Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

07:21

αίρεση δυόμιση ατόμων
που δεν ξέρει τι θα ψηφίσει

κατσικοκλέφτες χεσμένοι στα γέλια
με τους λογοκλόπους

νυχτερινή συνάντηση
παλιών καλών μαυραγοριτών
που νοσταλγούν τα παλιά και χαίρονται
τα νέα
 
ορειβασία πάνω σε ρυτίδες
κατάβαση, κατρακύλα
κατάντια λογική
με σούρα, νάζι και αποδοχή
 
μια γροθιά αλάτι
δυο πληγές σε μια πληγή
μίσος και μισός ηλίθιος με πιστοποιητικά
δίκια, γαμημένα δίκια και γιατί

υπερωρίες εντερικές
και
ανταποκρίσεις υπεραστρικές


χαζός, ο πιο χαζός και γρήγορος
κομήτης στο μπαλκόνι σου
και στο κεφάλι σου
ένας άγγελος με το ένα φτερό
ψημένο, ροκανισμένο
σχηματίζει κύκλους τέλειους
γκρινιάζοντας
διατάζοντας
ξέροντας.

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

ζωγραφιά

 Μουτράκλες μου πορτοκαλιές
 ένα τώρα με το πάτωμα - αποικία
 γκρίνια, καθιστή, σκυλογκαρίδα ολόκληρη
 μπρος και πάντα πιο πάνω - η Σκορδόπιστη.


Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

τ.



 - Θα στο κάψω ρε γαμημένε το αμάξι.
     Είχε πανσέληνο; Μόλις βγήκα από την τουαλέτα και
     χτύπησε το τηλέφωνο. Φώναζε εκείνη, έβριζε. Φαινόταν
     να έχει δίκια. Με αποδείξεις, με τον ουρανό της γεμάτο
     μελανιές και μόνο εμένα μπροστά της.
 - Μπουρλότο. . . Στάχτη. . . Θα το δεις, θα το δεις.
 - . . .
 - Θα στο κάψω, ακούς; Τώρα, κατά κει τραβάω, παλιομπινέ.
     Πέρα από τα δίκια, είχε και ορεξούλες.
     Μούρλα και δέρμα, πράγματα κρυμμένα
     ξεπετιούνται από παντού και βλέπει μόνο εμένα μπροστά της.
     Την ένιωθα - έτσι λιγάκι, σαν τσίμπημα - αλλά δεν την
     καταλάβαινα. Μα ποιος είχε τον χρόνο να καταλάβει τον
     άλλον; Τον βουβό, τον σαλιάρη, τον μαινόμενο,
     τον θεόβλακα και εκείνον που δεν κλείνει ποτέ τα τεφτέρια του.
     Οπότε; Άσε τους να παίζουν.
     Άσε τους να κοπανιούνται ο ένα πάνω στον άλλον. Άσε τους. . .
     Άσε τους όπως σε άφησαν και πιάσε το πράγμα από την αρχή πριν
     όλοι βρεθούν ανακατεμένοι, μπλεγμένοι, να μην ρωτάνε τίποτα,
     σίγουροι. Όλα ένα.
 - Τράβα, μωρή ρεμούλα, κάνε ό,τι θες.
     Της το έκλεισα και εκείνη έτρεχε να μου κάψει το αμάξι.
     Μα δεν είχα αμάξι, ούτε τρίκυκλο, μεταφορές - δολοφονίες
     αλλά εκείνη ήταν σίγουρη.
     Όποια και να ΄ταν.

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

15/3

Σκέφτηκε μια σκατόφατσα από το στρατό
                 μπουκωμένη να φωνάζει ονόματα
                 και προτελευταία λόγια
                 μια ωραία μέρα στα πόδια της
                 τον ξεσταυρωμένο να μοιράζει με δόσεις ευχές.

Σκέφτηκε ένα οπλισμένο ιχνηλάτη
                 σκισμένο στα 2/4
                 με το πουκάμισο στα πεδία της πάλης
                      ή την ιστορία ανάποδα στα δέντρα
                 ικετεύοντας μισή σελίδα μελάνι.

Σκέφτηκε κληρονομιές χωρίς νεκρούς
                 στα αζήτητα βουβά
                 και έγκλημα πρωινό
                 ωράριο με γούστο
                 το ένα να φέρνει με μίσος το άλλο.

Σκέφτηκε αγέννητα στα πορτοκάλια μέσα
                 δίχως μάνα μικροδερμική
                 κ΄ τα ραδιόφωνα να ηχούν
                 τα τραγούδια που μέσα σ΄ όλα
                 παρήκμασαν το τίποτα.

Γεωργία Διάκου / Β.Σ.