείνουν δυο αστεία. Το ένα να αναιρεί το άλλο, να καβαλιούνται με ρυθμό, με βάρδιες και πότε πότε με πονηριά.

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Τέρμα




ένας λεκές με χρήματα
- θαύμα πιες  θαύμα δες
  θαύμα απλώσου
  θαύμα δικό σου -

οι πληγές πια
αμπαρωμένες διπλά.



προχθές.

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014


χαμαλοδουλειά
- στα κρούστα
η ραχοκοκαλιά -
το φως κομμένο από τα μάτια μου
τα δάχτυλα ρουφιανεύουν την γλύκα στο σώμα
που με αυτή την γη γυρίζει

και ονόματα πλακώνουν, επιστρέφουν δώρα τραγούδια μασημένα.

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Π.

  - Φόλα. . . Φόλα στους κυνικούς.
  - Όχι απόψε. . . Έρχεται εκείνη απόψε με όλη την βλακεία μου που την παίζει στα δάχτυλα και το κορμί της το ελαστικό, το παραγωγικό, που μόνο αυτό με συμπαθεί.


  Ανέβηκα με αρματωμένος με σακούλες, χωρίς ενεργούντες από ιδιοτέλεια και άλλους αγαπητικούς που σολάρουν. Ανέβηκα έτσι σε αυτό το διαμέρισμα και είδα πολλά ωραία. Άλλος να χαϊδεύει και άλλος να βαράει στο σταυρό, την κιθάρα του. Όλοι τους συνεννοημένοι, ο καθένας στο μετερίζι και τον ρυθμό του.

  Μια κοπέλα κάτω από το μπαλκόνι άκουγε τις μουσικές τους και έτριβε τα βυζά της. 
  - Τόσο πολύ σου αρέσει;
  - Όχι. . .  Είμαι τρελή.

 Από το παχουλό ηχείο ακουγόταν κι ένας από τους λαοπλάνους που ανθούν μέχρι να ξαναγίνουν λίπασμα. Υπνώτιζε και μονόφθαλμο ο πούστης.
 - Έρχεται για μένα απόψε . . . Θα με βρει για να πιάσουμε την κοροϊδια από την αρχή.


 Ιστορίες από τα χακί και ιστορίες με ανθρώπους που κάνουν αυτό που θέλουν, με ένα τρόπο που μόνο εκείνοι θα τον σκεφτόντουσαν. Γέλια.
 Στην τσάντα έχω ένα βιβλίο με συνεντεύξεις κάποιων μαθητών του βασανισμένου εν Ελλάδι Παρθένη και ένα μπουκάλι ρούμι για εντριβή. Πίνεται λίγο λίγο αλλά καταστρέφει σίγουρα. Η ώρα περνάει ωραία μέχρι να σηκωθώ να πάω να την βρω και να μου πει γιατί δεν με θέλει και γιατί με θέλει. Αυτή η ώρα έρχεται και στέκομαι στην Αρμενοπούλου, εκεί που ο Ντίνος είχε το ορμητήριο και ορμούσε και του ορμούσαν, και μου τηλεφωνεί'

 - Έλα;
 - Εσύ έλα. . .
 - Όχι. . . Τελικά δεν θα ΄ρθω στην Θεσσαλονίκη.
 - Γιατί;
 - Δεν θέλω να σε δω. . .  Μην με πιέζεις. Καληνύχτα.


  Κλείνει. Σκατά καληνύχτα, ανάθεμα το ξημέρωμα. Θολώνω και κατηφορίζω στην Παλαιολόγου. Ενάμιση μέτρο με καλοσύνη μου ανοίγει το δέκα τετραγωνικά σπίτι της και προσπαθεί να με ηρεμήσει αλλά φεύγω να μην την ανησυχώ άλλο και περπατάω μέχρι να συνέλθω. Μου πέφτει η κασετίνα, τα τσιγάρα σκορπάνε στην Σωκράτους. Πέφτω στα τέσσερα και τα μαζεύω. Σηκώνομαι και φωνάζω, τραγουδάω ονόματα δικά μου.
  Κανέναν δεν ενοχλώ γιατί κανείς δεν μου παραπονιέται.

 Έτσι, ξαναφτάνω ψηλά, στο διαμέρισμα και εκεί ήρεμος χάνω μια παρτίδα σκάκι σε δεκαεφτά κινήσεις.

- Παγίδες, πατρίδες, παρτίδες - ένα σκάτο με φιλοδοξίες ακριβού λιπάσματος. . .

 





 

Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

μ.


o ξεναγός είναι ένας όρθιος κωμικός
που θυμάται και αναφέρει
ό,τι και τα μνημεία συμφέρει .