Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Χελώνες

Ένα καρπούζι κυλάει δίπλα από την Αρχαία Ρωμαϊκή αγορά - το πιάνω το σηκώνω και το δίνω στον Παππουλάκο που ρουφάει κιμπάρης τον καφέ του. Σαν ρολόι μου λέει με ένα σπάνιο ρυθμό, Ευχαριστώ, Ευχαριστώ. . . Συνεχίζω την ανηφόρα, δυο βαριά βυζιά  κατεβαίνουν εναντίον μου και εγώ κοιτάω σαν να χαζεύω τα αρχαία που δεν πρόλαβαν να πουλήσουν. Δεν περιμένω πολλά από τον περίγυρο αλλά δυο χελώνες περιμένουν να της ταΐσω και της αλλάξω νερό. Δεν είμαι ο Δαρβίνος ή ο Aqua-man αλλά τα καταφέρνω. . . . Στην Αγίου Δημητρίου. . . . Εκεί, στον πρώτο όροφο, ανοίγω όλα τα παράθυρα να αεριστεί το σπίτι, σφουγγαρίζω και μου τρέχουν τα σάλια μπρος την βιβλιοθήκη του συνθέτη. Κατεβάζω σαν τρελός βιβλία και ευλαβικά μπύρες που κοστίζουν λιγότερο από ένα μπουκάλι καθαρό οινόπνευμα ή μια πράξη φιλανθρωπική, φορολογημένη.

Μια στιγμή πριν τσιγαρίσει ο Σκορδάς, να τον βάλεις δίπλα σε ανθρώπους, να πάρουν γεύση, να τους κατέβει η πίεση και να φύγουν τα βαμπίρ ή αυτοί που δεν θέλουν να μοιάζουν με ότι νοιάζεται ή με ότι ξυπνάει πριν τις δώδεκα ή αφού σταθεί στα δυο του πόδια.

Τα χελωνάκια με φωνάζουν με το όνομα μου. . . Δεν απαιτούν επειδή τα φροντίζω. . . Δεν φεύγουν τρέχοντας επειδή η κούτα με το νερό είναι πιο πέρα από τις δυνατότητες τους. . . Αυτά είναι απ΄ έξω ή εγώ; Το δεύτερο βέβαια, επειδή κρατάω την τροφή τους μέσα στον κύλινδρο και η γυναίκα μου ξέρει σε μιάμιση γλώσσα το όνομα μου, χώρια τα σάλια και ο λίβας να γλιστράνε τα λογάκια.

Η γυναίκα μου η ζυμαροπατούρα.






κ.



η κοιλιά σου μόνο μένει
και επιπλέει
μου γκρινιάζεις
να θυμάμαι ότι υπάρχεις
να θυμάμαι τι δεν φάω
και
τι θα πω σε αυτόν που δεν θα στρώσει
για να με ξαπλώσει.

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

γ.


ανοίγεις το στόμα σου, το σάπιο τούνελ σου
αντί για τραγούδια βγαίνουν βερεσέδια
παρελαύνουν ρουφιάνοι που ζητάνε δίκιο
σε γεύσεις πολλές / τους στέλνουν στον Άδη
από τον δρόμο τον καινούργιο
τον καλό.

τα εισιτήρια στα δόντια
τα ένσημα στην φαντασία

ένα κιλό γαλόνια
χώρια η μαλακία

 - μας είπε ένα πουλάκι πριν το πυροβολήσουν
και το κάνουν τοιχογραφία στον τοίχο που
δεν λέει να πέσει να μας πλακώσει.

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

μεταξύ

- Η παλιά μου γειτονιά.
- Ακόμα εδώ μένεις, ρε.
- Εννοώ τους γείτονες μου τους παλιούς. 
- Μπορείς να μην εννοείς; Είμαι κουρασμένος, είναι και αργά. . . Ποιοι παλιοί γείτονες, ρε; Όλοι εδώ είναι, όπως και εσύ και καμαρώνουν, ανάθεμα με γιατί.
- Ίσως που μείνανε σταθεροί στις απόψεις τους.
- Στην ζωή τους μείνανε σταθεροί. . . Όταν κλείνουν οι πόρτες κοπανιούνται ή βλέπουν τηλεόραση.
- Θα πάω να ξηλώσω τις κεραίες όλες το βράδυ. 
- Καλή ιδέα. . . Αλλά θα βρουν κάτι άλλο. . . Μπορεί και να σκοτωθούν. . . Να αραιώνουμε λιγάκι.
- Καλοί είμαστε. . . Όταν γίνουμε περισσότεροι, θα γίνουμε καλύτεροι. Θα θέσουμε βάσεις για κάτι καλύτερο, βελούδινο και καθημερινό, οι κόποι μας θα είναι θεμέλια, τα λόγια μας τρόφιμα, στολίδια. . .
- Και τα αρχίδια μας, σημειωματάρια και οι γυναίκες μας αποθήκες φίσκα από χαμάληδες και εκρηκτικά. Άντε βρε, χαζέ. . . Στρώσε να κοιμηθώ και φώναξε μου την καλή σου να μου κάνει αέρα, να την ρωτήσω για χιλιοστή φορά τι σου βρήκε και σε ταϊζει. . .

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Σούλης Ντάλης

   Δεν υπήρξε ηγεσία να μας σουλουπώσει, ζυμάρι άνοστο ήμασταν και έτσι κάναμε τα δικά μας, αυτοσχεδιάζαμε μες την βλακεία και όση αφέλεια αφήνουν οι γονείς, τα φροντιστήρια και το τζαμπατζίδικο πορνό. Δεκαεφτά, δεκαοχτώ χρονών παιδιά, στην κατρακύλα της Γούναρη, δίπλα στο τελευταίο περίπτερο.
   Καλοκαιράκι, με μικρούς σεισμούς. Σε κάθε δόνηση, η ερώτηση ΄΄Ποιος εφετζής γαμάει;΄΄. Έτρεχα να πάρω κρέπες, ένα ευρώ τη μία. Μπουκωμένη με μερέντα και στην πρώτη μπουκιά, ένιωθες την φέτα, την τυρίλα να σου καβαλάει τον ουρανίσκο. Κάθε προσφορά και μια παγίδα.
   Δίπλα μου ο Σούλης Ντάλης, με ένα μέτρο μαλλί, ίσιο και βαρετό. Απο μακριά μοιάζει με κορίτσι, από κοντά με διάολο σαράντα κιλών. Εχώ τα διπλά και παραπάνω κιλά απο εκείνον, μαλλούρα σγουρή και μια γυναίκα να μου ετοιμάζει προσφορές. Δεν με ενοχλούν πολλά. . . Μόνο τα δικά μου. Ανάποδος εγωισμός, αυτοεκτίμηση στα υπόγεια και οι μπύρες φτηνές, πιο φτηνές από ένα πακέτο προφυλακτικά ή μια έκτρωση. Έχω βγάλει και ένα βιβλιαράκι με σημειώσεις μέσα σε ένα θάλαμο, με τον παππού χωρίς λαρύγγι και μια πρώην σοβιετική νοσοκόμα που στις εφημερίες της παίζαμε ξύλο.
  Ο Νταλης με χαμηλωμένο το κεφάλι και το μαλλί σαν κουρτίνα να του κρύβει το πρόσωπο. . . Πονάει, φωνάζει, γκρινιάζει. . . Μια νταρντάνα, που λιώνει για εκείνη, από τις δυτικές συνοικίες με τα πυρηνικά και τα άλλα ωραία, του τηλεφώνησε και του ξεδίπλωσε το βαρύ της δράμα. . . Ότι είναι πολύ καλός. . . Ότι την πιέζει. . . Ότι έχει και άλλα πράματα να κάνει. . . Μόνο που δεν του είπε ότι η ζωή είναι μικρή και ο,τι προλάβουμε. . . Δεκαοχτώ χρονών και εκείνη. . . Την είδα και εγώ μια φορά σε ένα τραπέζι, πρωτοχρονιά με μια ποδοσφαιρική ομάδα πίσω της, έτοιμη να σκοράρει. . . Μες το χαμόγελο και την βεβαιότητα. . . Την ζήλεψα, τότε λίγο. . .
   Τον έχω δίπλα μου τον Ντάλη, να πονάει, να έχει κόψει την ομιλία και να κοιτάει τίποτα. . . Με σκοτώνει και του λέω μεθυσμένος, νιώθοντας τον πόνο του και νιώθοντας τα πόδια μου γερά ακόμα, τι θέλει για να χαρεί, λίγο να χαμογελάσει, να ανοίξει το στόμα του να πούμε κάτι, να προχωρήσουμε το πράμα και όχι κάθετα.
  Τότε μου δείχνει μια κοπέλα που περνούσε από εκεί με την φίλη της.

- Να μου την φέρεις.
- Να στην φέρω;
- Ναι, εδώ, την θέλω. . .
- Εντάξει. . . .

  Πήγα τρέχοντας. . . Έσκασα ευγενικά μπροστά στις δυο κοπέλες και είπα ΄΄ Καλησπέρα σας. . . Μην φοβάστε. . . Τον βλέπεις εκείνο τον ξέμαλλο εκεί; Ε, θέλει να σου πει κάτι. . . Αν μπορείς πάνε να τον ακούσεις και μετά κάνε ό,τι θες. . . Χτύπα τον, χλεύασε τον. . . Φτύστον αν θες και για βοήθεια έρχομαι εγώ και τον φτύνουμε μαζί παρέα μέχρι να πνιγεί. . .΄΄

 Πέτυχε. Γέλασε και πήγε με την φίλη της δίπλα του. Συστήθηκαν, πιάσανε κουβέντα και μέσα σε ένα εικοσάλεπτο την πήγε στην Ιπποδρομίου για μάχη σώμα με σώμα. Γύρισαν μετά από λίγο. Εκείνη μας χαιρέτησε, πήρε την φίλη της και έφυγαν με το τελευταίο τρένο για Κατερίνη.

   Τον είδα να χαμογελά και χάρηκα μα ο κερατάς γλυκάθηκε με την τύχη που μας έδερνε και μου είπε ΄΄Να πας πιο πάνω, κοντά στην Βιβλιοβάρδια, είναι εκεί μια ξανθούλα, παρέα με πάνκηδες. . . Όταν κατέβαίναμε με κοίταξε. . .Πάνε να την φέρεις. . .΄΄

   Χαμάλης ήμουν τότε, όπως είμαι και τώρα. . . Κουβαλάω και σου φέρνω ό,τι θες. . . Έτσι πήγα, μπήκα στους πάνκηδες και την πήρα μισοψημένη για τις τρίχες και την μουράκλα του και του την πήγα. Ακολούθησε επανάληψη του έργου. Γνωριμία, κουβεντολόι και μετά στην Ιπποκράτους.

   Και χαιρόμουν γιατι χαιρόταν. Και ο ρόλος μου ήταν κάτι ανάμεσα σε νταβατζή και υποβολέα και γέλια πολλά να έχουμε στα χέρια μας και να λέμε τώρα. . .




Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

΄΄δικός μας, ρε΄΄

 
Αυτός και την πέτρα από τα νεφρά του
θα έβγαζε να πάει στον λιθοβολισμό.


Σάββατο, 17 Αυγούστου 2013

Π.

  
  Δεν ήμουν εκεί, ήμουν εκεί που με βρίσκεις πάντα όταν σου κρύβομαι, αλλά είπε του είπε ο καθηγητής του ΄΄ Όσο ζω θα σε κόβω ρε΄΄. Έτσι ακριβώς. . . μάλλον του το πε.  Όμως και ποιος δεν πεθαίνει. Τον βρήκανε μετά καμιά βδομάδα σπίτι του. Κίρρωση ήπατος. Πάει ο καθηγητής, αδιάβαστος. Στην θέση του θα ερχόταν κάποιος άλλος, ίσως πιο αντιπαθητικός, ίσως πιο καρμίρης, με συκώτι όχι κρασάτο μάλλον, έτοιμο για το τηγάνι. Εκείνος όμως αφού τους χώρισε ο θάνατος, πέρασε το μάθημα και τράβηξε για τις θάλασσες να βγάλει το ψωμί του.
 

Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

536


λίγη καλοσύνη
λιγότερη καλοσύνη

λιγότεροι κάθε μέρα

 - Εποχή; Την χώρα, τις μαλακίες ή τα κόκαλα μου να αφήσω; Τα γραφεία τελετών απεργούν ποτέ; Ο Θεός ξύνεται; Στην γκρίνια κάνεις σκόντο όπως οι γιατροί στον δικό μας πόνο; Ο Μένγκελε έπαιρνε φακελάκι; Ποιον άφησες ατάιστο και τώρα έρχεται με επιχειρήματα να σε φάει; Γιατί σε κοπανάνε όταν λες ΄΄καλημέρα΄΄; Ένας δίσκος με ποτήρια; Ένας δίσκος με τραγούδια ή δίσκο να βγάλω καθρέπτη, να μου δώσεις κάνα ψιλό να σε θυμάμαι;  - 

λιγότερα τα λίγα μου, λίγδα μου

ωραία μέρα.

Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

΄΄από την αποχή σε μια εποχή των απόψεων κτλπ κτλπ΄΄





   Στο μυαλό είναι τα μισά . . . . Το μυαλό δεν το ξετυλίγεις σαν δώρο, σπας πρώτα το κεφάλι και χύνεται σαν γλυκό του κουταλιού για όποιον θέλει. . . λέγανε.

  
  Ο εργοδότης του Κωμικού και του γελοίου, ο Χρόνος και όσοι δεν πρόλαβαν να τον σκοτώσουν και τα παιδιά αυτών που δεν τους μοιάζανε. . . πολύ.

  Ποιος κερδίζει; Ποιος μας γαμάει τα αυτιά, με αυτή την υπέροχη μουσική; Γιατί ο κύριος που δεν χωνεύει τα άντερα του κρατάει όπλο; Το έθνος, πότε εφευρέθηκε;  Οι μαλακίες όταν χάνονται και δεν πάνε σε εγκυμοσύνες ή να ψηφίσουν, που καταλήγουν; Τι απέμεινε από την κυρία με τα εκατό κιλά που κάποτε με αγάπησε;



  Περιμένοντας να σφίξει το σκατό, να αποκτήσει σχήμα και ηθική, μακρινούς συγγενείς, προτελευταία κατοικία. . . Δικαιώματα, δικαιώματα παλαβιάρικα που θα κάνουν θόρυβο. . . Και θα γυρίσει από εκεί που το εξόρισαν, να απλωθεί, να μαγκώσει στην πατρίδα που τον γέννησε και να γίνει ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΕΝΑ ΜΕ ΕΚΕΙΝΗ.



               Τα καλύτερα σου αστεία ήταν αυτά που δεν είχαν στόχο. . . Όμως βαρέθηκες να περιμένεις όπως οι νάρκες που ξέμειναν από τον πόλεμο.


. . .  


         Τα δάχτυλα του, πινέλα, η γλώσσα του, σπάτουλα και ο πούτσος του κομπρεσέρ. . . μου έλεγε η ατραξιόν της περιοχής για αυτό που της έτυχε, τότε που γύριζα να μου λαδώσουν τις κλειδώσεις. Ήταν ευτυχισμένη και εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για αυτό.
  

. . .

παρένθεση
   για τον Γιώργο Φ.


   ΄΄ Όπου κι αν πάω η Ελλάδα με πληρώνει΄΄ ήθελε να πει, ο Σμυρνιός αλλά τον στένευαν του Ικάρου τα φτερά και η σκορδαλιά που ο Καββαδίας ένα βράδυ τον φίλεψε κρυφά από την Μαρώ.
. . .



παρένθεση 2


για την Γεωργία Δ.


       Την βρήκε εύκαιρη και καλοπροαίρετη, 1,82, σαν τα κρύα τα νερά που ξεδιψούν και δεν πνίγουνε κανένα καημένο, να της πετάξει ένα ΄΄Τα ποιήματα σου βουλιάζουν. . . Δεν πιάνουν μια. . . Κακώς τώρα τα λέω ποιήματα. . . Ούτε σαν διακόσμηση ή κάτι να μασάς  ( τσίχλα με γεύση κουτόχορτο ή επιτυχία ) δεν κάνουνε. . . Λογάκια μόνο, κολλητά το ένα με το άλλο. . . Αυτό αλλά. . .Δεν,δεν, δεν, δεν. . . ''
       Εκείνη όμως σχεδόν χαμογέλασε και του είπε ΄΄Ναι, μέσα στο θέμα είσαι. . . Το περβόλι μου δεν βγάζει ο,τι θες, στις γεύσεις που δεν σου πρήζουν τα ματάκια σου με εντυπώσεις και θαυμασμό. . . Όμως για σένα δουλεύω και δεν πληρώνoμαι. . . Όλη μου η σκαρταδούρα παρκάρει δίπλα στα δικά σου διαμάντια. . . Και εκείνα νιώθουν ότι είναι εντάξει, ότι εκπληρώνουν - χωρίς να πληρώνουν την θέση τους στην ιστορία μας την φτωχομπινεδιάρικη. . .΄΄


. . .


      - Ναι, ναι. . . Δεν έβαζε ποτέ νερό στην μπύρα του. . . Είχε έναν ανεμιστήρα στην πλάτη, αντί για φτερά και πετούσε μέσα στο σπίτι του.
      - Πως το έκανε αυτό;
      - Ξέρω εγώ; Σπίτι του ήταν, ό,τι ήθελε έκανε. . . Εγώ πάντως ο,τι είδα, λέω. . .
      - Χαφιέ. . .
      -  Ειλικρίνεια πάνω από όλα. . . Και δεν βγάζω μια. . . Από τότε που έφαγα την κουκούλα μου και σκέφτηκα πόσο ευαίσθητη είναι η επιδερμίδα μου. . . Τόσο ευαίσθητη που σκέφτεται από μόνη της και βγάζει συμπεράσματα. . . Πάνω της θα δεις φράσεις και μουσική. . . Από κάτω της έναν ηλίθιο να αγχώνεται για αυτά που γίνανε πιο πριν. . . Τότε που ξυνόσουν  και έλεγα ΄΄ Ότι η καύλα είναι μια φαγούρα΄΄  ενώ ρίχνανε χρυσόσκονη στο υπόθετο. . . Μαγεία στην γκρίνια. . . Καραμέλωναν την πούτσα. . . Αλλά δεν θα μας σκοτώνανε ολόκληρους. . . Μόνο την ώρα μας.



. . .


        Τόσο έξυπνες στιγμές, καμιά δεν θα γίνει Ιστορία. . . Όμως θα ακούσετε ο,τι θέλετε, παραγγελιά στημένη στα τέσσερα και το νόημα να βγαίνει ξινό.










Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

΄΄Να σου πω κάτι;΄΄



Βρήκε έναν άντρα, άντρα, καβαλάρη να την δέρνει τις ώρες που θέλει εκείνη,
να κάνει υπερωρίες, να χορταίνει το μουνί της περιπέτεια, σασπένς
και οι σιωπές
φαντάζουν πια διάλειμμα στις δαγκωματιές και στα χάχανα ενώ αυτός βαριέται
να πάει για κατούρημα ή να την μελανιάσει.


. . . .


Άσε τα αστεία. . . μου είπε και εγώ την άφησα.